Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έπειτα από 483 χρόνια: Ο ρόλος των διαδόχου Κωνσταντίνου και Μεταξά
Η είσοδος του Ελληνικού Στρατού στα Ιωάννινα, στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη
Το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026 συμπληρώθηκαν 113 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, της πρωτεύουσας της Ηπείρου και μίας από τις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις. Τα Ιωάννινα είχαν ουσιαστικά παραδοθεί στον Σινάν πασά το 1430. Οι Οθωμανοί με την είσοδό τους στην πόλη δεσμεύτηκαν με έγγραφη συμφωνία να γίνουν σεβαστά πολλά προνόμια των κατοίκων. Η εξέγερση όμως του Διονυσίου του Φιλόσοφου το 1611 ήταν οδυνηρή για την Ήπειρο. Η κατάπνιξή της συνοδεύτηκε όχι μόνο από κατάργηση των προνομίων των Ιωαννίνων, αλλά και από μαζικούς εξισλαμισμούς. Χρειάστηκε να περάσουν 483 χρόνια για να ελευθερωθεί η πρωτεύουσα της Ηπείρου μετά από πολιορκία, σχεδόν τριών μηνών…
Σύντομο χρονικό των επιχειρήσεων στην Ήπειρο
Ο Ελληνικός Στρατός στην αρχή των επιχειρήσεων του Α’ Βαλκανικού Πολέμου είχε συγκροτηθεί σε δύο ομάδες. Η πρώτη, που ήταν και μεγαλύτερη, απαρτιζόταν από 3 ή 4 Μεραρχίες ενεργού Στρατού και ισάριθμες εφεδρικές, καθώς και μία Ταξιαρχία Πεζικού.

Έλληνες στρατιώτες κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους
Η δύναμη αυτή είχε συγκεντρωθεί στην ανατολική Θεσσαλία και τελούσε υπό τις διαταγές του διαδόχου Κωνσταντίνου. Επρόκειτο για τη «Στρατιά Μακεδονίας».
Η δεύτερη ομάδα, απαρτιζόταν από ένα Σύνταγμα Πεζικού, Τέσσερα Τάγματα Ευζώνων, ένα Τάγμα Εθνοφρουρών, δύο Μοίρες Πυροβολικού και μία Ίλη Ιππικού. Διοικητής της ήταν ο Υποστράτηγος Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης, «δάσκαλος» του διαδόχου στη Σχολή Ευελπίδων.
Ενώ η «Στρατιά Μακεδονίας» προέλαυνε και απελευθέρωνε τη μία πόλη μετά την άλλη, η «Στρατιά Ηπείρου» είχε βαλτώσει. Οι δυνάμεις της ήταν λιγοστές και είχε ως βασικό στόχο την απόκρουση πιθανών προσπαθειών των Οθωμανών να συνδράμουν τους ομοεθνείς τους στην Ήπειρο, μέσω άφιξης δυνάμεων από το Μέτσοβο.
Η Στρατιά Ηπείρου, ξεκίνησε από την Άρτα, η οποία ανήκε στην Ελλάδα από το 1881, στις 5/17 Οκτωβρίου 1912. Στα μέσα Οκτωβρίου 1912 ο Σαπουντζάκης έλαβε μια διαταγή από το υπουργείο Στρατιωτικών, με την οποία του ζητήθηκε να κινηθεί επιθετικά για την απελευθέρωση της Ηπείρου, της «ελληνικότατης ταύτης επαρχίας». Τις επόμενες εβδομάδες έγινε πόλεμος προφυλακών. Στα τέλη Νοεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις έφτασαν στο Χάνι Τερόβου, 25 χιλιόμετρα βόρεια της Φιλιππιάδας, και περίπου 30 χιλιόμετρα έξω από τα Ιωάννινα.
