Από την Πόλη στην… κολυμβήθρα: Ο Τούρκος που αλλαξοπίστησε και βρήκε την αλήθεια στην Ορθοδοξία
Φωτογραφίες: Χάρης Γκίκας
Το να συναντήσει κανείς στην Αθήνα έναν Τούρκο επιστήμονα, γεννημένο και μεγαλωμένο στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, που όχι μόνο μετανάστευσε μόνιμα στην Ελλάδα αλλά άφησε πίσω του το Ισλάμ και βαπτίστηκε χριστιανός ορθόδοξος, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Είναι ακόμη πιο σπάνιο όταν αυτή η απόφαση δεν έχει καμία σχέση με «χαρτιά», άδειες παραμονής ή πρακτικά οφέλη, αλλά είναι προϊόν μακράς εσωτερικής αναζήτησης, επίμονης αμφισβήτησης και προσωπικού κόστους.
Το Newsbomb γνώρισε τον Alper Tolga Eker, έναν 36χρονο βιοχημικό από την Κωνσταντινούπολη με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σμύρνη και σχεδόν μια δεκαετία ζωής στην Ελλάδα, όχι σε κάποιο αυστηρά εκκλησιαστικό περιβάλλον αλλά σε ένα τραπέζι φαγητού, με τη σύζυγό του δίπλα του, την Anna Eker, μια ψυχολόγο από την Ουκρανία. Ο ίδιος εργάζεται πια στη χώρα μας σε υπεύθυνη θέση μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας.

Στη μακρά μας συζήτηση, μας εξήγησε πώς ένας άνθρωπος που μεγάλωσε ως σουνίτης μουσουλμάνος πέρασε από τη ρήξη με το θρησκευτικό περιβάλλον των παιδικών του χρόνων, στη μελέτη πολλών θρησκειών, και τελικά βρήκε την αλήθεια στην Ορθοδοξία. Σημειώνεται ότι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Alper αναμένει την τελική έγκριση για την απόδοση της ελληνικής υπηκοότητας.
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Πού γεννήθηκες και πώς ήταν τα πρώτα σου χρόνια στην Τουρκία; Γιατί αποφάσισες να φύγεις;
Alper Tolga Eker: Γεννήθηκα το 1990 στην Κωνσταντινούπολη, στην ασιατική πλευρά. Μεγάλωσα σε μια τυπική τουρκική οικογένεια, σουνίτες μουσουλμάνοι, ούτε φανατικοί ούτε αδιάφοροι για τη θρησκεία. Αργότερα βρέθηκα στη Σμύρνη για σπουδές, όπου σπούδασα βιοχημεία και έκανα μεταπτυχιακό στη διατροφική επιστήμη και μηχανική, στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου (σ.σ. της Τουρκίας). Δούλευα ως βοηθός διδασκαλίας, έκανα έρευνα, είχα μια πορεία που έδειχνε ότι θα συνέχιζα κανονικά τη ζωή μου στην Τουρκία, ακαδημαϊκά και επαγγελματικά.
Η απόφαση να φύγω δεν ήρθε από περιέργεια ή από κάποιο όνειρο για το εξωτερικό. Ήρθε από φόβο και από εξάντληση. Εκείνα τα χρόνια, το 2016 και το 2017, η τρομοκρατία στην Τουρκία είχε γίνει μέρος της καθημερινότητας. Επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη, στην Άγκυρα, στη Σμύρνη. Ζούσες με την αίσθηση ότι δεν ξέρεις πότε και πού θα γίνει το επόμενο χτύπημα.
Δύο εβδομάδες πριν φύγω, έγινε μια τρομοκρατική επίθεση στη Σμύρνη, δίπλα στο σπίτι μου, σε απόσταση περίπου 200 μέτρων. Εκεί σκοτώθηκε ένας γνωστός μου, αστυνομικός, προσπαθώντας να υπερασπιστεί το δικαστικό μέγαρο. Όταν έγινε αυτό, είπα μέσα μου: «Αρκεί. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Πρέπει να φύγω». Εκείνη ήταν η στιγμή που πήρα οριστικά την απόφαση.
Επέλεξα την Ελλάδα και για έναν πολύ πρακτικό λόγο και για έναν βαθύτερο. Ο πρακτικός λόγος ήταν ότι είχα έναν φίλο, επίσης Alper, που είχε παντρευτεί γυναίκα από τη Μυτιλήνη και είχε ήδη εγκατασταθεί στην Αθήνα. Τον ρώτησα αν υπάρχει δουλειά, αν μπορεί κανείς να σταθεί στα πόδια του εδώ, και μου είπε να του στείλω το βιογραφικό μου. Δούλευα ήδη στην Turkish Airlines, είχα εμπειρία σε call center, και τρεις μήνες αργότερα ήμουν στην Αθήνα.
Ο βαθύτερος λόγος ήταν ότι η Ελλάδα, παρά τις δυσκολίες της εποχής, μου ήταν οικεία. Ήρθα στα χρόνια του capital control και θυμάμαι ότι για να μαζέψω το ενοίκιό μου έπρεπε να πάω τέσσερις φορές σε ΑΤΜ. Κι όμως, δεν ένιωσα ξένος. Υπάρχει μια τουρκική έκφραση που λέει «μοιραστήκαμε το ίδιο πιάτο για 400 χρόνια». Αυτό ακριβώς ένιωσα. Ο ίδιος ουρανός, η ίδια θάλασσα, το ίδιο φως, παρόμοιοι άνθρωποι, κοινές συνήθειες.

