Οι άνθρωποι της λαϊκής: Ξυπνάμε στις 3, γυρνάμε τη νύχτα και στο τέλος παλεύουμε να μείνουμε όρθιοι
Η λαϊκή αγορά είναι για τους περισσότερους μια καθημερινή στάση για φρέσκα προϊόντα και χαμηλές τιμές. Για εκείνους όμως που στήνουν κάθε αυγή τους πάγκους, είναι μια σκληρή πραγματικότητα γεμάτη κόπο, έξοδα και αβεβαιότητα.
Παραγωγοί και επαγγελματίες που συναντήσαμε σε λαϊκή της Αγίας Παρασκευής περιγράφουν με τα δικά τους λόγια τι σημαίνει να δουλεύεις στον δρόμο, να εξαρτάσαι από τον καιρό, την παραγωγή και την αγοραστική δύναμη του κόσμου, αλλά και να προσπαθείς να κρατήσεις όρθια μια οικογένεια μέσα σε αυτή τη συνθήκη.
Ευκαιρία, να εκτιμήσουμε λίγο περισσότερα τα φρέσκα και ντόπια φρούτα και λαχανικά, που έχουμε στο πιάτο μας... Ας δούμε τι λένε οι άνθρωποι που μας τα φέρνουν.
Νίκος Γκουρνιεζάκης

«Η δουλειά είναι απλή: άμα έχει πολλά πράγματα, είναι φθηνά. Άμα έχει λίγα, είναι ακριβά. Αυτό γίνεται πάντα. Τώρα, για παράδειγμα, τα κεράσια ξεκίνησαν φέτος 5-6 ευρώ, αλλά ήδη βρίσκεις και με 3, γιατί έχει πάρα πολλά. Υπάρχει πληθώρα, και αυτό είναι το βασικό. Έρχονται από παντού – Ηλεία, Αμαλιάδα, Έδεσσα, Τύρναβο, Αγιά. Πέφτουν όλα μαζί στην αγορά και λογικό είναι να πέφτει η τιμή. Από Κυριακή θα πέσει κι άλλο, θα πάει 5, μπορεί και 4… μπορεί να πάει και 3.
Πέρσι τα βλέπατε 10 και 20 ευρώ και λέγατε “τι γίνεται εδώ”. Αλλά δεν είναι ότι εμείς ανεβάζουμε τις τιμές. Στη λαϊκή δεν δουλεύει έτσι. Δεν είναι σούπερ μάρκετ να πεις “λείπει κάτι, το ακριβαίνω”. Εδώ παίζει ρόλο μόνο αν υπάρχει προϊόν ή δεν υπάρχει. Τίποτα άλλο.
Εγώ 40 χρόνια κάνω αυτή τη δουλειά. Έχω και ένα κοριτσάκι, οικογένεια, αλλά τα παιδιά δεν ακολουθούν. Δεν πάνε στη λαϊκή. Είναι δύσκολη δουλειά, πολύ δύσκολη, και δεν την επιλέγουν. Να σου πω γιατί; Σηκώνεσαι 3 η ώρα το πρωί, φεύγεις όλη μέρα, τελειώνεις 5 το απόγευμα και πας σπίτι 8 το βράδυ. Τι να πρωτοκάνεις μετά; Δεν υπάρχει ζωή.
Και στο τέλος, ό,τι οικογένεια πας να κάνεις, τη χάνεις. Δεν βλέπεις άνθρωπο. Υπάρχουν και περιπτώσεις που έχουν χωρίσει γι’ αυτόν τον λόγο. Όταν λείπεις όλη μέρα, κάθε μέρα, κάποια στιγμή αυτό βγαίνει. Αυτή είναι η δουλειά στη λαϊκή, όπως είναι, χωρίς ωραιοποιήσεις.»
