_ΑΠΟΨΕΙΣ

Για ποια Ευρώπη μιλάμε; Για ένα «πουκάμισο αδειανό»;

Για ποια Ευρώπη μιλάμε; Για ένα «πουκάμισο αδειανό»;

Η Τουρκία απειλεί δύο κράτη μέλη της και η Ευρώπη ακόμη το… σκέφτεται αν θα επιβάλει κυρώσεις.

Στις αρχές Νοεμβρίου και πιο συγκεκριμένα την πρώτη του μήνα συμπληρώνονται 27 χρόνια από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) με τη σημερινή της μορφή, ως αποτέλεσμα της συνθήκης του Μάαστριχτ. Μία ένωση που οι πρωτεργάτες της οραματίζονταν να διέπεται από τις αρχές δικαίου και ισότητας. Μια ένωση που οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα αλληλεγγύης και ισότιμης συμπεριφοράς προς όλα τα κράτη-μέλη, ανεξαρτήτως της γεωγραφικής θέσης τους, πληθυσμού, ή συνεισφοράς τους στον ευρωπαϊκό κορβανά.

Η σταδιακή διεύρυνσή της, η οποία συμπεριέλαβε αρκετές πρώην δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και χώρες της Βαλκανικής, είχε ακριβώς αυτό το σκοπό και μάλιστα κάποιος μπορεί να πει ότι αυτό επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό μιας και σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αριθμεί συνολικά είκοσι επτά κράτη-μέλη, σχεδόν όλα τα κράτη της Ευρώπης.

Αυτά τα 27 χρόνια έχουν γίνει πολλά βήματα για τον αυτοσκοπό της Ένωσης, την πολιτική ενοποίηση, υπάρχουν όμως και αρκετά θέματα, όπως η κοινή δράση στην αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών, τα οποία είτε δεν έχουν προχωρήσει σε αρκετό βαθμό λόγω κωλυσιεργίας είτε λόγω απουσίας πολιτικής θέλησης.

Η εν εξελίξει κρίση μεταξύ της Χώρας μας και της Κύπρου με την Τουρκία ανέδειξε όλες αυτές τις αρρυθμίες που παρουσιάζει η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι οποίες αντί να επιλύονται θεσμικά οδηγώντας σε περαιτέρω πολιτική ένωση, επιτείνονται προκαλώντας διαφωνίες ακόμα και σε αυτόν το σκληρό πυρήνα της, δίνοντας επιπλέον επιχειρήματα στη φαρέτρα των ευρωσκεπτικιστών.

Μία από αυτές τις αρρυθμίες αποτελεί και η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, η οποία από το 1993, όταν και εγκαινιάστηκε ως όρος, έως και σήμερα πασχίζει να αποκτήσει νόημα. Μα με την τουρκική προκλητικότητα έναντι δύο χωρών-μελών της να βρίσκεται στο απόγειο, υπάρχει άραγε πιο ξεκάθαρο πεδίο εφαρμογής της;

Ίσως κάποιος θα μπορούσε να πει, επικαλούμενος μάλιστα αρκετούς Ευρωπαίους αξιωματούχους οι οποίοι κατά καιρούς έχουν χρησιμοποιήσει την ίδια ή παρεμφερή φράση, ότι οι Τούρκοι αποτελούν σημαντικό εταίρο ή ότι η γείτονα βρίσκεται σε ενταξιακές διαπραγματεύσεις. Να θυμίσουμε όμως ότι η Τουρκία τελεί υπό ένταξη από το 1999 και έως σήμερα στα περισσότερα από τα 33 κεφάλαια στα οποία αξιολογείται, και ειδικότερα σε αυτά που αναφέρονται σε πολιτικές ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, παραμένει μετεξεταστέα. Επομένως τέτοια και άλλη αντίστοιχη επιχειρηματολογία καταπίπτει ευθύς εξ αρχής.