Από εκεί ο Σαπουντζάκης σχεδίασε δύο επιθέσεις: μία προς τους Άγιους Σαράντα και μία προς τα Γιάννενα οι οποίες απέτυχαν. Μετά από σκληρές μάχες, το μέτωπο σταθεροποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου. Ήταν ωστόσο φανερό, ότι η Στρατιά Ηπείρου είχε βαλτώσει. Άρχισαν να γίνονται συζητήσεις για το αν ο Σαπουντζάκης έχει την ικανότητα να οδηγήσει τις ελληνικές δυνάμεις στην κατάληψη των Ιωαννίνων και μάλιστα όχι μόνο σε στρατιωτικούς κύκλους αλλά και στην κοινή γνώμη.

Έλληνες στρατιώτες ψήνουν ψωμί στο μέτωπο της Ηπείρου, το 1912-13
Από τη βενιζελική πλευρά διατυπωθεί η άποψη ότι ο Κωνσταντίνος έχοντας πολύ περισσότερες δυνάμεις στη Μακεδονία είχε ευκολότερο έργο. Ο Σαπουντζάκης, με πολύ λιγότερες δυνάμεις είχε σαφώς δυσκολότερη αποστολή. Τα Γιάννενα, εκτός από τη φρουρά τους ενισχύθηκαν από οθωμανικές δυνάμεις που ήρθαν από το Μοναστήρι (σήμερα Μπίτολα). Τα οχυρά γύρω από την πόλη έμοιαζαν πραγματικά απόρθητα. Τέλος, οι πολύ κακές καιρικές συνθήκες καθιστούσαν ιδιαίτερα δύσκολο το έργο των Ελλήνων.
Αν σκεφτούμε ότι τα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη είχαν υπογράψει ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Τσατάλτζα, λίγο έξω από την Κωνσταντινούπολη, στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου, η ανάγκη κατάληψης των Ιωαννίνων, της τελευταίας μεγάλης πόλης που κατείχαν οι Τούρκοι ήταν κάτι παραπάνω από επιτακτική.
Η ανάληψη της ηγεσίας από τον Κωνσταντίνο
Αποφασίστηκε τελικά, την ηγεσία της Στρατιάς Ηπείρου να αναλάβει ο Κωνσταντίνος, με «κομψή» απομάκρυνση του Σαπουντζάκη, ο οποίος εθεωρείτο άνθρωπος του παλατιού και ήταν, όπως αναφέρθηκε, «δάσκαλος» του Κωνσταντίνου στη Σχολή Ευελπίδων. Οι δυνάμεις της Ηπείρου ήταν φανερό ότι χρειάζονταν ενίσχυση. Έτσι στις 14 και στις 29 Δεκεμβρίου (με το παλαιό ημερολόγιο) έφτασαν στην Ήπειρο, προερχόμενες από τη Μακεδονία η IV Μεραρχία και η V Μεραρχία αντίστοιχα. Στις 29 Δεκεμβρίου έφτασε στην Πρέβεζα, προερχόμενο από τη Χίο, το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας, υπό τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Δελαγραμμάτικα.
Μετά την άφιξη όλων αυτών των δυνάμεων αποφασίστηκε να αποστρατευθούν όλα τα εθελοντικά σώματα, εκτός από αυτό που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του όρους Ολύτσικα (Τόμαρος).
Στις 3/1/1913, ο Δούσμανης διέταξε τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος βρισκόταν στο Λονδίνο να έρθει τάχιστα στην Ήπειρο. Πραγματικά, ο Μεταξάς έφτασε σύντομα στην Πρέβεζα, χωρίς να πάει στην Αθήνα, όπου πριν λίγες ημέρες είχε γεννηθεί η δεύτερη κόρη του Ιωάννα – Νανά. Η πρώτη κόρη του, Λουκία – Άννα γεννήθηκε το 1911.