Γιώργος Κούβαλης

«Το βασικό πρόβλημα για εμάς είναι ότι το κόστος παραγωγής έχει γίνει δυσβάσταχτο. Η ενέργεια είναι στα ύψη και έτσι όπως πάει, δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε. Δεν είμαστε βιώσιμοι.
Και τι κάνουμε; Βγαίνουμε μόνοι μας κάθε χρόνο, όπως μπορούμε, παλεύουμε μόνοι μας. Δεν υπάρχει κάποια ουσιαστική στήριξη. Η λύση είναι μία: να πέσει το κόστος παραγωγής. Δεν γίνεται να έχουν γεμίσει τα βουνά φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες και εμείς να πληρώνουμε το ρεύμα 12 και 13 λεπτά.
Και φυσικά αυτό περνάει και στις τιμές. Αλλά δεν σημαίνει ότι κερδίζουμε κιόλας. Δεν πουλάμε πράγματα που αντέχουν, όπως ρούχα. Εμείς έχουμε νωπά προϊόντα. Αυτά το μεσημέρι, αν δεν πουληθούν, τι θα τα κάνουμε; Πετιούνται. Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Η δουλειά αυτή είναι από τις πιο δύσκολες που υπάρχουν. Πολλές ώρες, όλη μέρα στον δρόμο, ταλαιπωρία. Και έξοδα που δεν βγαίνουν. Μόνο για τα διόδια, για να έρθουμε από το Άργος εδώ με ένα αμάξι που κουβαλάει 2 τόνους, πληρώνουμε περίπου 25 ευρώ. Κάθε φορά. Και δεν είναι ότι πάμε μία φορά. Κάθε μέρα είμαστε σε διαφορετική λαϊκή, γυρνάμε συνέχεια, κυρίως προς τα βόρεια. Είναι συνεχής μετακίνηση, συνεχές κόστος.
Και να σου πω και κάτι ακόμα; Όπως πάει η κατάσταση, σε λίγο καιρό τα μεγάλα τραστ θα έχουν όλη την παραγωγή. Και στο τέλος αυτοί θα είναι που θα διανέμουν τα προϊόντα. Ο μικρός παραγωγός θα μείνει απ’ έξω.»
Χρήστος Παναγής

«Η δουλειά πάει καλά, δεν μπορώ να πω. Και η παραγωγή καλά πάει. Εγώ είμαι παραγωγός, έρχομαι από τις Μυκήνες, δεν είμαι από εδώ, ούτε επαγγελματίας της λαϊκής με την έννοια ότι είμαι κάθε μέρα μόνιμα. Το δύσκολο για μένα είναι τα έξοδα. Είναι πάρα πολλά για να ανεβαίνω από τις Μυκήνες στην Αθήνα μέρα παρά μέρα. Έρχομαι Δευτέρα, Πέμπτη και Παρασκευή, οπότε βάλε βενζίνες, δρόμους, ταλαιπωρία… είναι μεγάλο το κόστος.
Το κάνω για το κάτι παραπάνω. Γιατί στο κτήμα, για παράδειγμα, τα πορτοκάλια μπορεί να τα δώσεις 30 λεπτά, ενώ εδώ στη λαϊκή τα πουλάς 80-90 λεπτά. Λες “κάτι θα μείνει”. Αλλά άμα τα βάλεις κάτω όλα, έξοδα και κούραση, μία η άλλη βγαίνει. Δηλαδή στο τέλος λες, καλύτερα να τα δώσεις στο κτήμα και να τελειώνεις.
Κέρδος υπάρχει, δεν λέω ότι δεν υπάρχει, αλλά δεν είναι κάτι σπουδαίο. Και κυρίως είναι η κούραση. Έχω κουραστεί. Το κάνω από το ’99, δεν είναι λίγα τα χρόνια. Είναι και οικογενειακή δουλειά. Ο πατέρας μου ήταν από το ’70 σε αυτό, μεγαλώσαμε μέσα σε αυτό. Οπότε ναι, το συνεχίζουμε. Δεν σκέφτηκα να κάνω κάτι άλλο, αυτή είναι η δουλειά μας.
