Εργασιακές διακρίσεις υφίστανται οι καρκινοπαθείς μετά τη θεραπεία τους

Εργασιακές διακρίσεις υφίστανται οι καρκινοπαθείς μετά τη θεραπεία τους

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αδυνατεί να προστατέψει τους πολίτες που υφίστανται διακρίσεις λόγω ασθένειας, παραδέχτηκε η αρμόδια Επίτροπος κ. Thyssen, απαντώντας σε ερώτηση του ευρωβουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Κώστα Χρυσόγονου.

Ο κ. Χρυσόγονος στην ερώτησή του είχε τονίσει πως, παρότι οι εξελίξεις στον τομέα αντιμετώπισης του καρκίνου έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των ασθενών που ξεπερνούν το πρόβλημα υγείας, παρατηρούνται δυσκολίες στην εύρεση εργασίας ή παροχής χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα λόγω φόβων σχετικά με το προσδόκιμο ζωής των ασθενών ή την επανεμφάνιση της νόσου. Στην απάντησή της η Επίτροπος Thyssen αναγνώρισε τη σημαντική αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των καρκινοπαθών και αναφέρθηκε στην ανάγκη προστασίας τους καθώς και στην απαγόρευση εργασιακών διακρίσεων. Εντούτοις τόνισε πως η προστασία των πολιτών εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Αναλυτικά η ερώτηση του Κώστα Χρυσόγονου:

«Σύμφωνα με ιατρικές έρευνες των τελευταίων ετών, η αποτελεσματικότητα των προσπαθειών ενάντια στον καρκίνο αυξάνεται σημαντικά χάρη σε νέες τεχνολογίες και βελτιωμένες θεραπείες που εφαρμόζονται. Παρά τις θετικές αυτές εξελίξεις, χιλιάδες πολίτες, που έχουν έρθει αντιμέτωποι με την ασθένεια αυτή και κατάφεραν να αντεπεξέλθουν, στερούνται οικονομικών, εργασιακών και ευρύτερα κοινωνικών δυνατοτήτων μετά τη θεραπεία τους. Συγκεκριμένα παρατηρούνται δυσκολίες ως προς την εύρεση εργασίας, την ασφάλιση ή ακόμα και την παροχή χρηματοδότησης από τραπεζικά ιδρύματα .

Οι αιτίες εντοπίζονται κυρίως σε φόβους ή υποψίες που κυριαρχούν στην κοινωνία ως προς το προσδόκιμο ζωής των ασθενών, παρά τις αλματώδεις εξελίξεις στην αντιμετώπιση της ασθένειας και παρά τις εμφανώς βελτιούμενες επιδόσεις των ασθενών. Παράλληλα με τις πρακτικές δυσκολίες που καλούνται να διαχειριστούν, οι πολίτες έρχονται αντιμέτωποι με ζητήματα κατάθλιψης, αδυναμίας κάλυψης βασικών αναγκών ή άλλους κινδύνους λόγω των διακρίσεων που βιώνουν.

Ερωτάται η Επιτροπή:

– Είναι ενήμερη ως προς το φαινόμενο αυτό αλλά και τις δυσκολίες που καλούνται να αντιμετωπίσουν πολίτες που νόσησαν;

– Σε τι είδους ενέργειες σχεδιάζει να προβεί για να ευαισθητοποιήσει μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας μας, αλλά και των παραγωγικών φορέων, ώστε να βελτιώσει τις προοπτικές ίσης αντιμετώπισης των ασθενών;».

Η απάντηση της Επιτρόπου Thyssen αναφέρει:

«Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των ποσοστών επιβίωσης των καρκινοπαθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αύξηση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί από την πρόοδο για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου, την αποτελεσματικότητα των θεραπειών και τη γήρανση του πληθυσμού με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής. Η πενταετής παγκόσμια διάδοση όλων των καρκίνων αφορά περίπου 8,5 εκατομμύρια άτομα που έχουν θεραπευτεί ή εξακολουθούν να ζουν με την ασθένεια.

Η Επιτροπή είναι ενήμερη για την αύξηση του αριθμού των πρώην καρκινοπαθών και έχει δρομολογήσει μια κοινή δράση που θα περιλαμβάνει κατάλογο των συστάσεων της ΕΕ βάσει στοιχείων και εργαλείων στον τομέα της επιβίωσης και της αποκατάστασης με σκοπό τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου στον τομέα αυτό.

Η οδηγία 2000/78/ΕΚ απαγορεύει τις διακρίσεις για ορισμένους λόγους, οι οποίοι απαριθμούνται εξαντλητικά, συμπεριλαμβανομένης της αναπηρίας. Καλύπτει τον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας και αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των απολύσεων. Επίσης, υποχρεώνει τους εργοδότες να παρέχουν εύλογες προσαρμογές για τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες.

Ωστόσο, η εν λόγω οδηγία εφαρμόζεται μόνο στις ασθένειες που συνεπάγονται περιορισμό ο οποίος οφείλεται ειδικότερα σε μακροχρόνιες σωματικές, διανοητικές ή ψυχικές βλάβες, οι οποίες σε συνδυασμό με διάφορα εμπόδια μπορούν να δυσχεράνουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή του συγκεκριμένου ατόμου στον επαγγελματικό βίο σε ισότιμη βάση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους. Ασθένειες που δεν συνεπάγονται τέτοιο περιορισμό δεν καλύπτονται από την οδηγία. Εναπόκειται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων, να εξακριβώσουν αν υπάρχει διάκριση, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού εξετάσουν όλα τα σχετικά στοιχεία».