Τζανακόπουλος: Θέλουμε καθαρή λύση – Η δόση θα εκταμιευτεί κανονικά

Τζανακόπουλος: Θέλουμε καθαρή λύση – Η δόση θα εκταμιευτεί κανονικά

Τη βεβαιότητα ότι μέσα στις επόμενες ημέρες και συγκεκριμένα μέχρι τις 15 Ιουνίου, θα έχουν γεφυρωθεί οι διαφορές μεταξύ ΔΝΤ και γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, εξέφρασε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.

Ο κ. Τζανακόπουλος ήταν κατηγορηματικός στο ερώτημα εάν υπάρχει ζήτημα με την εκταμίευση της δόσης, ξεκαθαρίζοντας πως δεν συνδέεται με τη συμφωνία για το χρέος.

Ερωτηθείς εάν θα υπάρξει νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα στην περίπτωση που αποχωρήσει το ΔΝΤ, υπογράμμισε πως δεν υπάρχει κανένα σενάριο για νέο πρόγραμμα, μόνο τροποποιήσεις στο υπάρχον, σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους εταίρους.

Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος υπογράμμισε μάλιστα, πως η εκταμίευση της δόσης «κλείδωσε» στο χθεσινό Eurogroup, επανέλαβε πως η ελληνική πλευρά έχει υλοποιήσει όλα τα συμφωνηθέντα και τώρα είναι η σειρά των εταίρων να υλοποιήσουν τις δικές τους δεσμεύσεις. «Δεν υπάρχει σύνδεση της εκταμίευσης της δόσης με την κατάληξη των διαπραγματεύσεων για το ελληνικό χρέος» υπογράμμισε.

Ερωτηθείς για το που εδράζεται η αισιοδοξία της κυβέρνησης για την επιτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων, ο κ. Τζανακόπουλος απάντησε: «Δεν εκφράζεται μόνο από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά και το χθεσινό Eurogroup, το οποίο εκτίμησε ότι χρειάζεται λίγος χρόνος για να γεφυρωθούν οι διαφορές των δύο πλευρών».

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υπογράμμισε πως η θέση του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών, η οποία έχει εκφραστεί κατ’ επανάληψη, είναι ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

Ερωτηθείς για ποιο λόγο απερρίφθη η πρόταση που κατατέθηκε χθες για το χρέος, ο κ. Τζανακόπουλος είπε, πως τόσο η ελληνική πλευρά, όσο και ορισμένοι από τους εταίρους, έκριναν πως υπάρχουν ασάφειες και ότι το πρόβλημα μετατοπίζεται για το μέλλον, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική λύση.

Επίσης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος σημείωσε, πως η λύση που προτάθηκε δεν ήταν αντίστοιχη των θυσιών του ελληνικού λαού. «Με αυτή την έννοια ήταν ορθή η πολιτική επιλογή να δώσουμε μικρή αναβολή για να υπάρξει καθαρός διάδρομος για την έξοδο της Ελλάδος από την κρίση» τόνισε και υπογράμμισε πως αυτή ακριβώς ήταν η δήλωση του πρωθυπουργού μετά την ψήφιση των μέτρων, την Πέμπτη, στη Βουλή.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ρωτήθηκε για το που βρίσκονται οι διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών και είπε πως η διαφωνία ΔΝΤ-Γερμανίας είναι ο χρόνος διατήρησης των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,5% - υπενθυμίζεται πως η Γερμανία ζητούσε να διατηρηθούν για δέκα χρόνια- αλλά και οι ρυθμοί ανάπτυξης. Επίσης ο κ. Τζανακόπουλος σημείωσε πως το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών δεν θέλει να προχωρήσει σε βάθος -τουλάχιστον όχι στην παρούσα φάση- η οριστικοποίηση των μέτρων που θα καταστήσουν το χρέος βιώσιμο, κάτι που διακαώς θέλει το Ταμείο.

Ο κ. Τζανακόπουλος αναφορικά με τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων στο 3,5% για τουλάχιστον 4 χρόνια, όπως φαίνεται να έχουν καταλήξει με τους εταίρους, χαρακτήρισε δύσκολο τον στόχο, όμως είπε ότι είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού μετά την υποχώρηση της Γερμανίας. Πάντως υπενθύμισε, πως η διαπραγμάτευση συνεχίζεται εντός του βασικού στόχου, καθώς το σενάριο στο οποίο δούλευε η κυβέρνηση ήταν να δοθεί λύση στις 22 Μαίου ή το αργότερο στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου.

