6 Απριλίου 1941: Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα
Πότε αποφάσισε ο Χίτλερ να εισβάλλει στη χώρα μας; - Η επιχείρηση «Μαρίτα»- Η γερμανική επίθεση στη Γιουγκοσλαβία και η εισβολή στην Ελλάδα
Γερμανοί στρατιώτες στη Βόρεια Ελλάδα
Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες 85 χρόνια από τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, η οποία οδήγησε στα σκληρά χρόνια της (τριπλής) Κατοχής. Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε στις 6 Απριλίου 1941 και ολοκληρώθηκε στα τέλη Μαΐου με την κατάληψη της Κρήτης. Ο βασικός λόγος που οδήγησε τον Χίτλερ να επιτεθεί στην Ελλάδα ήταν η οικτρή αποτυχία των Ιταλών, στον πόλεμο με τη χώρα μας.
Η αποτυχημένη γερμανική διπλωματική προσπάθεια - Το Σχέδιο «Μαρίτα»
Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Πιπινέλη, ήδη από το καλοκαίρι του 1940 οι Γερμανοί είχαν ξεκινήσει μεσολαβητικές προσπάθειες προς την ελληνική πλευρά, για να αποτραπεί η ιταλική επίθεση. Στο βιβλίο του «Γεώργιος Β'», σελ. 97-98, ο Πιπινέλης γράφει ότι ένα ανώτατο στέλεχος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος της Γερμανίας προσέγγισε τον σύμβουλο της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο Τζιρακόπουλο δηλώνοντας ότι το Βερολίνο ήταν έτοιμο να παρέμβει, για να αποτραπεί ιταλική επίθεση στην Ελλάδα και ίσως να ικανοποιήσει κάποιες ελληνικές διεκδικήσεις μετά το τέλος του πολέμου, αλλά για να συμβεί αυτό, θα έπρεπε να σταματήσει κάθε βρετανική επιρροή, στην Ελλάδα, η οποία γινόταν μέσω του Βασιλιά Γεώργιου Β'. Οι Γερμανοί ζητούσαν να παραιτηθεί αυτός υπέρ του διαδόχου. Ο Γεώργιος Β' αρνήθηκε κατηγορηματικά λέγοντας ότι δεν θ' αφήσει τους Γερμανούς να γίνουν κύριοι του τόπου του.

Γεώργιος Β'
Οι συνεχείς αποτυχίες των Ιταλών ανάγκασαν τον Χίτλερ να αναμειχθεί «στον βούρκο των Βαλκανίων». Αρχικά οι Γερμανοί επιχείρησαν να μεσολαβήσουν μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών τον Δεκέμβριο του 1940. Η ελληνική αντεπίθεση που ξεκίνησε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου 1940 είχε θεαματικά αποτελέσματα. Οι Ιταλοί εγκατέλειψαν τα ελληνικά εδάφη που είχαν καταλάβει προσωρινά και οπισθοχώρησαν στην Αλβανία. Σύντομα, οι ελληνικές δυνάμεις μπήκαν στη Βόρειο Ήπειρο και απελευθέρωσαν σημαντικό μέρος της. Οι Γερμανοί πρόσφεραν ουσιαστικά στην Ελλάδα τα εδάφη που είχε κατακτήσει και δήλωσαν ότι θα έστελναν δυνάμεις μεταξύ Ελλήνων και Ιταλών για να αποτρέψουν τυχόν συγκρούσεις. Ο Χίτλερ διαισθανόμενος ότι και αυτή η προσπάθεια θα αποτύχει έδωσε εντολή να εκπονηθεί ένα σχέδιο εισβολής στην Ελλάδα.

Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες στη Βοσνία
Το σχέδιο αυτό έλαβε την κωδική ονομασία «Marita»(από το όνομα της μικρής κόρης του Αντιστράτηγου Alfred Jodl αρχηγού του γραφείου επιχειρήσεων των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων) και αποφασίστηκε να εφαρμοστεί τον Μάρτιο του 1941. Όταν όμως ο Μουσολίνι πληροφορήθηκε τις γερμανικές προετοιμασίες εξοργίστηκε. Ζήτησε από τον Χίτλερ να μην κάνει καμία επιθετική ενέργεια στα Βαλκάνια, πριν τα ιταλικά στρατεύματα εξαπολύσουν την εαρινή τους αντεπίθεση, η οποία, κατά τον Μουσολίνι «θα τσάκιζε τα πλευρά των Ελλήνων». Βέβαια, όπως είναι γνωστό και η «εαρινή αντεπίθεση» των Ιταλών απέτυχε παταγωδώς. Για τον Χίτλερ δεν απέμενε άλλος δρόμος, παρά μόνο η εφαρμογή του σχεδίου «Μαρίτα».
Οι Γερμανοί στα Βαλκάνια
Οι προκαταρκτικές γερμανικές κινήσεις στα Βαλκάνια ωστόσο είχαν ξεκινήσει νωρίτερα. Τι θα εξυπηρετούσαν όμως οι επιχειρήσεις των Γερμανών στη Χερσόνησο του Αίμου; Σύμφωνα με τον αείμνηστο Ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, το Βερολίνο θα αποκόμιζε πολλαπλά οφέλη από μια επιτυχημένη εκστρατεία στη Βαλκανική.
Αρχικά, θα εξαλειφόταν ο κίνδυνος βομβαρδισμού των ρουμανικών πετρελαιοπηγών από τους Συμμάχους. Δεύτερο, θα αποτρεπόταν οριστικά το ενδεχόμενο πλαγιοκόπησης των γερμανικών στρατευμάτων που επρόκειτο να επιτεθούν στην ΕΣΣΔ, καθώς οι Βρετανοί δεν θα μπορούσαν να δημιουργήσουν βαλκανικό μέτωπο. Τέλος, οι Γερμανοί επιδίωκαν τη δημιουργία κατάλληλων βάσεων ανεφοδιασμού για να βοηθήσουν τους Ιταλούς, οι οποίοι πελαγοδρομούσαν στη Βόρεια Αφρική, ακόμα και με τα ολιγάριθμα βρετανικά στρατεύματα.

Γιουγκοσλάβοι αξιωματικοί και στρατιώτες αιχμάλωτοι των Γερμανών
Τα πρώτα τμήματα της 12ης γερμανικής Στρατιάς άρχισαν να μεταφέρονται στη Ρουμανία από τα τέλη του 1940. Από τις 28/2/1941 άρχισε η γεφύρωση του Δούναβη προκειμένου να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη και ασφαλής διάβαση των γερμανικών στρατευμάτων, για τη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ρουμανίας. Η Ρουμανία είχε προσχωρήσει στον άξονα Βερολίνου – Ρώμης από τον Νοέμβριο του 1940. Στις 8/2/1941 υπογράφτηκε τριμερές σύμφωνο μεταξύ των κυβερνήσεων Γερμανίας, Βουλγαρίας και Ρουμανίας, ενώ την 1η Μαρτίου 1941 η Βουλγαρία προσχώρησε στον Άξονα. Στις 2 Μαρτίου 1941 η 12η γερμανική Στρατιά, η οποία θα σήκωνε όλο το βάρος της επίθεσης μπήκε σε βουλγαρικό έδαφος και σε μία εβδομάδα έφτασε στα σύνορα με την Ελλάδα. Ήταν πλέον σαφές ότι οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να εισβάλλουν στη χώρα μας. Η ελληνική πλευρά όμως δεν πτοήθηκε. Η χώρα θα αντισταθεί και απέναντι στα στρατεύματα μιας δεύτερης αυτοκρατορίας, τόνισε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής που είχε διαδεχθεί τον Μεταξά.