Από τις 7 ως τις 10 Δεκεμβρίου έγινε μια τελευταία προσπάθεια κατάληψης των Ιωαννίνων, για να «επανορθωθεί το τρωθέν γόητρο του Σαπουντζάκη προ της αφίξεως του Γενικού Στρατηγείου». Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν βαρύτατες απώλειες και η επίθεση απέτυχε.
Στις 11/01/1913 έφτασε στην περιοχή ο Κωνσταντίνος που ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς Ηπείρου, αφήνοντας τον Σαπουντζάκη να διοικήσει για λίγες ημέρες ακόμα τα στρατεύματα.

Ο Κωνσταντίνος με τους πρίγκιπες και αξιωματικούς στην Καννέτα Ιωαννίνων το 1913
Ο Σαπουντζάκης δικαιολόγησε την τελευταία αποτυχία του λέγοντας ότι δύο στρατιώτες του «αυτομόλησαν στον εχθρό». Πρόκειται για το περιστατικό με τους Γ. Γκογκάκη και Λ. Κατραπατζίδη, οι οποίοι παρέδωσαν ένα φορτηγό γεμάτο πυρομαχικά στους Τούρκους και τους αποκάλυψαν την ημερομηνία της επίθεσης. Αργότερα και οι δύο συνελήφθησαν. Ιδιαίτερα ο Γκογκάκης επέμενε ότι δεν του είχαν δοθεί σαφείς πληροφορίες για το μέχρι πού φτάνουν οι ελληνικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και πέρασε στο τουρκικό στρατόπεδο. Οι εξηγήσεις τους δεν έπεισαν και εκτελέστηκαν στις 4 Μαΐου 1913, στο εσωτερικό του φρουρίου των Ιωαννίνων.

Η εκτέλεση των δύο στρατιωτών που θεωρήθηκαν προδότες
Γενικότερα, εκείνες τις ημέρες, στις αρχές του 1913 είχε συγκεντρωθεί στη Φιλιππιάδα ένα μεγάλο πλήθος («συρφετός από κυρίους και κυρίες» γράφει ο Σπύρος Μελάς, «που δεν δίσταζαν να αποκαλύψουν καθετί που γνώριζαν ή είχαν ακούσει από τρίτους»). Οθωμανοί κατάσκοποι στην πόλη μετέφεραν τις πληροφορίες στον Εσάτ πασά των Ιωαννίνων. Με την άφιξη του Κωνσταντίνου, η κατάσταση βελτιώθηκε και οι διαρροές ελαχιστοποιήθηκαν.
Παράλληλα ο διάδοχος έλαβε κάποιες αποφάσεις κομβικής σημασίας. Ανέθεσε τη διοίκηση όλου του Πυροβολικού στον Συνταγματάρχη Παρασκευόπουλο, τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ακόμα και ο Θεόδωρος Πάγκαλος, γνωστός αντιβασιλικός, επικρότησε την απόφαση του Διαδόχου, χαρακτηρίζοντάς τη «σκόπιμη και αποτελεσματική». Παράλληλα, φρόντισε για την αποστολή πυρομαχικών και εφοδίων στο μέτωπο και τη διάνοιξη νέων οδών για το πεδινό πυροβολικό. Οι Πάγκαλος και Παρασκευόπουλος συμφωνούν ότι χάρη στον Κωνσταντίνο βελτιώθηκε σημαντικά ο εφοδιασμός του Στρατού, «η αθλιότης του οποίου είχε φτάσει εις σημείον επικίνδυνον», γράφει χαρακτηριστικά ο Πάγκαλος.
Ο Κωνσταντίνος έκανε τακτικές επισκέψεις στην πρώτη γραμμή για να δει από κοντά την κατάσταση των οπλιτών και να τους εμψυχώσει. Μάλιστα, συχνά δεν φορούσε τα διακριτικά της στολής του και δεν ξεχώριζε από τους υπόλοιπους αξιωματικούς, με αποτέλεσμα μια νύχτα παραλίγο να συλληφθεί από Έλληνες στρατιώτες! Το προσωπικό ενδιαφέρον που έδειξε για τη μεταφορά ενός τραυματισμένου οπλίτη στο Ορεινό Χειρουργείο εντυπωσίασε τους πάντες.

