Εκτός ελέγχου η σεξουαλική βία σε Ελλάδα και Ευρώπη: Αύξηση 145%, ο ρόλος της μετανάστευσης
Τα στοιχεία είναι σοκαριστικά. Κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει στις κοινωνίες μας, κάτι εκρηκτικό, άκρως εγκληματικό και μάλλον εν πολλοίς, «αχαρτογράφητο», δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία σοβαρή προσπάθεια για να εξαλειφθεί το νοσηρό αυτό φαινόμενο και η έξαρσή του. Ο λόγος, για τη σεξουαλική βία και τους βιασμούς. Τι κρύβεται πίσω από αυτή την έκρηξη και ποιος ο ρόλος της μεταναστευτικής κρίσης;
Η Ελλάδα συγκεκριμένα κατέγραψε άνοδο 145% στα περιστατικά σεξουαλικής βίας από το 2010 έως το 2024, με τους βιασμούς να αυξάνονται κατά 64%. Στην Ευρώπη, 1 στις 3 γυναίκες έχει πέσει θύμα βίας, ενώ τα σεξουαλικά εγκλήματα εκτοξεύτηκαν κατά 94% σε μία δεκαετία.
Οι βιασμοί ακολούθησαν παρόμοια τροχιά: από 215 περιστατικά το 2010, ο αριθμός αυξήθηκε σε 352 το 2024, σημειώνοντας άνοδο 64%. Μόνο το 2022, οι καταγγελίες βιασμού από γυναίκες τριπλασιάστηκαν σε σχέση με το 2021 — από 141 σε 542 — ποσοστό αύξησης 284,4% που προκάλεσε σοκ στις αρχές και τους ειδικούς.
Παράλληλα, η ενδοοικογενειακή βία παρουσίασε εκρηκτική αύξηση κατά 88% το 2024, ενώ οι καταγγελίες για βία και παρενόχληση στην εργασία αυξήθηκαν κατά 39%. Ειδικά για τη σεξουαλική παρενόχληση στον εργασιακό χώρο, οι υποθέσεις υπερτριπλασιάστηκαν — από 12 το 2023 σε 38 το 2024.
Η ευρωπαϊκή «επιδημία»
Το φαινόμενο ξεπερνά κατά πολύ τα ελληνικά σύνορα. Το 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραψε συνολικά 256.302 περιστατικά σεξουαλικής βίας, εκ των οποίων 98.190 — το 38% — αφορούσαν βιασμούς. Σε σχέση με το 2023, τα σεξουαλικά εγκλήματα αυξήθηκαν κατά 5%, ενώ οι βιασμοί σημείωσαν άνοδο 7%.
Η μακροπρόθεσμη εικόνα είναι ακόμη πιο ανατριχιαστική. Μεταξύ 2014 και 2024, τα σεξουαλικά εγκλήματα στην ΕΕ εκτοξεύθηκαν κατά 94%, ενώ οι βιασμοί αυξήθηκαν κατά 150%. Αυτό αντιστοιχεί σε μέση ετήσια αύξηση σχεδόν 10% για τα σεξουαλικά εγκλήματα και 7% για τους βιασμούς — ποσοστά που υποδηλώνουν δομικό πρόβλημα, όχι στατιστική διακύμανση.
Σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη μεταξύ 2020 και 2024 από την Eurostat, τον Οργανισμό Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων, 1 στις 3 γυναίκες στην Ευρώπη έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία στο σπίτι, στην εργασία ή δημοσίως. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μόνο 1 στις 4 γυναίκες καταγγέλλει τα περιστατικά αυτά στις αρχές.
Επιπλέον, 1 στις 6 γυναίκες έχει υποστεί σεξουαλική βία κάποια στιγμή στη ζωή της, ενώ το 42% των νεαρών γυναικών ηλικίας 18-29 ετών έχει βιώσει σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία.
Χάρτης του τρόμου: Ποιες χώρες πρωτοπορούν στη βία
Στην κορυφή των ευρωπαϊκών στατιστικών βρίσκεται η Γαλλία, με 96.654 περιστατικά σεξουαλικής βίας το 2024 και 45.288 βιασμούς. Ακολουθούν η Γερμανία (54.361 σεξουαλικά εγκλήματα, 14.266 βιασμοί) και η Σουηδία (21.207 σεξουαλικά εγκλήματα, 9.309 βιασμοί).
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία δείχνουν ότι το 25% των Ελληνίδων έχει υποστεί σωματική ή σεξουαλική βία — ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ που είναι 20%. Επιπλέον, το 21,7% των γυναικών στην Ελλάδα έχει βιώσει βία από στενό σύντροφο. Στο κάτω μέρος της λίστας βρίσκονται το Λίχτενσταϊν, η Κύπρος και το Μαυροβούνιο.