Αλλά να σου πω την αλήθεια, απορώ πώς ζείτε στην Αθήνα. Εγώ δεν μπορώ. Την άλλη φορά βγήκα στην περιφερειακή Υμηττού και μέχρι να φτάσω εκεί που ήθελα, έκανα μιάμιση ώρα. Δεν παλεύεται. Η μετακίνηση εδώ είναι άλλο πράγμα, δεν το έχω συνηθίσει. Εμείς ερχόμαστε, φέρνουμε τα προϊόντα μας, τα δίνουμε στον κόσμο και φεύγουμε. Αυτό. Να ’μαστε καλά, να δουλεύουμε.»
Βαγγέλης και Ερρίκος Παπάς

«Αυτή τη δουλειά την κάνω περίπου 20 χρόνια, και τώρα τη συνεχίζει και ο γιος μου, όσο μπορεί. Δεν είναι εύκολη δουλειά, είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη.
Ξυπνάς από νωρίς, από τις 7:30 το πρωί και φτάνεις να τελειώνεις 7 το βράδυ. Και δεν είναι μόνο οι ώρες, είναι τι κάνεις μέσα σε αυτές τις ώρες. Πας, ξεφορτώνεις τα κενά, φορτώνεις τα γεμάτα, έρχεσαι εδώ, στήνεις τον πάγκο, ξεφορτώνεις ξανά, τακτοποιείς… και μετά πάλι από την αρχή. Κάθε μέρα το ίδιο πράγμα. Και την Κυριακή που υποτίθεται ότι κάθεσαι, πάλι δεν κάθεσαι. Πρέπει να πας να φορτώσεις για τη Δευτέρα. Δεν σταματάει ποτέ.
Η δουλειά πώς πάει; Μία γελάει, μία κλαίει. Έτσι είναι. Δεν είναι σταθερά τα πράγματα.
Ο γιος μου τώρα σπουδάζει, είναι στο πρώτο έτος, στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Από μικρός ήταν μέσα στη δουλειά, από τη Δευτέρα Γυμνασίου ερχόταν και βοηθούσε. Τώρα κάνει και τα δύο, και σχολή και όποτε μπορεί έρχεται.
Είναι δύσκολα όμως. Το ξύπνημα, το φόρτωμα, το ξεφόρτωμα, τα βάρη, όλη μέρα όρθιος… και το χειρότερο είναι όταν δεν έχει δουλειά. Δηλαδή έχεις κουραστεί από το πρωί, τα έχεις κάνει όλα, και τελικά δεν φεύγουν τα πράγματα. Αυτό σε ρίχνει πιο πολύ απ’ όλα. Έχει και καλά η δουλειά, δεν λέω. Έχει και τα καλά και τα κακά. Αλλά πιο πολύ μένει η κούραση.
Το καλό είναι ο κόσμος. Οι πιο πολλοί είναι ευχάριστοι άνθρωποι, καλοί. Μιλάς, γελάς, περνάει η ώρα. Αυτό σε κρατάει κιόλας. Δηλαδή, ναι, μέσα σε όλα, περνάς και καλά με τον κόσμο.»
Θανάσης Κοφίτσας και Ευτυχία Τουφέκη

«Η κατάσταση είναι δύσκολη, δεν είναι εύκολα τα πράγματα. Ο κόσμος δεν έχει την οικονομική άνεση που είχε παλιά. Τα έξοδα είναι πολλά, τα προϊόντα είναι ακριβά και δεν υπάρχουν πάντα και καλές ποσότητες.
Παλιά, να σου πω την αλήθεια, μπορεί να μην ήταν όλα τέλεια, αλλά τα λεφτά είχαν αξία. Ο κόσμος μπορούσε να ψωνίσει πιο άνετα. Τώρα το σκέφτεται.