Βενιζέλος - Κωνσταντίνος
Ο Ιωάννης Μεταξάς στις 20 Ιανουαρίου 1913 βρισκόταν στη Φιλιππιάδα. Όσα γράφει ήταν προφητικά: «Τα Γιάννινα θα τα πάρουμε αλλά θέλομεν καιρόν. Πριν από ημάς εβιάσθηκαν πολύ και δεν εμελέτησαν διόλου την επιχείρησιν… Εγώ επήγα παντού δια να ιδώ ό,τι έπρεπε, με τα μάτια μου… Αλλά ένεκα της αταξίας που επεκράτει, χρειάζεται πλέον καιρός και, δυστυχώς, και αίμα…».
Το απόρθητο Μπιζάνι – Το τελικό σχέδιο για την κατάληψη των Ιωαννίνων
Η βασική οθωμανική αμυντική οχύρωση είχε εγκατασταθεί νότια των Ιωαννίνων και είχε ημικυκλική διάταξη με μέση απόσταση 10-12 χλμ. από το νότιο άκρο της λίμνης Παμβώτιδας – λοφοσειρά Καστρίτσας – Μπιζάνι – Μανωλιάσα – Άγιος Νικόλαος – Τσούκα. Η τοποθεσία είχε οχυρωθεί από τον Γερμανό Αντιστράτηγο βαρόνο von der Goltz το 1909. Αν και τα μόνιμα έργα είχαν ολοκληρωθεί, η κατασκευή των χαρακωμάτων Πεζικού και των επιφανειακών πυροβολείων συνεχιζόταν ακόμα και μετά την έναρξη του πολέμου. Στην κορυφή του Μπιζανίου είχαν δημιουργηθεί 4 πυροβολεία, στα 3 από τα οποία είχαν τοποθετηθεί 8 πυροβόλα των 150 χιλιοστών. Πίσω από αυτά βρίσκονταν άλλα 4 πυροβόλα των 7 χιλιοστών. Στο άλλο πυροβολείο, οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει ομοιώματα πυροβόλων (!), για τα οποία όμως ξοδεύτηκαν αμέτρητες ελληνικές οβίδες. Υπήρχαν επίσης και άλλα πυροβολεία στις θέσεις προκάλυψης, αλλά και στο Μικρό Μπιζάνι που βρισκόταν ανατολικά του κύριου οχυρού.
Στα μέσα Ιανουαρίου 1913, ο Κωνσταντίνος ζήτησε από τον Εσάτ πασά να παραδώσει τα Ιωάννινα για να αποφευχθεί περαιτέρω αιματοχυσία, δίνοντας εγγυήσεις για τη ζωή και την τιμή αξιωματικών και στρατιωτικών των Οθωμανών. Ο Εσάτ δεν δέχθηκε. Εκπονήθηκε το κατάλληλο σχέδιο από τον Μεταξά και πλέον έμενε να δώσει ο Διάδοχος το σύνθημα για την τελική επίθεση. Αν και το τελικό σχέδιο φέρεται ότι έγινε από τον Μεταξά, στην αρχική του μορφή είχε εκπονηθεί από τον Ίλαρχο Α. Γρίβα, υπασπιστή του Σαπουντζάκη και υποστηρίχθηκε με θέρμη από τον αξιωματικό του Επιτελείου της IV Μεραρχίας Καλογερά και τον επιτελάρχη του Κωνσταντίνου, Πάλλη. Μέχρι τότε οι επιθέσεις γίνονταν προς την αριστερή πλευρά των Οθωμανών. Το νέο σχέδιο, προέβλεπε ενέργεια προς τη δεξιά πλευρά του αντιπάλου (Μανωλιάσα, Άγιος Νικόλαος, Τσούκα, Δουρούτη, Σαβοδίτσα), που ήταν ασθενέστερη, με παράλληλη παραπλανητική κίνηση προς την αριστερή πλευρά, παραπλανητική επίθεση και από το Μέτσοβο και επιδεικτική απόβαση στους Άγιους Σαράντα, για να πιστέψουν οι Τούρκοι ότι ο Ελληνικός Στρατός θα επιτεθεί από βορρά. Ο Διάδοχος διέθεσε 23 από τα 39 Τάγματα που είχε, πραγματικά πολύ μεγάλο αριθμό, και 24 πυροβόλα.
