Τα "ψιλά γράμματα" του φορολογικού νομοσχεδίου

Θα απαιτηθούν πολλές αναγνώσεις του νέου φορολογικού νόμου, προκειμένου να γίνει κατανοητός...

Θα απαιτηθούν πολλές αναγνώσεις του νέου φορολογικού νόμου, αλλά και η έκδοση δεκάδων υπουργικών αποφάσεων προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητός και κυρίως να υπάρξει αποσαφήνιση και ερμηνεία διατάξεων που είτε αμφισβητείται η δυνατότητα εφαρμογή τους, είτε αυτή θα επιφέρει τεράστια προβλήματα στους φορολογουμένους νομικά και φυσικά πρόσωπα.

Παράλληλα, η σχολαστική ανάγνωση του νέου φορολογικού νόμου, καταδεικνύει ότι πρόκειται για ένα πολύπλοκο και γραφειοκρατικό νομοθέτημα και φέρνει στο φως διατάξεις που κρύβουν παγίδες για τους φορολογούμενους και αποδεικνύουν περίτρανα την εισπρακτική λογική του.

Παραθέτουμε ορισμένες από αυτές τις διατάξεις:

-Στο άρθρο 45 παράγραφος 12, υπάρχει η πρόβλεψη ότι «το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να εξοφλεί παντός είδους υποχρεώσεις του, σε εθνικό ή αλλοδαπό νόμισμα, προς όλους τους φορείς του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα, με τη σύμφωνη γνώμη τους, με έκδοση κρατικών χρεογράφων εντόκων γραμματίων ή ομολόγων ή άλλων τίτλων δανεισμού, στο πλαίσιο του εκάστοτε εκτελούμενου κρατικού Προϋπολογισμού. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται το ύψος των εκδιδόμενων τίτλων, ο σκοπός, οι όροι, οι διαδικασίες και κάθε άλλη τεχνική λεπτομέρεια που αφορά την έκδοσή τους. Η παρούσα διάταξη ισχύει από 12 Δεκεμβρίου 2010».

Φυσικά και η διάταξη αυτή δημιουργεί φόβους και τεράστια ερωτηματικά για όλους όσους έχουν απαιτήσεις από το ελληνικό δημόσιο και όχι μόνο φορολογικές, γιατί ανοίγει το δρόμο για αποπληρωμή των χρεών του δημόσιου με «χαρτιά» αντί για μετρητά. Σε όποιον χρωστά λοιπόν το δημόσιο θα μπορεί να δίδει ομόλογα μακροχρόνιας λήξης, μεταθέτοντας έτσι το πρόβλημα στους φορείς ιδιωτικούς και δημόσιους στους οποίους χρωστά.

Συνδυαστικά –έστω και καχύποπτα- θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι με τον πλάγιο αυτό τρόπο ακυρώνεται στην πράξη και ο προβλεπόμενος από το νόμο συμψηφισμός των χρεών του δημοσίου προς τρίτους, καθώς το δημόσιο δύναται να χορηγεί ομόλογα σε όσους χρωστά, αλλά να μην τα δέχεται στην συνέχεια για συμψηφισμό των δικών του χρεών προς τους τρίτους πριν την λήξη τους.

-Το άρθρο 10 με το οποίο προβλέπεται η διάκριση των ληξιπρόθεσμων χρεών φυσικών και νομικών προσώπων προς το δημόσιο σε εισπράξιμα και ανεπίδεκτα είσπραξης. Παρά το γεγονός ότι επιχειρείται να προβλεφθούν όλες οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες προκειμένου να υπάρξει αντικειμενικότητα , στην πράξη αυτό δεν μπορεί να διασφαλιστεί πλήρως. Η αδυναμία αυτή εξ άλλου επί της ουσίας αναγνωρίζεται καθώς η τελευταία παράγραφος του άρθρου 10 προβλέπει ότι « Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Διοικητικής Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να προστίθενται περαιτέρω κριτήρια και προϋποθέσεις καταχώρισης στα βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και διαγραφής από τα βιβλία αυτά και επανεγγραφής τους στην κατηγορία των εισπράξιμων των παραπάνω οφειλών και να ρυθμίζεται ο ειδικότερος τρόπος, η διαδικασία και κάθε θέμα σχετικό με τη διαχείριση, την παρακολούθηση, τις συνέπειες και τα χρονικά όρια ισχύος των συνεπειών καταχώρισης στα ειδικά βιβλία ανεπίδεκτων είσπραξης, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα».