Το «σκοτεινό νούμερο»: Η πλειοψηφία των θυμάτων σιωπά
Το μεγαλύτερο πρόβλημα πάντως παραμένει το «σκοτεινό νούμερο» — τα εγκλήματα που δεν καταγγέλλονται ποτέ. Στην Ελλάδα, μόνο 1 στους 24 βιασμούς φτάνει σε καταγγελία, γεγονός που σημαίνει ότι το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από αυτό που δείχνουν οι επίσημες στατιστικές.
Η Ελλάδα παραμένει δηλαδή από τις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά καταγγελιών έμφυλης βίας στην Ευρώπη. Το στίγμα, ο φόβος αντιποίνων, η έλλειψη εμπιστοσύνης στο σύστημα δικαιοσύνης και οι κοινωνικές πιέσεις συνεχίζουν να αποτρέπουν χιλιάδες θύματα από το να μιλήσουν.

Ο ρόλος του μεταναστευτικού και των ισλαμιστών
Πάντως, η ραγδαία άνοδος των σεξουαλικών εγκλημάτων στην Ευρώπη και την Ελλάδα δεν μπορεί να αποδοθεί σε μία και μοναδική αιτία. Αντίθετα, οι ειδικοί επισημαίνουν έναν συνδυασμό παραγόντων που συμβάλλουν στο φαινόμενο. Μεταξύ αυτών, ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους — αλλά και πιο τεκμηριωμένους — παράγοντες είναι η μαζική εισροή μεταναστών με ισλαμικό πολιτισμικό υπόβαθρο στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
Οι αριθμοί και τα δεδομένα είναι χαρακτηριστικά. Στη Γερμανία, όπου τα σεξουαλικά εγκλήματα αυξήθηκαν κατά 8,5% το 2025 και οι βιασμοί κατά 9% — με συνολική άνοδο 72% από το 2018 — η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία κατά του Εγκλήματος (BKA) αναφέρει ότι οι μετανάστες υπερεκπροσωπούνται στις στατιστικές εγκληματικότητας, αποτελώντας το 43% των υπόπτων, ενώ είναι διπλάσιοι σε σχέση με τους Γερμανούς σε όλες τις ηλικιακές ομάδες.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου Μετανάστευσης έδειξαν ότι οι αλλοδαποί είχαν 3,5 φορές περισσότερες πιθανότητες να συλληφθούν για σεξουαλικά αδικήματα σε σύγκριση με τους Βρετανούς — σχεδόν 165 συλλήψεις ανά 100.000 μεταναστών έναντι 48 ανά 100.000 Βρετανών.
Στη Σουηδία, που κατέχει μία από τις υψηλότερες θέσεις στις ευρωπαϊκές στατιστικές σεξουαλικής βίας (53% των γυναικών έχουν υποστεί βία), το 2014 η σουηδική αστυνομία κατέγραφε 64,9 βιασμούς ανά 100.000 κατοίκους — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη — έναντι 25 ανά 100.000 το 2003. Η περίοδος αυτή συμπίπτει με την έντονη εισροή μεταναστών από χώρες με ισλαμική πλειοψηφία.
Ειδικοί επισημαίνουν ότι σε πολλές κοινωνίες με ισλαμικό υπόβαθρο, οι σχέσεις των φύλων, οι έννοιες της συναίνεσης και η αντίληψη για τη θέση της γυναίκας διαφέρουν ριζικά από τις ευρωπαϊκές αξίες. Η απουσία ενσωμάτωσης, σε συνδυασμό με το ψυχολογικό τραύμα της μετανάστευσης, τη φτώχεια και την κοινωνική περιθωριοποίηση, δημιουργεί εύφορο έδαφος για παρεκκλίνουσες συμπεριφορές.
Μαρτυρίες από τις χώρες που αναφέρθησαν όπου το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, αναφέρουν περιστατικά ομαδικών σεξουαλικών επιθέσεων από ομάδες νεαρών μεταναστών, ενώ αρκετές υποθέσεις έχουν προκαλέσει κοινωνικό σάλο και πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Ωστόσο, ελάχιστα έχουν γίνει για να περιοριστεί το νοσηρό αυτό κοινωνικό –πια- φαινόμενο, ενώ το ζήτημα τείνει να «πολιτικοποιείται», και η πόλωση που δημιουργείται φαίνεται ότι δεν επιτρέπει τις δράσεις ριζικής αντιμετώπισης του προβλήματος.