Η επίσκεψη Βενιζέλου στο μέτωπο – Πώς σώθηκαν Βενιζέλος και Κωνσταντίνος από τα εχθρικά πυρά την τελευταία στιγμή
Στις αρχές Φεβρουαρίου 1913 έφτασε στην Ήπειρο και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος τόνισε στον Κωνσταντίνο ότι έπρεπε οπωσδήποτε να απελευθερωθούν τα Γιάννενα. «Ήτο πολεμοχαρής», κατά τον Δούσμανη και ζήτησε από τον Κωνσταντίνο να μεταβεί στο Μπιζάνι. Ο Διάδοχος δέχτηκε και τον συνόδευσε στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία, όπου βρισκόταν ο αρχηγός του Πυροβολικού Παρασκευόπουλος. Ο Βενιζέλος, που φορούσε «μέλανα επενδύτη» δεν έμεινε στη θέση που του υπέδειξε ο Παρασκευόπουλος, αλλά πήγε στην πλευρά του υψώματος που «έβλεπε» προς το Μπιζάνι. Βλέποντας οι Τούρκοι κινητικότητα στο ύψωμα άρχισαν να το βομβαρδίζουν!
Στην κυριολεξία, για πολύ λίγο, δεν χτυπήθηκαν ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος που τον συνόδευε. Μια οβίδα μεγάλου διαμετρήματος έπεσε σ’ ένα δέντρο πολύ κοντά τους. Ένας στρατιώτης σκοτώθηκε κι ένας άλλος τραυματίστηκε. Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος έδειξαν, κατά τον Παρασκευόπουλο, «ζηλευτή ψυχραιμία» και κρύφτηκαν πίσω από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Κάποιοι αξιωματικοί, όπως ο Δούσμανης, έπεσαν «με τη ρίνα επί του εδάφους». «Τους είδες όλους αυτούς;» είπε ο διάδοχος στον Παρασκευόπουλο.
Νικολάκη(ς) εφέντη(ς) – Βελισσαρίου – Ιατρίδης: οι αφανείς ήρωες της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων
Το σχέδιο είχε απόλυτη επιτυχία και στις 20 Φεβρουαρίου 1913 το Μπιζάνι είχε περικυκλωθεί από ελληνικά στρατεύματα. Όμως, πιθανότατα, η απελευθέρωση των Ιωαννίνων θα είχε καθυστερήσει κι άλλο, αν δεν υπήρχαν τρεις άνθρωποι που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πολιορκίας.
Ο πρώτος ήταν ο Νικολάκη(ς) εφέντη(ς), ελληνικής καταγωγής αξιωματικός του οθωμανικού στρατού, συνεργάτης του von der Goltz και, μετά την αποχώρηση του Γερμανού, υπεύθυνος για τα οχυρά του Μπιζανίου, ως Πολιτικός Μηχανικός. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Μιζαντζιόγλου ή Τσεπτσίδης. Αν και ήταν Χριστιανός απέφευγε τις πολλές συναναστροφές με τους Γιαννιώτες ομόθρησκούς του λόγω της θέσης του.