Αλέξανδρος Κορυζής
Η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση μετά από διάφορες αμφιταλαντεύσεις και διαπραγματεύσεις υπέγραψε την προσχώρηση της γειτονικής χώρας στο Τριμερές Σύμφωνο του Άξονα, με αντάλλαγμα τη Θεσσαλονίκη στις 25 Μαρτίου 1941. Αυτό προκάλεσε την οργή των Σέρβων που ξεσηκώθηκαν έχοντας και την υποδαύλιση της Intelligence Service και βγήκαν στους δρόμους. Οι Κροάτες και οι Σλοβένοι ήταν πιο επιφυλακτικοί. Τελικά στις 27 Μαρτίου 1941 ξέσπασε στρατιωτικό κίνημα στο Βελιγράδι. Οι κινηματίες ανέτρεψαν την κυβέρνηση Cvetkovic και σχημάτισαν νέα, με επικεφαλής του πρώην αρχηγό της Αεροπορίας Dusan Simovic.
Ο Αντιβασιλέας Παύλος είχε την ίδια τύχη με την κυβέρνηση και κατέφυγε οικογενειακώς στην Ελλάδα. Ο πρίγκιπας Πέτρος κηρύχθηκε ενήλικος και τοποθετήθηκε στον θρόνο. Λονδίνο και Μόσχα έδωσαν συγχαρητήρια στη νέα κυβέρνηση. Η γερμανική πρεσβεία δέχτηκε επίθεση, το ίδιο και οι ανυποψίαστοι Γερμανοί διπλωμάτες. Το γερμανικό Γραφείο Τουρισμού καταστράφηκε ολοσχερώς.
Επί 48 ώρες γίνονταν απίστευτες βιαιοπραγίες σε βάρος Γερμανών, Γιουγκοσλάβων γερμανικής καταγωγής, αλλά και ορισμένων Ιταλών. Η Τουρκία τέλος, μέσω μυστικού διαλόγου με το Βερολίνο κατέληξε να υπογράψει το διμερές Σύμφωνο φιλίας με τη Γερμανία στις 8 Ιουνίου 1941. Με την τουρκοβουλγαρική δήλωση της 17ης Φεβρουαρίου 1941 για αποχή από κάθε επίθεση τέλος, η Σόφια διευκολύνθηκε να ενταχθεί στον Άξονα. Η Αλβανία είχε καταληφθεί με περίπατο από τους Ιταλούς τον Απρίλιο του 1939.
Οι ελληνοβρετανικές συζητήσεις για ενισχύσεις και γραμμή άμυνας
Η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Αλέξανδρο Κορυζή, μετά τον θάνατο του Μεταξά δεν άλλαξε την ελληνική στάση. Οι Βρετανοί πλέον έδειχναν διατεθειμένοι να προσφέρουν μεγαλύτερη στρατιωτική βοήθεια, τόσο σε έμψυχο δυναμικό (και με στρατεύματα άλλων χωρών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία), αλλά και πολεμικό υλικό (πυροβολικό, άρματα μάχης και αεροπορική δύναμη πέντε ή έξι Μοιρών).
Οι Βρετανοί πρότειναν την τμηματική διάθεση 100.000 ανδρών, αλλά ζήτησαν η νέα οργάνωση του Μακεδονικού Μετώπου να έχει ολοκληρωθεί πριν τη γεφύρωση του Δούναβη από τους Γερμανούς για να μην χαθεί πολύτιμος χρόνος. Από την άλλη πλευρά, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο θεωρούσε ότι δεν μπορεί να καθοριστεί η αμυντική γραμμή αν δεν γίνει γνωστή η στάση της Γιουγκοσλαβίας.

Αλέξανδρος Παπάγος
Όλα αυτά συζητήθηκαν εκτενώς σε σύσκεψη στις 22 Φεβρουαρίου 1941. Στις 4 Μαρτίου 1941 και υπό το φως των νέων εξελίξεων Έλληνες και Βρετανοί κατέληξαν σε μια συμβιβαστική, αλλά συμβατική λύση στην οργάνωση δύο αμυντικών μετώπων. Του ενός, κατά μήκος της Ανατολικής Μακεδονίας και του άλλου, κατά μήκος του Αλιάκμονα. Όμως, η συγκέντρωση στο Μακεδονικό Μέτωπο οχτώ Μεραρχιών (έξι ελληνικών και δύο βρετανικών) και μιας θωρακισμένης Ταξιαρχίας δεν προδιέγραφε αποτελεσματική αντιμετώπιση της γερμανικής επίθεσης. Έλληνες πολιτικοί και στρατιωτικοί είχαν πλέον εστιάσει στην προάσπιση της τιμής των ελληνικών όπλων.
Θα αναρωτηθούν πολλοί, δικαιολογημένα: η πολυδιαφημισμένη «Γραμμή Μεταξά» κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου δεν θα αποτελούσε εμπόδιο για τους Γερμανούς; Ο Παπάγος εκτιμούσε ότι για να καλυφθεί αποτελεσματικά χρειάζονταν τουλάχιστον δώδεκα μεραρχίες. Και πάλι όμως θα υπήρχαν αδύνατα σημεία στη Γραμμή, κυρίως στο αριστερό άκρο, το όρος Κερκίνη (Μπέλες). Εκεί εφάπτονταν τα σύνορα Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Αν οι Γερμανοί περνούσαν από το Μπέλες, σε λίγες ώρες θα έφταναν στη Θεσσαλονίκη αποκόπτοντας τις ελληνικές δυνάμεις στα ανατολικά, από αυτές που επιχειρούσαν στην Αλβανία.

Γερμανοί στρατιώτες μπροστά σε οχυρό της Γραμμής Μεταξά
Η Γερμανία κηρύσσει τον πόλεμο στην Ελλάδα (6 Απριλίου 1941) – Οι πρώτες στιγμές
Τα ξημερώματα της 6 Απριλίου 1941 χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή. Του ειπώθηκε ότι σε μισή ώρα θα τον επισκεφθεί ο Γερμανός πρέσβης πρίγκιπας Έρμπαχ – Σένμπεργκ. Η σκηνή θύμιζε πολύ την επίσκεψη του Ιταλού πρέσβη Γκράτσι στον Μεταξά, τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Ο Έρμπαχ – Σένμπεργκ που συνοδευόταν από τον ελληνομαθή διπλωμάτη φον Χόχενμπεργκ κάθισε απέναντι από τον Κορυζή και άρχισε να διαβάζει έναν μακρύ κατάλογο γερμανικών «παραπόνων» κατά της Ελλάδας. Κυριότερο όλων ήταν ότι η χώρα μας συντάχθηκε με τη Βρετανία, κάτι για το οποίο το Γ’ Ράιχ είχε επιδείξει «υπέρμετρη ανοχή και υπομονή». Ο Γερμανός πρέσβης ισχυρίστηκε ότι η Βρετανία θα χρησιμοποιούσε την Ελλάδα ως κύρια βάση επιχειρήσεων κατά του Άξονα και ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό…