Τα οικονομικά συμφέροντα ασφαλώς και παίζουν σημαντικό ρόλο ειδικά σε διμερές επίπεδο και είναι γνωστό τοις πάσι ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες διατηρούν άριστες διμερείς σχέσεις με την Τουρκία ιδίως στον τομέα του εμπορίου. Άλλο όμως τα συμφέροντα κι άλλο η ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Διότι όταν η Τουρκία μέσω του Προέδρου Ερντογάν απειλεί με κατάληψη ελληνικά νησιά, παραβιάζει τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και εκτελεί ανενόχλητη γεωτρήσεις εντός της κυπριακής ΑΟΖ, απειλεί και παραβιάζει και τα σύνορα της ΕΕ. Και μπορεί για κάποιους, ομολογουμένως πολύ λίγους, Ευρωπαίους αξιωματούχους να μη σημαίνουν και πολλά, πλήττει όμως ανεπανόρθωτα το κύρος της Ένωσης, και αυτό ενδιαφέρει όλους αυτούς που πασχίζουν να υλοποιήσουν την περαιτέρω ενίσχυση των δεσμών της μέσω μιας πολιτικής ένωσης.

Σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή κοινότητα προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της ύστερα από το αναπάντεχο όσο και θορυβώδες, λόγω πολιτικών προεκτάσεων, αντίκτυπο του BREXIT, μια διαφωνία ή μια διχογνωμία στην καλύτερη περίπτωση σε μία τόσο ξεκάθαρη πρόκληση, όπως αυτή που εδώ και κάποιους μήνες εκτυλίσσεται με ευθύνη της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, μόνο καλό δεν κάνει στην ενότητά της.

Και βεβαίως οι προκλήσεις δεν περιορίζονται μόνο στις δήθεν έρευνες που διεξάγει το ORUC REIS. Ο κατάλογος των τουρκικών προκλητικών ενεργειών είναι μεγάλος και μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερος αν δεν βρει απέναντί του την Ευρωπαϊκή αποφασιστικότητα και την αλληλεγγύη, όχι ως μια ακόμα ρηματική διακοίνωση, σε συνέχεια τόσων πολλών που έχουν γίνει το πρόσφατο διάστημα και οι οποίες φαίνεται να μη συνετίζουν τον “Σουλτάνο”, αλλά ως έμπρακτη απόρροια των δεσμών που οφείλουν να έχουν τα κράτη που ανήκουν στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπροστά σε έναν υπαρξιακό κίνδυνο για την ασφάλειά της και την ειρήνη στην ευρύτερη περιοχή.

Η 24η Σεπτεμβρίου πλησιάζει και καλό θα ήταν οι φωνές που εμφανίζονται υπέρμαχες του διαλόγου άνευ όρων υπό τις παρούσες συνθήκες και της εφαρμογής ήπιων εν είδει “χαδιού” ή και καθόλου κυρώσεων στη γείτονα, να το ξανασκεφτούν.

Η συνεχώς αποθρασυνόμενη τουρκική ηγεσία η οποία φθάνει στο σημείο να απειλεί τον ελληνικό λαό και να απαξιώνει τον Έλληνα αλλά και τον Γάλλο ηγέτη, να κατακρίνει ακόμα και την ίδια την ΕΕ και τους μηχανισμούς της από τη μία, αλλά από την άλλη να ζητάει χρηματοδότηση απειλώντας να ανοίξει την “κάνουλα” του προσφυγικού, πρέπει να καταλάβει μία και δια παντός ότι θίγοντας την ασφάλεια της Ελλάδας και της Κύπρου θίγεται και η ασφάλεια της ΕΕ. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη αρχή, είναι πέρα και πάνω από τα επιμέρους συμφέροντα του κάθε κράτους και η ενδεχόμενη απειλή της πρέπει να λάβει τη στιβαρή απάντηση που της αρμόζει.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Newsbomb.gr

Διαβάστε επίσης:

Oruc Reis: Έξαλλοι οι Τούρκοι με τον Ερντογάν - Άγριο κράξιμο για την «απόσυρσή» του