Η παράδοση των Ιωαννίνων στους Έλληνες
Σε σύσκεψη μεταξύ του Μητροπολίτη Ιωαννίνων Γερβάσιου και των Ελλήνων «πρακτόρων» Χαντέλη και Τσεκούρα αποφασίστηκε ο τελευταίος να προσεγγίσει τον Νικολάκη και να του ζητήσει να παραδώσει τα σχέδια του Μπιζανίου, ιδιαίτερα της «Σκύλλας», ενός από τα οχυρά που είχε «προκαλέσει» τον θάνατο εκατοντάδων Ελλήνων με τα πυρά που ρίχνονταν από εκεί. Αρχικά, ο Τσεκούρας δεν κατάφερε πολλά πράγματα. Όταν όμως ανέφερε στον Νικολάκη ότι θέλει να τον δει ο Γερβάσιος, αυτός λύγισε.
Ένα βράδυ, πήγε στο σπίτι του Γιάννη Λάππα, υποπρόξενου της Γαλλίας στα Ιωάννινα και ετοίμασε τα σχέδια του Μπιζανίου. Το πρωί πέρασε από το μαγαζί του Τσεκούρα, ένα ρολογάδικο και του έδωσε και προφορικά κάποια στοιχεία. Το σχέδιο, κρυμμένο στη στρωματιά από το σαμάρι ενός γαϊδάρου, «ταξίδευε» με άνθρωπο του Ηπειρώτικου Κομιτάτου για το ελληνικό στρατηγείο. Φαίνεται ότι όλα αυτά έγιναν αμέσως μετά την απόφαση για την τελική επίθεση στα Γιάννενα, γιατί ο Νικολάκη(ς) ήταν αυτός που είπε ότι μόνο αν κάνει η επίθεση στη δεξιά πτέρυγα του εχθρού θα έχει επιτυχία, ενώ στις 20 Φεβρουαρίου, η «Σκύλλα» είχε «εξουδετερωθεί».

Εμίν Αγά 1912-13: Αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού, νοσοκόμες και Ερυθροσταυρίτισσες
Ο Νικολάκη(ς) χάρηκε ιδιαίτερα που βοήθησε καθοριστικά στην κατάληψη των Ιωαννίνων. Με το πρόσχημα ότι ήταν αιχμάλωτος, μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων οδηγήθηκε στον διάδοχο που αφού τον ευχαρίστησε, του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει. «Τίποτα» απάντησε ο Νικολάκη(ς). «Μόνο να μείνει μυστική η πράξη του» ήθελε και με την ανταλλαγή των αιχμαλώτων, να οδηγηθεί στη Σμύρνη, όπου βρίσκονταν οι γονείς και τ’ αδέλφια του. Έτσι κι έγινε. Δυστυχώς, κάποιος ανόητος Έλληνας δημοσιογράφος έγραψε για την τεράστια προσφορά του Νικολάκη. Οι Τούρκοι το έμαθαν και όταν αυτός έφτασε στη Σμύρνη βασανίστηκε και θανατώθηκε. Την ίδια φρικτή μοίρα είχε και η οικογένειά του.
Δυο άλλοι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης των Ιωαννίνων ήταν οι αξιωματικοί Βελισσαρίου και Ιατρίδης. Ο Βελισσαρίου πολέμησε με τη Στρατιά Μακεδονίας και διακρίθηκε σε πολλές μάχες. Στην Ήπειρο εντάχθηκε στο 1ο Σύνταγμα Ευζώνων. Η μονάδα του (8ο και 9ο ΤΠ), μαζί με το 1/17 ΤΠ αποτελούσε την εμπροσθοφυλακή της δεύτερης φάλαγγας, η οποία κινήθηκε για την εκπόρθηση του Μπιζανίου.

