Ιλαρά: Έξι κρούσματα σε υγειονομικούς σε νοσοκομεία της Αττικής

Ιλαρά: Έξι κρούσματα σε υγειονομικούς σε νοσοκομεία της Αττικής

Σε άνοδο φαίνεται πως είναι η επιδημική έξαρση της ιλαράς στη χώρα μας, καθώς τα κρούσματα έχουν αυξητική τάση το τελευταίο διάστημα. Μάλιστα, η νόσος «χτύπησε» και μέσα σε νοσοκομεία της Αττικής, καθώς έξι υγειονομικοί «κόλλησαν» ερχόμενοι σε επαφή με τους ασθενείς.

Σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι είναι οι επαγγελματίες υγείας που έχουν νοσήσει από ιλαρά. 

Τα καταγεγραμμένα κρούσματα έχουν φτάσει τα 166 μέσα σε τέσσερις μήνες, ενώ τα τελευταία 60 έχουν καταγραφεί μόλις τις προηγούμενες 20 ημέρες. Η συχνότητα των κρουσμάτων είναι μεγαλύτερη στη Νότια Ελλάδα, αφορά κυρίως μικρά παιδιά από κοινότητες Ρομά, καθώς και άτομα 25-44 ετών από το γενικό πληθυσμό που είναι επίνοσα στην ιλαρά. Το επόμενο διάστημα αναμένεται η εργαστηριακή επιβεβαίωση και άλλων κρουσμάτων και δεν μπορεί να αποκλειστεί η αύξηση και η επέκτασή τους και σε άλλες γεωγραφικές περιοχές.

Οι ειδικοί επιστήμονες προειδοποιούν ότι η νόσος έχει μεγάλη μεταδοτικότητα και ότι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την πρόληψη είναι ο εμβολιασμός. Τα συμπτώματα είναι χαρακτηριστικά: πυρετός με εξάνθημα (δηλαδή, κοκκινίλες-σπυράκια), ενώ συνήθως προηγείται μια φάση με γενικά συμπτώματα (καταρροή κ.λπ.).

Χρειάζεται να είμαστε στη μέγιστη δυνατή εγρήγορση για την επιδημική έξαρση ιλαράς στη χώρα μας, είχε πει χαρακτηριστικά ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του υπουργείου Υγείας, Σταμάτης Βαρδαρός, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, την Τρίτη (21/09/2017).

Στην Ελλάδα το ποσοστό των κρουσμάτων σε σχέση με τον πληθυσμό είναι μικρότερο από τις άλλες χώρες της Ευρώπης, όπου η ιλαρά παρουσιάζει τάσεις επιδημίας.

Σημαντικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης του παιδικού πληθυσμού ξεπερνάει το 95% για την ιλαρά, ενώ η επιρροή των αντιεμβολιαστικών απόψεων είναι ακόμα μικρή στην κοινωνία, επισήμανε ο κ. Βαρδαρός.

Υπάρχουν, όμως, πληθυσμοί ευάλωτοι οι οποίοι για διάφορους λόγους δεν έχουν την ίδια υγειονομική φροντίδα και το ίδιο ποσοστό υγειονομικής κάλυψης, πρόσθεσε, και αυτό το κενό προσπαθεί το υπουργείο Υγείας και το ΚΕΕΛΠΝΟ να καλύψει αυτήν την περίοδο.

Περίπου το 75% των κρουσμάτων που έχουν εκδηλωθεί στη χώρα μας, αφορά πληθυσμούς Ρομά. Εκεί το ποσοστό κάλυψης του παιδικού πληθυσμού είναι σχεδόν στο μισό σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. «Γίνεται, λοιπόν, μια συστηματική προσπάθεια συντονισμένα, αυτή την περίοδο, κινητές μονάδες του ΚΕΕΛΠΝΟ σε συνεργασία με τις Υγειονομικές Περιφέρειες έχουν κάνει καθολικό εμβολιασμό σε όλους τους καταυλισμούς του Λεκανοπεδίου, έχουν διενεργηθεί 1.500 εμβόλια MMR από τα τέλη του Αυγούστου μέχρι τώρα, περίπου στη διάρκεια ενός μηνός, και υπάρχει σχέδιο αυτό να επεκταθεί σε όλους τους καταυλισμούς, σε όλη την Ελλάδα» δήλωσε ο κ. Βαρδαρός.

Ως προς τους προσφυγικούς πληθυσμούς, ο αναπληρωτής γενικός γραμματέας του υπουργείου Υγείας τόνισε ότι ο εμβολιασμός είναι καθολικός. «Θυμίζω ότι από τον Μάρτιο του 2016 πρώτα στην Ειδομένη που ήταν μεγάλος αριθμός παιδιών και στη συνέχεια σε όλους τους καταυλισμούς, με τη συνέργεια και του προσωπικού που έχει προσληφθεί από το πρόγραμμα FILOS έχουμε καταφέρει και έχουμε σχεδόν επίσης καθολική κάλυψη για το εμβόλιο της ιλαράς, ερυθράς-ιλαράς-παρωτίτιδας, που φτάνει το 90%» ανέφερε και πρόσθεσε:

«Έχουμε δώσει και στο Υπουργείο Παιδείας όλες τις πληροφορίες και όλες τις πιστοποιήσεις που επιτρέπει τα παιδιά των προσφύγων να φοιτήσουν κανονικά φέτος στα σχολεία, έχοντας την απαραίτητη πιστοποίηση ότι τηρούν τους όρους δημόσιας υγείας και δεν υπάρχει κανένα θέμα».

Πρόβλημα με την επάρκεια του συγκεκριμένου εμβολίου δεν υπάρχει, παρέχεται καθολικά και καλύπτεται από το εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμών. Η ηλικία έναρξης του εμβολιασμού είναι οι 12 μήνες –έχει κατέβει από τους 15 μήνες με υπόδειξη της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών-, και επανάληψη στο επόμενο τρίμηνο. Τα παιδιά, οι έφηβοι και ο ενήλικος πληθυσμός που έχει γεννηθεί μετά το 1970 και έχει κάνει μόνο τη μία δόση, θα πρέπει να κάνει και τη δεύτερη.

Μέχρι στιγμής, πάντως, η Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών δεν κρίνει ότι χρειάζονται συμπληρωματικά ή αυστηρότερα μέτρα, όπως για παράδειγμα η απειλή ενός προστίμου, μιας διοικητικής δίωξης ή μιας απαγόρευσης φοίτησης στο σχολείο των ανεμβολίαστων παιδιών.