-Δυσνόητα και περίπλοκα , ακόμη και για τους πλέον έμπειρους φοροτεχνικούς, αλλά και επιβαρυντικά για τις επιχειρήσεις είναι τα άρθρα του νέου νόμου που αναφέρονται στις «Πληρωμές προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κρατών μη συνεργάσιμων στο φορολογικό τομέα ή κρατών με προνομιακό φορολογικό καθεστώς». Όπως αναφέρουν στο newscode.gr, έμπειροι και εγνωσμένης αξίας φοροτεχνικοί, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών , θα προκαλέσουν σοβαρές παρερμηνείες στις επιχειρήσεις, διότι δεν είναι δυνατόν, στις περισσότερες περιπτώσεις, να αξιολογηθεί η πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιχειρήσεων που εδρεύουν σε αυτά τα κράτη. H θεώρηση ενός κράτους μέλους στην ΕΕ ως έχοντος ευνοϊκό-προνομιακό φορολογικό καθεστώς, με συνέπεια την επιβολή περιορισμών στις συναλλαγές και πληρωμές εντός της ΕΕ, προς τα πρόσωπα που έχουν την εγκατάστασή τους σε αυτά, δημιουργεί ζητήματα συμβατότητας με το Κοινοτικό Δίκαιο, καθώς τα κράτη μέλη, όπως και η χώρα μας εν προκειμένω, δεν μπορούν να περιορίζουν το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης αγαθών και υπηρεσιών με αποκλειστικό κριτήριο το φόρο επί των κερδών ή των εισοδημάτων και δη το ύψος του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος και εάν αυτό είναι χαμηλότερο εν σχέσει με άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς πρέπει να εξεταστεί εκ νέου και από την αρχή η ανάγκη και η σκοπιμότητα εφαρμογής των περιορισμών για το ευνοϊκό/προνομιακό φορολογικό καθεστώς για τις επιχειρήσεις που έχουν την πραγματική τους έδρα σε κράτη-μέλη της ΕΕ. Τούτο δε γίνεται εμφατικότερο εάν λάβουμε υπόψη μας ότι η αλλαγή του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος στη φορολογική μας νομοθεσία πραγματοποιείται ανάλογα με τις δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας, που δεν προοιωνίζουν την επιδιωκόμενη από όλους σταθερότητα στο εγγύς μέλλον. Επομένως, δεδομένου ότι είναι πιθανή ακόμα και αύξησή του από διαχειριστικό σε διαχειριστικό έτος στο μέλλον, πιθανολογείται ότι μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα και να υπάρξουν σημαντικές δυσχέρειες στην έκπτωση ειλικρινών και πραγματικών δαπανών των ελληνικών επιχειρήσεων εντός της ΕΕ από την εφαρμογή του μέτρου.

-Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που θα συνεχίσουν να υφίστανται και μάλιστα εκτιμάται ότι θα ενταθούν με το νέο νόμο είναι αυτό των συνδιαλλαγών κάτω από το τραπέζι. Και αυτό γιατί με το νέο νόμο εισάγεται γενική αρχή σύμφωνα με την οποία τα φορολογικά ελεγκτικά όργανα δεν δεσμεύονται από τους δηλούμενους νομικούς χαρακτηρισμούς και υπαγωγή σε οποιαδήποτε φορολογία που κάνουν οι φορολογούμενοι, αλλά αναζητούν το πραγματικό περιεχόμενο, όταν οι πράξεις των φορολογουμένων έχουν εικονικό χαρακτήρα ή αποσκοπούν σε γραμματική ερμηνεία των διατάξεων. Δηλαδή εισάγεται η υποκειμενική κρίση του ελεγκτή με τους όποιους κινδύνους αυτό συνεπάγεται.

Και αυτά μόνο με την πρώτη ανάγνωση του νέου νόμου...

Πηγή: www.newscode.gr

Η ΓΝΩΜΗ ΣΟΥ ΜΕΤΡΑΕΙ