Εμ[προσθοφυλακή έξω από το Μπιζάνι
Η επιχείρηση ήταν πολύ δύσκολη, καθώς οι συνεχείς βροχοπτώσεις είχαν μετατρέψει το έδαφος σε βούρκο, γεγονός το οποίο υποχρέωνε τους επιτιθέμενους να έχουν τα πόδια τους μέσα στην λάσπη μέχρι το γόνατο! Αλλά ο Βελισσαρίου με τους άνδρες του κατόρθωσε να διεισδύσει ανάμεσα σε τρία τουρκικά οχυρά που ακόμη δεν είχαν παραδοθεί (Καστρίτσας, Μπιζανίου και Χιντζηρέλου) και να καταλάβει το χωριό Άγιος Ιωάννης. Πολύτιμος αρωγός στην προσπάθειά του αυτή ήταν το τάγμα του Γεώργιου Ιατρίδη. Τα ελληνικά τμήματα συνέλαβαν πολλούς αιχμαλώτους και κυρίευσαν μεγάλες ποσότητες υλικού. Τα δύο τάγματα εγκατέστησαν άμεσα προφυλακές και έκοψαν τα τηλεφωνικά και τηλεγραφικά καλώδια, διακόπτοντας την επικοινωνία των Ιωαννίνων με το Μπιζάνι.

Έλληνες στρατιώτες στο Μπιζάνι, μπροστά στον τάφο ανώνυμου συμπολεμιστή τους
Την υπόλοιπη νύχτα, οι άνδρες των δύο ταγμάτων αιχμαλώτισαν 37 αξιωματικούς και 935 οπλίτες του τουρκικού στρατού που υποχωρούσαν και διέρχονταν από την περιοχή, χωρίς να γνωρίζουν την διείσδυση των ευζώνων του Βελισσαρίου και του Ιατρίδη, ενώ ταυτόχρονα προώθησαν τις θέσεις τους προς την πόλη των Ιωαννίνων.
Στις 11:00 μ.μ. έκαναν την εμφάνισή τους στο ελληνικό Στρατηγείο ο Γερβάσιος, ο Τούρκος Υπολοχαγός Ρεούφ και ο Ανθυπολοχαγός Ταλαάτ, οι οποίοι έφεραν επιστολή των ξένων προξένων και του Εσάτ Πασά με τις προτάσεις για παράδοση των Ιωαννίνων. Η παράτολμη ενέργεια των Βελισσαρίου και Ιατρίδη, έκανε τους Τούρκους να πιστέψουν πως έξω από τα Ιωάννινα είχε συγκεντρωθεί μεγάλη ελληνική δύναμη και ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας πλέον είχαν. Έκτοτε, ο Βελισσαρίου έλαβε το προσωνύμιο «Μαύρος καβαλάρης».

Ιωάννης Βελισσαρίου
Ιστορικά έχουν μείνει τα λόγια του Κωνσταντίνου προς τον Βελισσαρίου, όταν ο δεύτερος έσπευσε να μεταφέρει στον Διάδοχο μέσα στη νύχτα τα ευχάριστα νέα: «Θέλεις φίλημα, αλλά θέλεις και δέσιμο» ή σύμφωνα με άλλες πηγές «Ή θα σε ραπίσω ή θα σε φιλήσω». Ο Βελισσαρίου πήγε μετά, ξανά στη Μακεδονία. Σκοτώθηκε στη μάχη της Κρέσνας, την 1η Ιουλίου 1913, πολεμώντας τους Βουλγάρους, με πέτρες και βράχους και το περίστροφό του, αφού τα πυρομαχικά της μονάδας του είχαν εξαντληθεί. Συγκλονισμένος ο Κωνσταντίνος όταν το έμαθε είπε: «Ήταν επόμενο, τέτοιοι ήρωες δεν ζουν πολύ».
Τα Ιωάννινα απελευθερώνονται μετά από 483 χρόνια!