Εμείς είμαστε εδώ, Αθήνα, δεν είμαστε παραγωγοί. Τα προϊόντα τα παίρνουμε από τη λαχαναγορά, από τον Ρέντη. Από εκεί ξεκινάνε όλα.
Η δουλειά είναι πολύ δύσκολη και πολύ κουραστική. Ξυπνάω από τις 3 το πρωί για να πάω στη λαχαναγορά. Δεν μπορώ να αφήσω τα πράγματα έξω, πρέπει να τα προσέξεις, να τα βάλεις, να τα κουβαλήσεις. Μετά έχεις όλη την κίνηση, να πας, να έρθεις, να στήσεις, να πουλήσεις.
Κάθε μέρα τα πόδια πονάνε. Δεν είναι αστείο. Και ευτυχώς υπάρχει και η γυναίκα στο σπίτι, η Ευτυχία, που βοηθάει όσο μπορεί, αλλά κι αυτή κουράζεται. Δεν είναι μόνο η δουλειά εδώ, έχει και το σπίτι, έχει κι άλλες υποχρεώσεις.
Η επιχείρηση είναι στο όνομά της τα τελευταία τρία χρόνια, αλλά μαζί είμαστε χρόνια σε αυτό. Το παλεύουμε μαζί. Έχουμε και δύο κόρες, οικογένεια κανονικά. Δύσκολα είναι, αλλά παλεύουμε. Δεν το αφήνουμε.
Τα προϊόντα μας είναι όλα καλά, δεν μπορώ να σου πω “αυτό είναι το καλύτερο”. Ό,τι φέρνουμε, το διαλέγουμε. Άμα δοκιμάσεις, θα καταλάβεις.»
Κυρία Μαρία

«Η δουλειά είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη. Είναι ένας ανδροκρατούμενος χώρος και θέλει αντοχές. Έχει πρωινά, έχει τρέξιμο, έχει κόσμο που είναι ο καθένας με τα δικά του, με το “μακρύ του και το κοντό του”.
Είναι δύσκολα τα ωράρια, είναι τα λεφτά, είναι τα βάρη, είναι ότι είσαι όλη μέρα ουσιαστικά στο πεζοδρόμιο. Δεν είναι γραφείο, είναι δρόμος. Κι αυτό από μόνο του λέει πολλά. Επιβιώνεις μόνο αν είσαι σκληρός χαρακτήρας. Αλλιώς δεν βγαίνει.
Η αγορά γενικά πάει δύσκολα. Ειδικά για εμάς τους παραγωγούς, τα πράγματα έχουν ζορίσει πολύ. Οι νέοι έχουν αρχίσει και σταματάνε, δεν συνεχίζουν, δεν συμφέρει πια να καλλιεργείς.
Και είναι κρίμα, γιατί η ποιότητα υπάρχει. Τα προϊόντα τα δικά μας είναι καλά, αλλά δεν μπορείς να σταθείς στον ανταγωνισμό. Όταν εσύ παίρνεις το κόστος ψηλά και απ’ έξω έρχονται προϊόντα με πολύ χαμηλότερο κόστος, πώς να ανταγωνιστείς; Δεν μας βγάζουν ανταγωνιστικούς. Με τα έξοδα, με τις φορολογίες, με τα νερά, με πρόστιμα… όλα μαζεύονται. Νιώθεις ότι αντί να σε στηρίζουν, σε πιέζουν ακόμα περισσότερο.
Να σου πω την αλήθεια; Η δουλειά ακόμα βγαίνει, αλλά όλοι πια σκεφτόμαστε μέχρι πότε. Και οι πιο νέοι το ίδιο. Λένε “οκ, θα βρούμε κάτι άλλο”. Αλλά και τι άλλο να κάνεις; Υπάρχει φόβος για το μέλλον, γενικά στην αγορά. Δεν είναι μόνο σε εμάς, είναι παντού.»