Ανέκδοτο: Ο ταξιτζής και ο ιερέας στον Παράδεισο

Ανέκδοτο: Ο ταξιτζής και ο ιερέας στον Παράδεισο

Σάββατο μεσημέρι φτάνουν στην πύλη του παράδεισου για «συνέντευξη» δύο τύποι. Ο ένας καλοντυμένος καθαρός, στην τρίχα και ο άλλος με τζηνάκι, t-shirt, αξύριστος, με γυαλιά ηλίου και το τσιγάρο στα χείλη.

Εμφανίζεται ο Άγιος Πέτρος και τους φωνάζει.

Πάει πρώτος ο τυπάκος με τα γυαλιά και λέει στον Άγιο Πέτρο.

- Εγώ στη γη ήμουν ταξιτζής. Δούλευα κάθε μέρα μέσα στην κίνηση στην Αθήνα, χαμός, έτρεχα για να προλάβουν οι άνθρωποι τις δουλειές τους,.... μπλα μπλα μπλα....

– Εντάξει, λέει ο Άγιος Πέτρος. Περνάς! Και του δίνει μεταξωτό χιτώνα και ένα ολόχρυσο μπαστούνι.

Φωνάζει ο Άγιος Πέτρος

- Ο επόμενος....

Πηγαίνει ο καθώς πρέπει κύριος και λέει...

- Εγώ στην γη ήμουν ιερέας. Δημιούργησα μια εκκλησία από το μηδέν και κάθε Κυριακή ερχόταν και υμνούσαν τον κύριο εκατοντάδες πιστοί και προσευχόμασταν μαζί.... μπλα μπλα μπλα.....και δίδασκα την πίστη και... μπλα μπλα μπλα και ..... μπλα μπλα μπλα...

- Εντάξει, λέει ο Άγιος Πέτρος. Περνάς...

Και του δίνει βαμβακερό χιτώνα και ένα ξύλινο μπαστούνι. Τα 'χασε ο Ιερέας.

- Μα Άγιε Πέτρο είναι δυνατόν; Ο Ταρίφας πήρε μεταξωτό χιτώνα κι εγώ που διέδωσα το λόγο του θεού βαμβακερό; Κι όχι μόνο αυτό, σ' εκείνον έδωσες χρυσή ράβδο και σε μένα ξύλινη μαγκούρα; μα γιατί;

Και απαντά ο Άγιος Πέτρος:

- Όταν εσύ λειτουργούσες στην εκκλησία όλοι κοιμόνταν, ενώ όταν εκείνος οδηγούσε στο ταξί όλοι προσεύχονταν!