Γερμανοί στρατιώτες στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα τον Απρίλιο του 1941
«Για τον λόγο αυτό (σύμφωνα με τη γερμανική κήρυξη πολέμου) η κυβέρνηση του Ράιχ έχει ήδη δώσει διαταγές στις δυνάμεις της να εκδιώξουν τις βρετανικές δυνάμεις από το ελληνικό έδαφος. Οποιαδήποτε αντίσταση συναντήσει ο γερμανικός στρατός θα συντριβεί ανελέητα». Και η γερμανική κήρυξη του πολέμου συνέχιζε με τον γνωστό υποκριτικό τρόπο: «… οι γερμανικές δυνάμεις δεν έρχονται ως εχθροί… Εκδιώκοντας τους Βρετανούς εισβολείς από την Ελλάδα, θα παράσχουν υπηρεσίες τόσο στο ελληνικό λαό όσο και στην ευρωπαϊκή κοινότητα». Η προαίσθηση του Μεταξά αποδείχτηκε καταστροφικά σωστή. Η παρουσία των Βρετανών, τους οποίους εκείνος δεν ήθελε ήταν ακριβώς η δικαιολογία που αναζητούσε ο Χίτλερ για να εισβάλει στην Ελλάδα…
Ο Κορυζής απάντησε: «Παρακαλώ διαβιβάσετε εις την Υμετέραν κυβέρνησιν ότι η Ελλάς υπεραμυνομένη του πατρίου εδάφους, θα αντιτάξει αντίστασιν δια των όπλων εις πάσαν απόπειραν των γερμανικών στρατευμάτων όπως εισβάλουν εις αυτό». Μετά την αποχώρηση του πρέσβη και του φον Χόχενμπεργκ, ο Κορυζής ενημέρωσε τον βασιλιά Γεώργιο Β’ ,τον Αρχιστράτηγο Παπάγο και τον Υπουργό Ασφαλείας Μανιαδάκη. Στις 07.00 π.μ. συνεδρίασε το υπουργικό συμβούλιο, υπό την προεδρία του Γεώργιου Β’. Ταυτόχρονα, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε το υπ. αριθμ. 162 Πολεμικό Ανακοινωθέν: «Πρωΐα 6ης Απριλίου 1941. Από της 05.15 ώρας της σήμερον, ο εν Βουλγαρία ευρισκόμενος γερμανικός στρατός προσέβαλεν απροκλήτως τα ημέτερα στρατεύματα της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Γερμανοί στρατιώτες στη Βόρεια Ελλάδα
Ακολούθησαν διάγγελμα του Γεώργιου Β’ που έκλεινε με τη φράση: «Εμπρός, τέκνα της Ελλάδος, εις τον υπέρ πάντων αγώνα» και η Ημερησία Διαταγή του Αρχιστράτηγου Παπάγου. Το ίδιο εκείνο πρωινό η Λουφτβάφε βομβάρδιζε το Βελιγράδι, προκαλώντας τον θάνατο 18.000 ανθρώπων. Ο Γεώργιος, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», όντας πολύ χλομός, ενημέρωσε τον πρίγκιπα Πέτρο ότι η Γερμανία κήρυξε πόλεμο εναντίον της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. «Ώστε αυτό ήταν; Και τώρα;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος.

Γερμανικό πυροβολικό σε δράση στην Ελλάδα
Οι Γερμανοί δεν είχαν καμία σχέση με τους ερασιτέχνες Ιταλούς. Μπορεί η Αθήνα να μην κινδύνευε με βομβαρδισμούς, λόγω των μνημείων της και του θαυμασμού που έτρεφαν γι’ αυτήν οι Γερμανοί, όμως ειδικές αεροπορικές Μοίρες ναρκοθέτησης έριχναν τα θανάσιμα φορτία τους στα λιμάνια της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου και της Πρέβεζας αχρηστεύοντάς τα σε ελάχιστα λεπτά. Επρόκειτο για επαγγελματικό είδος πολέμου, που οι Ιταλοί δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν…

Η διαδρομή των Γερμανών στην Ελλάδα