Κέλλυ Ιωάννου: «Για πρώτη φορά βλέπουμε πιο καθαρά πώς και γιατί συμβαίνει η σεξουαλική βία»

Η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, μιλώντας στο Newsbomb αναλύει το φαινόμενο, επικεντρώνοντας στην ελληνική πραγματικότητα.
«Η πρώτη απορία που έχει ο περισσότερος κόσμος όταν βλέπει τέτοιους αριθμούς είναι απλή: κινδυνεύουμε περισσότερο σήμερα; Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται. Δεν βλέπουμε μόνο περισσότερη βία. Βλέπουμε κυρίως περισσότερη αποκάλυψη ενός φαινομένου που για χρόνια έμενε στη σκιά.
Σε εγκλήματα όπως ο βιασμός, αυτό που καταγράφεται είναι μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας. Για δεκαετίες, τα περισσότερα περιστατικά δεν έφταναν ποτέ στις αρχές. Σήμερα αυτό αλλάζει. Περισσότερες γυναίκες καταγγέλλουν, περισσότερες υποθέσεις φτάνουν στη δικαιοσύνη, άρα η εικόνα φαίνεται πιο «σκοτεινή» , αλλά στην πραγματικότητα είναι πιο ρεαλιστική.
Δεύτερη μεγάλη παρανόηση: ότι η σεξουαλική βία είναι κυρίως θέμα «επικίνδυνων αγνώστων». Στην πράξη, στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει κάποια μορφή γνωριμίας ή σχέσης. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στον δρόμο, αλλά και σε χώρους που θεωρούνται ασφαλείς όπως στην εργασία, στη σχέση, στο σπίτι. Και αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο πιο δύσκολο να εντοπιστεί και ακόμη πιο δύσκολο να καταγγελθεί.
Τρίτη κρίσιμη διάσταση: η σεξουαλική βία δεν είναι απλώς αποτέλεσμα “σεξουαλικής παρόρμησης”. Είναι κυρίως θέμα ελέγχου και δύναμης. Και εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό ερώτημα: γιατί σε ορισμένες περιόδους αυτές οι συμπεριφορές ενισχύονται;
Η εγκληματολογική έρευνα δείχνει ότι η βία δεν εμφανίζεται τυχαία, αλλά εντείνεται όταν συνδυάζονται συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες:
- Αίσθημα ατιμωρησίας: όταν η πιθανότητα καταγγελίας και τιμωρίας είναι χαμηλή, το “ρίσκο” για τον δράστη μειώνεται.
- Κοινωνική πίεση και ματαίωση: οικονομικές δυσκολίες, αβεβαιότητα και κοινωνικός αποκλεισμός λειτουργούν ως επιταχυντές επιθετικών συμπεριφορών.
- Κανονικοποίηση της βίας σε μικρή κλίμακα: σεξιστικά στερεότυπα, ανοχή στην παρενόχληση και ασάφεια γύρω από τη συναίνεση δημιουργούν ένα υπόστρωμα που επιτρέπει την κλιμάκωση.
- Έλλειψη εκπαίδευσης στη συναίνεση: τα όρια συχνά δεν είναι σαφή ή δεν έχουν εσωτερικευτεί, ιδιαίτερα σε νεαρότερες ηλικίες.
- Περιθωριοποίηση και έλλειψη ένταξης: όπου μειώνεται ο κοινωνικός έλεγχος και αυξάνεται ο αποκλεισμός, αυξάνεται συνολικά η αντικοινωνική συμπεριφορά.
Με απλά λόγια, η βία δεν “γεννιέται” ξαφνικά. Ενισχύεται όταν μειώνονται οι κοινωνικοί φραγμοί που τη συγκρατούν.
Τέλος, υπάρχει ένα σημείο που συχνά αγνοείται: τι συμβαίνει μετά την καταγγελία. Όταν η διαδικασία είναι δύσκολη, χρονοβόρα και ψυχολογικά επιβαρυντική, πολλά θύματα αποθαρρύνονται. Και όταν οι καταδίκες είναι λίγες, το μήνυμα που περνάει είναι ότι το σύστημα δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Αυτό είναι που κρατά το «σκοτεινό νούμερο» τόσο υψηλό.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν αυξήθηκαν τα περιστατικά. Είναι ότι για πρώτη φορά βλέπουμε πιο καθαρά πώς και γιατί συμβαίνει η σεξουαλική βία. Συνεπώς, δεν αλλάζει μόνο η εικόνα των αριθμών. Αλλάζει το τι αναγνωρίζουμε πλέον ως βία».