Φαρμακευτική δαπάνη: Αποσύνδεση τώρα από το ΑΕΠ, για την Υγεία των Ελλήνων

Φαρμακευτική δαπάνη: Αποσύνδεση τώρα από το ΑΕΠ, για την Υγεία των Ελλήνων

ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ Η ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΟΡΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΝ ΔΑΠΑΝΗΣ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Τα όριά της έχει εξαντλήσει προ πολλού η επιβαλλόμενη από τους δανειστές σύνδεση των δημόσιων δαπανών υγείας, κατά συνέπεια και της φαρμακευτικής δαπάνης, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.

Τα στοιχεία που παρουσίασε πρόσφατα ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος (ΣΦΕΕ) είναι αποκαλυπτικά της ανεπάρκειας της δημόσιας εξωνοσοκομειακής φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία και για το 2016 παραμένει «κολλημένη» στα επίπεδα του 2015, δηλαδή στο 1,945 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, το ποσό που θα πρέπει να επιστρέψουν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις για το 2015, μέσω του μηχανισμού του clawback, υπολογίζεται σε 349 εκατ. ευρώ. Και αν αυτή η αρνητική πλευρά, έχει να κάνει κυρίως με την αναπτυξιακή προοπτική του κλάδου του φαρμάκου, παράλληλα υποδηλώνει ότι το διαθέσιμο από τον κρατικό προϋπολογισμό ποσό, για την κάλυψη των αναγκών των πολιτών σε φάρμακο, δεν επαρκεί.

Αυτό σημαίνει ότι οι ανισότητες στην πρόσβαση των πολιτών στο φάρμακο συνεχίζουν να διευρύνονται, μαζί με τα φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού στην Υγεία: οι συμμετοχές των ασφαλισμένων παραμένουν σε δυσθεώρητα επίπεδα, ενώ οι ανασφάλιστοι, σύμφωνα με το σχέδιο της κυβέρνησης, θα καταβάλλουν και αυτοί τα ίδια ποσοστά συμμετοχής, χωρίς μάλιστα μέχρι στιγμής να έχει προβλεφθεί επιπλέον κονδύλι για τη φαρμακευτική τους κάλυψη.

Η ανάγκη αποσύνδεσης της φαρμακευτικής δαπάνης ως ποσοστό επί του ΑΕΠ τίθεται εκ των πραγμάτων στο τραπέζι, από την ίδια την πορεία της οικονομίας και με δεδομένο ότι η απρόσκοπτη πρόσβαση όλων των πολιτών στις αναγκαίες θεραπείες δεν μπορεί να περιμένει την ανάπτυξη. Η σωρευτική απώλεια της οικονομικής δραστηριότητας σε όρους πραγματικού ΑΕΠ, έφτασε το 25,7% την περίοδο 2010-2014, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2016. Η συνακόλουθη μείωση διαθέσιμων πόρων για το φάρμακο είναι ακόμα μεγαλύτερη, με τη φαρμακευτική δαπάνη να έχει επιστρέψει στα επίπεδα του 2004. Συγκεκριμένα, το 2015 η κατά κεφαλήν δημόσια φαρμακευτική δαπάνη στην Ελλάδα ήταν κατά 30% χαμηλότερη από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, σύμφωνα με στοιχεία της Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ).

Το τοπίο συνεχίζει να προδιαγράφεται δυσοίωνο, καθώς ο ρυθμός μεταβολής του πραγματικού ΑΕΠ εκτιμάται ότι, τουλάχιστον το α’ εξάμηνο του 2016, θα παραμείνει σε αρνητικό έδαφος λόγω της μεταφερόμενης αρνητικής επίδρασης (carry-over) από το 2015, όπως επισήμανε πρόσφατα ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.

Με βάση τα παραπάνω, πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν να εγκαθιδρυθούν νέες πολιτικές, ώστε η δημόσια κατά κεφαλήν φαρμακευτική δαπάνη να προσεγγίσει σε πρώτη φάση, με στόχο να σταθεροποιηθεί, το μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης. Δηλαδή, να αποσυνδεθεί η φαρμακευτική δαπάνη ως μέγεθος από το ΑΕΠ και να προσδιοριστεί ένα επίπεδο ασφαλείας για όλους τους πολίτες των χωρών της Ευρωζώνης, ώστε να σταματήσει η τιμωρητική πολιτική για τις χώρες του Νότου, οι οποίες πλήγηκαν βαριά από την οικονομική κρίση. Ζητούμενο είναι να διασφαλιστεί, με την αξιοποίηση βέλτιστων πρακτικών, η πρόσβαση του συνόλου των πολιτών, ασφαλισμένων και ανασφάλιστων, τόσο στα προληπτικά φαρμακευτικά μέσα, όπως είναι ο εμβολιασμός, όσο και στις θεραπείες σοβαρών χρόνιων παθήσεων.

Οι πρωτοβουλίες προς την υιοθέτηση μίας τέτοιας πολιτικής, αναμένεται να ενισχυθούν το επόμενο διάστημα. Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, για παράδειγμα, θα προβάλει με μεγαλύτερη ένταση το συγκεκριμένο αίτημα, στο πλαίσιο των επαφών που πραγματοποιεί με ευρωπαϊκούς Ιατρικούς Συλλόγους, εντάσσοντάς το στην ατζέντα για τη δημιουργία ευρωπαϊκής Κάρτας Υγείας.

Καθότι μία τέτοια προοπτική απαιτεί αποφάσεις σε επίπεδο υπουργών Υγείας της Ε.Ε., αποτελεί κρίσιμο ερώτημα για την πολιτική ηγεσία του ελληνικού υπουργείου Υγείας, αν θα συμβάλει ώστε να ενισχυθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο η αποσύνδεση των δαπανών υγείας και της φαρμακευτικής δαπάνης από το ΑΕΠ ή θα συνεχίσει να συναινεί σε μία αδιέξοδη πολιτική λογιστικής περικοπής δαπανών, η οποία στον τομέα της Υγείας έχει δραματικές συνέπειες.