ΗΠΑ: Να ανασταλούν οι παραδόσεις οπλισμού στο στρατό της Μιανμάρ

ΗΠΑ: Να ανασταλούν οι παραδόσεις οπλισμού στο στρατό της Μιανμάρ

Η πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη Νίκι Χέιλι προέτρεψε τη διεθνή κοινότητα την Πέμπτη, να αναστείλει όλες τις παραδόσεις οπλισμού στις ένοπλες δυνάμεις της Μιανμάρ εξαιτίας της βίας εναντίον της μουσουλμανικής μειονότητας Ροχίνγκια, ωσότου ο στρατός της χώρας να εφαρμόσει μέτρα, προκειμένου οι υπεύθυνοι για εγκλήματα να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Ουάσιγκτον ζήτησε να τιμωρηθούν οι αξιωματικοί του στρατού της Μιανμάρ που βρίσκονται πίσω από την καταστολή. Η Χέιλι πάντως δεν απείλησε πως θα επιβληθούν εκ νέου στη χώρα οι κυρώσεις, που είχαν αρθεί επί των ημερών της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα.

«Δεν πρέπει να φοβηθούμε να αποκαλέσουμε τις ενέργειες των βιρμανικών αρχών αυτό που φαίνεται πως είναι: μια βάρβαρη, συστηματική εκστρατεία για την εκκαθάριση της χώρας από μια εθνική μειονότητα», είπε η Χέιλι απευθυνόμενη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Ουάσιγκτον υιοθέτησε την κατηγορία των Ηνωμένων Εθνών, ότι ο εκτοπισμός εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στην επαρχία Ραχίν αποτελεί εθνοκάθαρση.

Η Μιανμάρ αρνείται την κατηγορία ότι διαπράττει εθνική εκκαθάριση. «Ο Βιρμανικός στρατός οφείλει να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Όσοι αξιωματικοί έχουν κατηγορηθεί ότι διέπραξαν εγκλήματα πρέπει να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους αμέσως και να προσαχθούν σε δίκες», είπε η Νίκι Χέιλι.

«Κι όποια χώρα αυτή τη στιγμή προμηθεύει με όπλα τον βιρμανικό στρατό πρέπει να αναστείλει αυτή τη δραστηριότητα ωσότου εφαρμοστούν επαρκή μέτρα για τη λογοδοσία των υπεύθυνων», πρόσθεσε η Αμερικανίδα μόνιμη αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη.

Διεθνείς οργανώσεις αρωγής ζητούν από την κυβέρνηση της Μιανμάρ να τους επιτρέψει απρόσκοπτη πρόσβαση στην επαρχία Ραχίν, όπου μια ευρείας κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση ανάγκασε πάνω από 500.000 μειονοτικούς να προσφύγουν στο γειτονικό Μπαγκλαντές, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι δεν έχουν τροφή, στέγη ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Πρόσφυγες συνεχίζουν να εγκαταλείπουν τη Μιανμάρ, έναν μήνα και πλέον, αφότου αντάρτες που ανήκουν στη μειονότητα, επιτέθηκαν εναντίον θέσεων και φυλακίων του στρατού κοντά στα σύνορα, πυροδοτώντας μια τεράστιας κλίμακας επιχείρηση των ένοπλων δυνάμεων σε αντίποινα.

Οργανώσεις αρωγής γνωστοποίησαν την Πέμπτη ότι ο συνολικός αριθμός των προσφύγων στο Μπαγκλαντές ανέρχεται πλέον σε 502.000, ενώ ο ΟΗΕ ανακοίνωσε ότι τουλάχιστον 15 πρόσφυγες, ανάμεσά τους εννιά παιδιά, πνίγηκαν όταν το πλεούμενο στο οποίο επέβαιναν, ανατράπηκε στα ανοικτά λόγω της κακοκαιρίας.

Η κυβέρνηση της Μιανμάρ εμποδίζει τις διεθνείς οργανώσεις αρωγής και τις υπηρεσίες του ΟΗΕ να επιτελέσουν το έργο τους στο βόρειο τμήμα της επαρχίας Ραχίν, επικαλούμενη την έλλειψη ασφάλειας στην περιοχή μετά τις επιθέσεις των ανταρτών την 25η Αυγούστου.

Οργανώσεις αρωγής ανέφεραν σε κοινή ανακοίνωσή τους ότι ανησυχούν «όλο και περισσότερο για τους ακραίους περιορισμούς στην πρόσβαση των ανθρωπιστικών οργανώσεων και τα προσκόμματα στις παραδόσεις απολύτως αναγκαίας ανθρωπιστικής βοήθειας σε όλη την επαρχία Ραχίν».