Στις 21 Φεβρουαρίου από τους (τότε) λοχαγούς Ιωάννη Μεταξά και Ξενοφώντα Στρατηγό και τον Βεχήπ μπέη, αδελφό του Εσάτ υπογράφτηκε το πρωτόκολλο παράδοσης των Ιωαννίνων. Τις πρώτες πρωινές ώρες, ο Κωνσταντίνος τηλεγράφησε στον βασιλιά Γεώργιο και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο. Λίγες ώρες αργότερα, ο Ελληνικός Στρατός έμπαινε πανηγυρικά στην πρωτεύουσα της Ηπείρου. Στις 22 Φεβρουαρίου, ο Κωνσταντίνος και η συνοδεία του, μεταξύ των οποίων οι πρίγκιπες Ανδρέας, Χριστόφορος, Αλέξανδρος και Γεώργιος και οι πριγκίπισσες Ελένη και Αλίκη, εισήλθαν κάτω από έντονες επευφημίες στα Γιάννενα.

Ένα μάλλον, άγνωστο γεγονός, παραλίγο να προκαλέσει μια απίστευτη τραγωδία. Ένας Αλβανός είχε ζωστεί με εκρηκτικές ύλες και περίμενε να περάσει ο Κωνσταντίνος για να τις πυροδοτήσει. Ωστόσο, οι εύζωνοι πρόλαβαν και τον σκότωσαν. Μάλιστα, ελάχιστοι αντιλήφθηκαν το περιστατικό αυτό, το οποίο είναι άγνωστο αν αποτελούσε προσωπική πρωτοβουλία του Αλβανού ή ήταν μέρος ευρύτερου σχεδίου.
Έπειτα από λίγες ημέρες, ο επικεφαλής των οχυρών του Μπιζανίου Φουάτ μπέης, τα παρέδωσε στον Ελληνικό Στρατό. Έτσι ολοκληρώθηκε η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, μετά από 483 χρόνια οθωμανικής κατοχής.

Τα οχυρά του Μπιζανίου σήμερα
Στα Ιωάννινα επικρατούσε ντελίριο ενθουσιασμού μεταξύ των κατοίκων, κυρίως βέβαια των Χριστιανών και δευτερευόντως των Εβραίων, ακόμα όμως και αρκετών Μουσουλμάνων! Οι δρόμοι της πόλης κατακλύστηκαν από πλήθος κόσμου. Τα σπίτια στολίστηκαν με γαλανόλευκες σημαίες, κρυμμένες στα μπαούλα ως τότε. Παράλληλα, εικόνες του βασιλιά Γεώργιου και του Ελευθέριου Βενιζέλου έκαναν την εμφάνισή τους, ενώ οι ιαχές «Ζήτω η Ελλάς», «Ζήτω ο Ελληνικός Στρατός», «Ζήτω ο διάδοχος Κωνσταντίνος», αναμειγνύονταν με το «Χριστός Ανέστη» που δονούσε την ατμόσφαιρα!

Τούρκοι αιχμάλωτοι μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων
Κλείνοντας, να αναφέρουμε τη συνεισφορά της νεοσύστατης Ελληνικής Αεροπορίας στην πολιορκία των Ιωαννίνων. Στις 5/12/1912, ο Υπολοχαγός Μιχαήλ Μουτούσης πέταξε πάνω από τα οχυρά του Μπιζανίου ρίχνοντας αυτοσχέδιες βόμβες στους έντρομους Τούρκους.
Τέλος, δεν ευσταθεί η θεωρία ότι ο Ζίγκμουντ Μινέικο, πεθερός του Γεωργίου Παπανδρέου έδωσε τα σχέδια των οχυρών του Μπιναζίου, όπως έχει γραφτεί κατά κόρον. Καθώς όμως ήταν Πολιτικός Μηχανικός, πιθανότατα συμμετείχε σε συσκέψεις στο Γενικό Αρχηγείο μετά την παράδοση των σχεδίων από τον Νικολάκη Εφέντη. Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι το 1913 ο Βενιζέλος τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος για τη συνεισφορά του στους Βαλκανικούς Πολέμους.