«Κονέ» με πολυεθνικές και αφήνουν να κλείσουν οι ελληνικές εταιρείες!

«Κονέ» με πολυεθνικές και αφήνουν να κλείσουν οι ελληνικές εταιρείες!

Μήπως, τελικά, επιδιώκουν την εξόντωση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, αφού οι οφειλές του Δημοσίου έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, για να την παραδώσουν (και αυτή) στους ξένους;

Η συνάντηση του πρωθυπουργού στο Μέγαρο Μαξίμου με τους επικεφαλής 16 πολυεθνικών που δραστηριοποιούνται παραδοσιακά στη χώρα μας, από μόνη της δεν είναι ένα αρνητικό γεγονός.

Ούτε μια χωρίς λογική πρωτοβουλία. Το αποτέλεσμα της συνάντησης από την άλλη ήταν προβλεπτό.

Οι επικεφαλής των πολυεθνικών ζήτησαν αυτό που όλοι οι επιχειρηματίες θα ζητούσαν από τον Έλληνα πρωθυπουργό. Χαμηλότερη και σταθερή φορολογία και αντιμετώπιση των αγκυλώσεων και των αντι-επενδυτικών δεδομένων που δημιουργεί η λειτουργία της γραφειοκρατίας και το πλαίσιο των νόμων, πάνω στους οποίους αυτή βασίζεται.

Από την άλλη πλευρά εντύπωση προκαλεί η αρνητική στάση που διατηρεί η κυβέρνηση, στην δραματική παρούσα φάση για την ελληνική οικονομία απέναντι στις ελληνικές επιχειρήσεις. Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται αυτές, είναι τόσο εχθρικός που ένας καλόπιστος παρατηρητής, ασχέτου εθνικότητας, θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι στόχος είναι αυτές να χρεοκοπήσουν και το πεδίο δραστηριότητας τους να αναλάβουν οι αντίστοιχες πολυεθνικές και ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές και γερμανικής καταγωγής εταιρείες.

Από πού προκύπτει κάτι τέτοιο; Πρώτον είναι εντυπωσιακό ότι η κυβέρνηση, ενώ ήδη μιλά για σταθεροποίηση και για ανάκαμψη , μέχρι στιγμής έχει αποφύγει κάθε επαφή με τις ελληνικές επιχειρήσεις. Δεύτερον θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη από τους αρμόδιους υπουργούς και τα επιτελεία τους, το γεγονός ότι ενώ οι πολυεθνικές δανειοδοτούνται και στηρίζονται από τις μητρικές τους και από τις ξένες τράπεζες σε ρευστότητα, οι ελληνικές δεν μπορούν να έχουν τέτοια προνόμια. Επίσης ενώ οι πολυεθνικές έχουν τη δυνατότητα μέσω των ενδοομιλικών συναλλαγών να διαφεύγουν του ασφυκτικού φορολογικού πλαισίου που έχει επιβληθεί από την Τρόικα και τα Μνημόνια οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν τέτοιο πλεονέκτημα ανταγωνισμού.

Με τον τρόπο αυτό αντίθετα δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για τις ελληνικές επιχειρήσεις που δεν μπορούν ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν τα διαδοχικά πακέτα έκτακτων μέτρων, την αστάθεια του οικονομικού περιβάλλοντος, την συνεχή αύξηση της φορολογίας, του κόστους της ενέργειας, την κάθετη πτώση της ζήτησης και προπάντων την αδυναμία των τραπεζών του ελληνικού δικτύου να δώσουν ρευστότητα στην αγορά.

Κοντά σε όλα αυτά, η κυβέρνηση δείχνει την διάθεση να εγκλιματίσει εκ προθέσεως απέναντι στην ελληνική επιχειρηματικότητα, γιατί παρά τη συμφωνία για επιπλέον δάνεια από την Ευρώπη ύψους 52,4 δις. ευρώ, αρνείται να θέσει στις προτεραιότητες της την εκταμίευση των χρεών του Δημοσίου από επιστροφή ΦΠΑ ή κρατικές προμήθειες των προηγούμενων ετών, προς τις ελληνικές επιχειρήσεις. Σε αντίθεση οι υποχρεώσεις θα πληρωθούν, κατά προτεραιότητα στις ξένες επιχειρήσεις.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα κύρια ζητήματα που έθεσε η Γερμανίδα Καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ, κατά την πρόσφατη επίσκεψη της στην Αθήνα, ήταν η άμεση πληρωμή των υποχρεώσεων του ελληνικού δημόσιου, από την δόση των 34,4 δις ευρώ, προς τις γερμανικές επιχειρήσεις, που φθάνουν τα 4 δις ευρώ.

Καμία αντιστοιχία δεν υπάρχει για τις ελληνικές επιχειρήσεις που την τελευταία διετία καλούνται να αναζητούν δάνεια από τις τράπεζες, για να καλύψουν τα κεφάλαια που κατακρατεί το Δημόσιο από αυτές, ενώ καμία σκέψη για συμψηφισμούς φόρων και χρεών του Δημοσίου δεν έχει υλοποιηθεί.

Το χειρότερο είναι ότι ακόμη και μετά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, σε πολύ λίγα ωφελήματα και περιθώρια μπορούν να προσβλέπουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, αφού οι ίδιες ανάγκες των τραπεζών, θα απορροφήσουν τα προβλεπόμενα κεφάλαια.

Τίθεται, λοιπόν, ένα κρίσιμο ερώτημα. Η ελληνική κυβέρνηση συνασπισμού εκτιμά ότι χωρίς ελληνικές επιχειρήσεις θα ανακάμψει η εθνική οικονομία; Και είναι δυνατό , χωρίς μάλιστα από κανένα Μνημόνιο να της επιβάλλεται, να προσφέρει στις ευρωπαϊκές πολυεθνικές την ελληνική επιχειρηματικότητα; Πώς μπορεί να λειτουργήσει η οικονομία και η αγορά, να υπάρξουν θέσεις εργασίας, αν συνεχισθούν οι κατά χιλιάδες πτωχεύσεις στις ελληνικές επιχειρήσεις, όλων των μεγεθών και των δραστηριοτήτων;

Άραγε αγνοούν οι οικονομικοί υπουργοί και τα επιτελεία τους ότι οι ξένοι για να κινηθούν, θέλουν να δουν πρώτα τους Έλληνες επιχειρηματίες με τις πρωτοβουλίες και τις κινήσεις τους να στέλνουν θετικό μήνυμα για ανάκαμψη; Και αν αγνοούν μια τόσο σημαντική παράμετρο γιατί αρνούνται να δουν αυτό που οι ίδιες οι Ενώσεις Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών της Ευρώπης τους λένε με απόλυτη σαφήνεια, σε κάθε ευκαιρία: «Αν δεν επενδύσουν οι Έλληνες, πώς θα επενδύσουμε και θα εμπιστευθούμε εμείς τη χώρα σας»;

Αλλά πώς θα επιβιώσουν και πολύ περισσότερο θα επενδύσουν οι Έλληνες επιχειρηματίες, αφού με δομημένα μέτρα και αποφάσεις συνολικής καταστροφής οδηγούνται στη χρεοκοπία, με κυβερνήσεις και γραφειοκρατία να στέκονται απολύτως εχθρικά απέναντι τους;