Ερωτηθείς για τις δηλώσεις Σόιμπλε για νέο πρόγραμμα στην περίπτωση αποχώρησης του ΔΝΤ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε: «Σε ό,τι αφορά στην δήλωση του κ. Σόιμπλε, δεν έχω τις ακριβείς διατυπώσεις, πάντως το βασικό σενάριο που δουλεύουμε όλοι είναι ο προσδιορισμός των μέτρων για να παραμείνει το ΔΝΤ» και πρόσθεσε ότι «δεν είναι αναγκαίο νέο πρόγραμμα, αλλά τροποποιήσεις σε αυτό που τρέχει και λήγει το 2018».

Ο κ. Τζανακόπουλος είπε πάντως πως για την ελληνική κυβέρνηση δεν υπάρχει ζήτημα για νέο πρόγραμμα και σημείωσε: «Αυτό που μπορώ να σας πω, εφόσον δεν υπάρχει συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, η ΕΚΤ και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί που θα είναι υπεύθυνοι για το ελληνικό πρόγραμμα, θα πρέπει να προχωρήσουν σύντομα στη βάση των δικών τους κανόνων σε όσα αναφέρει η συμφωνία».

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο να σπάσει η δόση με αιχμή τη συμμετοχή ή μη του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο κ. Τζανακόπουλος ξεκαθάρισε πως δεν υπάρχει «καμία συζήτηση, κανένα σενάριο για σπασμένη δόση και καμία αλλαγή σε όσα έχουν συμφωνηθεί με τους εταίρους μας».

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος είπε ότι «εφόσον δεν υπάρξει συμφωνία μεταξύ ΔΝΤ-Βερολίνου, τότε θα υπάρξει άμεση αποχώρηση του Ταμείου από το ελληνικό πρόγραμμα» και πρόσθεσε: «Έχουμε πει πάρα πολλές φορές, ότι το γερμανικό υπουργείο έρχεται πάντα με πολύ σκληρές θέσεις στη διαπραγμάτευση. Γνωρίζουμε τις διαφωνίες, την αντίθεση για το χρέος που μας ακολουθεί από αρχή της κρίσης, ωστόσο “οι συμβάσεις πρέπει να τηρούνται” και μια και αρέσει αυτό στον κ. Σόιμπλε, πρέπει αυτό να δεσμεύει και τον ίδιο» τόνισε ο κ. Τζανακόπουλος.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος άφησε αιχμές και για τη ΝΔ, υπογραμμίζοντας πως «όταν ο κ. Σόιμπλε μας λέει Forget it, εμείς δεν το ξεχνάμε και αυτή είναι η διαφορά μας με τη ΝΔ. Χθες προτάθηκε μια λύση που δεν μπορούσαμε να κάνουμε αποδεκτή, δεν επιλέξαμε να πάρουμε μια κακή συμφωνία και να τη χειριστούμε επικοινωνιακά (...) εάν είμαστε ικανοί στη διαπραγμάτευση και στη διακυβέρνηση...» είπε ο κ. Τζανακόπουλος απαντώντας στον εκπρόσωπο Τύπου της ΝΔ.

«Σήμερα ο κ. Κικίλιας εμφανίστηκε πιο Γερμανός από τους Γερμανούς. Δεν ξέρω εάν ο κ. Σόιμπλε βρήκε έναν απρόσμενο σύμμαχο» σχολίασε δηκτικά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Τέλος, για το εάν υπάρχουν προαπαιτούμενα που δεν έχουν ολοκληρωθεί, ο κ. Τζανακόπουλος είπε: «104 από τα 140 είχαν ολοκληρωθεί, αλλά 15 ολοκληρώθηκαν μέσα στη χθεσινή ημέρα. Υπάρχουν κάποια άλλα προαπαιτούμενα που χρειάζονται περισσότερο χρόνο να υλοποιηθούν, που όμως δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δόση και το πρόγραμμα. Χρειάζεται χρόνος μέχρι το τέλος του μήνα για να ολοκληρωθούν και αυτά».

Αναφερθείς στο ζήτημα της ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, είπε πως σε ό,τι αφορά την ΕΚΤ, στη βάση των κανόνων της για τα κράτη που εποπτεύει, εφόσον υπάρξει κατάληξη για το χρέος θα έχει η Τράπεζα τον χρόνο να αποφασίσει την ένταξη μας στο πρόγραμμα και αυτό θα εμπεδώσει το κλίμα εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία.