DIE PRESSE: Απαραίτητη μια νέα διαγραφή χρέους για την Ελλάδα

DIE PRESSE: Απαραίτητη μια νέα διαγραφή χρέους για την Ελλάδα

Μια νέα διαγραφή χρέους για την Ελλάδα -όπως και για την Πορτογαλία- κρίνεται απαραίτητη, τονίζει ο γνωστός Αυστριακός οικονομολόγος και διευθυντής του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, Καρλ Άιγκινγκερ, σε σημερινό σχόλιό του στην αυστριακή εφημερίδα «DIE PRESSE», στο οποίο αναλύει μια μελλοντική στρατηγική για την Ευρώπη.

Ο Κ. Άιγκινγκερ είχε παρουσιάσει προ μηνών το «Ελληνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης», που ο ίδιος συνέταξε με εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως επικεφαλής του ειδικού της προγράμματος για «Κοινωνική πρόνοια, απασχόληση και ευημερία στην Περιφέρεια». Στο σημερινό του σχόλιο στην «Ντι Πρέσε», προειδοποιώντας για την έλλειψη μελλοντικής στρατηγικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κ. Άιγκινγκερ επισημαίνει ότι οι δομές της δεν προσφέρονται πλέον ούτε για ένα κοινό νόμισμα ούτε για τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, ωστόσο βήματα προς τα πίσω θα ήταν καταστροφικά και η έξοδος κάποιας χώρας θα ενίσχυε τις εικασίες διάλυσής της και θα προκαλούσε απώλειες, ιδιαίτερα σε Γερμανία και Αυστρία, που έχουν επωφεληθεί από τη διεύρυνση της ΕΕ.

Όπως τονίζει, στη μελλοντική στρατηγική για την ΕΕ, θα πρέπει να υπάρξει, μεταξύ άλλων, βραχυπρόθεσμη σταθεροποίηση της ευρωζώνης -και εδώ κρίνεται απαραίτητη μια νέα διαγραφή χρέους για την Ελλάδα (και την Πορτογαλία) όπως επίσης μια διεύρυνση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθεροποίησης, ώστε αυτός να προστατεύσει τη Γαλλία και την Ιταλία και να ανακεφαλαιοποιηθούν μέσω αυτού οι τράπεζές τους.

Θα πρέπει επίσης να υπάρξει μια μεσοπρόθεσμη ασφάλεια κρίσεων, για τις οποίες η Ευρώπη θα πρέπει να είναι καλύτερα εξοπλισμένη και αυτό καθιστά αναγκαία μια μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους, μέσω ευρωομολόγων ή ταμείων αποπληρωμής του χρέους, καθώς και έναν μηχανισμό σταθεροποίησης που θα ενεργοποιείται όταν εμφανίζονται προβλήματα σε κάποια χώρα. Ο ίδιος υποστηρίζει επίσης την αλλαγή της επικοινωνιακής στρατηγικής, θεωρώντας πως στόχοι της πολιτικής είναι η ανάπτυξη, η απασχόληση, η βιωσιμότητα και ένα θετικό όραμα αλλάζει όχι μόνον το κλίμα αλλά και τα προγράμματα προσαρμογής με τα οποία θα πρέπει να ενισχύονται παιδεία και καινοτομία και να περιορίζονται, αντ’ αυτού, γραφειοκρατία και στρατός.

Σύμφωνα με τον επικεφαλής του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, μπορεί στις προτάσεις Μπαρόζο και Ρομπάι για το επικείμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να περιλαμβάνονται κάποια από αυτά τα θέματα, ωστόσο λείπουν σημαντικά σημεία, όπως το ζήτημα της ευθύνης που φέρουν οι χώρες που έχουν πλεονάσματα και το ζήτημα των ανώτατων ορίων στις εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των χωρών-μελών. Σύμφωνα με την άποψή του, το 2012 η Ευρώπη σταθεροποιήθηκε, ωστόσο βρίσκεται σε ύφεση, δεν έχει μελλοντικό προσανατολισμό και από τη Σύνοδο Κορυφής είναι αναγκαίο να αποφασιστεί ένα σχέδιο για το μέλλον και όχι μια αναβολή της επίλυσης των προβλημάτων. Υπενθυμίζεται, πως στο «Ελληνικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης», που είχε παρουσιάσει τέλη του περασμένου Ιουνίου, ο Αυστριακός οικονομολόγος προβλέπει «δέκα πυλώνες» με «συγκεκριμένο και πραγματοποιήσιμο» περιεχόμενο για την ανασυγκρότηση της Ελλάδας, που είναι:

ενεργοποίηση των πόρων από τα κοινοτικά περιφερειακά προγράμματα, διοικητική συνδρομή για διόρθωση οργανωτικών λαθών, μείωση της ανεργίας των νέων, αύξηση της ελκυστικότητας άμεσων επενδύσεων στην Ελλάδα. Προβλέπει επίσης φιλελευθεροποίηση της νομοθεσίας για ανταγωνιστικότητα, εξέλιξη του «Οράματος 2025» για μελλοντικούς κλάδους της οικονομίας, εξάλειψη «λευκών κηλίδων» στη συζήτηση γύρω από την Ελλάδα, χαλάρωση του κοινοτικού δικαίου για τη φάση του πακέτου διάσωσης, διευθέτηση διεθνών διενέξεων, δημιουργία εθνικής σύμπνοιας.

Όπως είχε τότε δηλώσει, ο ίδιος δεν αποφεύγει θέματα «ταμπού» και ως παραδείγματα επισημαίνει ότι θα πρέπει να δοθούν συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με το μέγεθος, τα ειδικά δικαιώματα και τον ρόλο του ελληνικού στρατού, ενώ θα πρέπει να υπάρξει πάγωμα όλων των αγορών αμυντικού υλικού σε όλη τη φάση της δημοσιονομικής προσαρμογής, να αρθεί η φοροαπαλλαγή για εφοπλιστές και την εκκλησία, καθώς και η πληρωμή των μισθών των κληρικών από το κράτος.