«Προτρέπουμε την κυβέρνηση και τις αρχές της Μιανμάρ να εγγυηθούν πως όλοι οι άνθρωποι που τη χρειάζονται στην επαρχία Ραχίν θα έχουν πλήρη, ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση στη σωτήρια για τη ζωή τους ανθρωπιστική βοήθεια», συνεχίζει η ανακοίνωση.

Η κυβέρνηση έχει αναθέσει στη Βιρμανική επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού τη διεύθυνση των προσπαθειών να χορηγηθεί βοήθεια στην επαρχία, με τη συμβολή της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου. Αλλά και οι δύο οργανισμοί φοβούνται ότι η βοήθεια που διανέμεται δεν αρκεί.

Η σχέση ανάμεσα στην κυβέρνηση και τις οργανώσεις αρωγής είναι τεταμένη εδώ και μήνες: ορισμένοι αξιωματούχοι στη Μιανμάρ κατηγορούν τις οργανώσεις πως βοηθούν τους αντάρτες.

Οι οργανώσεις απορρίπτουν τις κατηγορίες αυτές, που τονίζουν ότι έχουν σκοπό να στρέψουν τους βουδιστές εναντίον τους στην επαρχία, κι απαιτούν να τερματιστεί η εκστρατεία «παραπληροφόρησης και ανυπόστατων κατηγοριών» σε βάρος τους.

Οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν τον στρατό ότι προσπαθεί να αναγκάσει τη μειονότητα των Ροχίνγκια να εγκαταλείψει τελείως τη Μιανμάρ και ότι διαπράττει συστηματικά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Προτρέπουν τη διεθνή κοινότητα να επιβάλλει κυρώσεις, πάνω απ' όλα εμπάργκο όπλων.

«Απαράδεκτη τραγωδία»

Ο βρετανός υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, Μαρκ Φιλντ περιέγραψε την κατάσταση με τα λόγια «απαράδεκτη τραγωδία», μετά την επίσκεψή του στη Μιανμάρ και τις συναντήσεις που είχε στη χώρα με ηγέτες της, συμπεριλαμβανομένης της Αούνγκ Σαν Σου Τσι, η οποία έχει αντιμετωπίσει οξύτατες επικρίσεις, ενώ έχουν γίνει εκκλήσεις να της αφαιρεθεί το Νόμπελ Ειρήνης που είχε λάβει.

Η ίδια καταδίκασε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ομιλία της στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών την περασμένη εβδομάδα. Διαβεβαίωσε ακόμη ότι θα επιτραπεί η επιστροφή των καταγεγραμμένων προσφύγων από το Μπαγκλαντές.

Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες προειδοποίησε την Πέμπτη ότι η βία εναντίον της μειονότητας Ροχίνγκια μπορεί να εξαπλωθεί στο κεντρικό τμήμα της επαρχίας Ραχίν κι ότι άλλοι 250.000 άνθρωποι κινδυνεύουν να εκδιωχθούν από τις εστίες τους.

Ο Γκουτέρες τόνισε απευθυνόμενος στο Συμβούλιο Ασφαλείας, κατά την πρώτη του δημόσια συνεδρίαση, που ήταν αφιερωμένη στη Μιανμάρ τα τελευταία οκτώ χρόνια, ότι η βία έχει κλιμακωθεί και πλέον ή κατάσταση έχει μετατραπεί «στην ταχύτερα εξελισσόμενη προσφυγική κρίση παγκοσμίως», σε έναν «εφιάλτη από ανθρωπιστική άποψη και από την άποψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Μια ομάδα ρεπουμπλικάνων και δημοκρατικών γερουσιαστών προέτρεψε την Πέμπτη την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να ρίξει «όλο το βάρος» της επιρροής της προκειμένου να επιλυθεί η κρίση των Ροχίνγκια στη Μιανμάρ και στο Μπαγκλαντές. Η επιστολή που περιήλθε σε γνώση του πρακτορείου ειδήσεων Ρόιτερς, με τις υπογραφές τεσσάρων ρεπουμπλικάνων και δεκαεπτά δημοκρατικών μελών της Γερουσίας των ΗΠΑ, προτρέπει παράλληλα τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και τον επικεφαλής της USAID Μαρκ Γκριν, να αναλάβουν πρωτοβουλία για τη χορήγηση περισσότερης ανθρωπιστικής βοήθειας.

ΑΠΕ