Από το εξωτερικό η επιδημία χολέρας στην Αϊτή

Η επιδημία χολέρας στην Αϊτή φαίνεται πως προήλθε από το εξωτερικό, σύμφωνα με δήλωση του Γάλλου καθηγητή Επιδημιολογίας Ρενό...

Η επιδημία χολέρας στην Αϊτή φαίνεται πως προήλθε από το εξωτερικό, σύμφωνα με δήλωση του Γάλλου καθηγητή Επιδημιολογίας Ρενό Πιαρού, ο οποίος επέστρεψε στη Γαλλία μετά την παραμονή του στην Αϊτή. Στην εκτίμησή του κάνει λόγο πως το μικροβιακό στέλεχος δεν μπορεί να προήλθε ούτε από το περιβάλλον ούτε από τους καταυλισμούς των πληγέντων μετά τον σεισμό της 12ης Ιανουαρίου.

Ο καθηγητής Πιαρού, ειδικός στη χολέρα, παρέμεινε στην Αϊτή τρεις εβδομάδες μετά την πρόσκληση του Υπουργείου Υγείας της χώρας και της γαλλικής πρεσβείας. Στις δηλώσεις του είναι απόλυτος: «η επιδημία δεν συνδέεται με τον σεισμό και δεν προέρχεται από περιβαλλοντολογικό στέλεχος».

Σύμφωνα με τοπικούς αξιωματούχους, τα πρώτα κρούσματα εμφανίστηκαν στα μέσα Οκτωβρίου στις όχθες παραπόταμου του Αρτιμπονίτ κοντά στη βάση των Κυανόκρανων από το Νεπάλ της αποστολής του Ο.Η.Ε. στην Αϊτή.

Oι Kυανόκρανοι κατηγορούνται από τμήμα του πληθυσμού της Αϊτής ότι έφεραν το μικρόβιο στη χώρα, με αποτέλεσμα να έχουν χάσει τη ζωή τους σύμφωνα με τον νεότερο απολογισμό 1.640 άνθρωποι. Ο Γάλλος γιατρός Ζεράρ Σεβαλιέ, που συνεργάστηκε με τον Πιαρού, εκτιμά πως «η επιδημιολογική πιθανότητα είναι αυξημένη». Η Minustah διέψευσε τις κατηγορίες, τονίζοντας πως οι έλεγχοι που έγιναν στις δεξαμενές νερού στο στρατόπεδο ήταν αρνητικοί.

Σε αυτό το στάδιο «περίπου οι μισές κοινότητες της χώρας έχουν πληγεί από την επιδημία, άλλες λιγότερο και άλλες περισσότερο» σύμφωνα με τον καθηγητή Πιαρού, ενώ προσθέτει: "Τα κρούσματα ξεπερνούν τις 70.000 και εύκολα φανταζόμαστε ότι θα φτάσουν τα 200.000, όμως δεν θα υπάρξουν δεκάδες χιλιάδες νεκροί, αλλά ούτε και κλιμάκωση της επιδημίας».

«Η επιδημία εμφανίστηκε απότομα στις 19 Οκτωβρίου, με πολλές χιλιάδες κρούσματα και πολλές εκατοντάδες νεκρούς μέσα σε λίγες ημέρες, αφού πολλοί άνθρωποι ήπιαν νερό από τον ποταμό στο Δέλτα του Αρτιμπονίτ. Δεν έχουμε δει ποτέ κάτι τέτοιο σχετικά με την ταχύτητα της διάδοσης της νόσου, από το 1994 στη Γκόμα (πρώην Ζαΐρ) σημείωσε χαρακτηριστικά ο Γάλλος επιδημιολόγος.

Πολλές περιοχές παραμένουν ευάλωτες στην επιδημία, ειδικά στα βουνά βόρεια της πεδιάδας του Αρτιμπονίτ. «Είναι αγροτικές ζώνες με απομονωμένα χωριά, στα οποία δεν έχουμε πρόσβαση και το πόσιμο νερό δεν επαρκεί. Εκεί υπολογίζουμε πως σε κάθε χίλιους κατοίκους αντιστοιχεί ένας νεκρός» υπογράμμισε.

Δύσκολη είναι η κατάσταση και σε προάστια του Πορτ-ο-Πρενς, όπως το Σιτέ Σολέιγ και η πόλη Καπ-Αϊτιέν, στη Βόρεια Αϊτή.