Από πού ερχόταν αυτή η αίσθηση οικειότητας με την Ελλάδα;
Δεν ήρθε ξαφνικά όταν πάτησα το πόδι μου εδώ. Είχε χτιστεί από πολύ νωρίς. Όταν ζούσα στη Σμύρνη, είχαμε ένα εξοχικό απέναντι από τη Σάμο. Τα βράδια βλέπαμε τα φώτα από το νησί, τα αυτοκίνητα στην παραλία, και στο ραδιόφωνο πιάνει συχνά σταθμούς από τη Σάμο. Σχεδόν όλα όσα ακούγαμε ήταν ελληνικά. Μεγάλωσα με αυτά τα ακούσματα.
Ακόμη πιο σημαντικές ήταν οι ιστορίες της γιαγιάς μου. Ήταν από την Καισάρεια και είχε μεγαλώσει σε περιοχή όπου ζούσαν μαζί Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι. Μας μιλούσε για εκείνον τον κόσμο σαν για κάτι φυσικό, όχι σαν ένα εχθρικό περιβάλλον. Μου έλεγε ιστορίες για την ανταλλαγή πληθυσμών, ακόμη και για μωρά που δόθηκαν σε άλλες οικογένειες για να σωθούν. Μου έλεγε ότι η θεία της είχε πάρει δύο δίδυμα μωρά από οικογένεια που έφευγε και είχε υποσχεθεί να τα προσέχει ώσπου να γυρίσουν να τα πάρουν. Δεν γύρισαν ποτέ. Τα παιδιά έμειναν εκεί, μεγάλωσαν, άλλαξαν όνομα. Αυτές οι ιστορίες σε σημαδεύουν.
Γι’ αυτό λέω ότι εγώ δεν μεγάλωσα με την ιδέα ότι οι Έλληνες είναι εχθροί. Στην οικογενειακή μας μνήμη υπήρχε τραύμα, αλλά υπήρχε και συνύπαρξη. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, ένα από τα πράγματα που με ξάφνιασαν ήταν ότι εδώ συνάντησα πολύ πιο έντονα αυτή την καχυποψία και αυτή την ιστορική εχθρότητα απέναντι στον «Τούρκο». Για μένα αυτό ήταν ένα πολιτισμικό σοκ.

Μέχρι και ποντιακούς χορούς έμαθες, σωστά;
Ναι, και αυτό είναι άλλο ένα παράδειγμα του πόσο πιο σύνθετα είναι τα πράγματα από τα στερεότυπα. Στην Τουρκία είχα μάθει να χορεύω ποντιακά. Ήμουν σε πανεπιστημιακή χορευτική ομάδα και χορεύαμε ποντιακούς χορούς με αυθεντικές φορεσιές που είχαν φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Μας έλεγαν καθαρά ότι πρόκειται για ποντιακή, ελληνική, ορθόδοξη παράδοση. Δεν υπήρχε καμία αίσθηση ότι «αγγίζουμε κάτι εχθρικό». Υπήρχε σεβασμός. Κάτι συνέβη ιστορικά, ναι, αλλά δεν υπήρχε μίσος. Αυτό το κουβαλούσα μέσα μου πριν ακόμη μετακομίσω εδώ.
Πότε άρχισες να αμφισβητείς σοβαρά το Ισλάμ;
Πάρα πολύ νωρίς, περίπου στα έξι μου χρόνια. Στην Τουρκία, πολλά παιδιά τα στέλνουν το καλοκαίρι στο τζαμί για να μάθουν να διαβάζουν το Κοράνι στα αραβικά και να γνωρίσουν τις βασικές πρακτικές. Εγώ είχα ένα Κοράνι που είχε και τουρκική μετάφραση. Διάβαζα, όσο μπορούσε φυσικά να καταλάβει ένα παιδί, και άρχιζα να ρωτάω πράγματα που δεν μου έβγαζαν νόημα.
Ο χότζας δεν το πήρε καλά. Στην ισλαμική διδασκαλία, όπως την έζησα εγώ τότε, μπορείς να αναλύσεις το Κοράνι αλλά δεν μπορείς να το αμφισβητήσεις, επειδή θεωρείται ο λόγος του Θεού. Εγώ όμως από παιδί ήμουν άνθρωπος που ρωτά. Θέλω να καταλάβω γιατί κάτι είναι σωστό ή λάθος. Εκεί είχα την πρώτη μεγάλη σύγκρουση. Εξαιτίας των ερωτήσεών μου ουσιαστικά με έδιωξαν από εκείνον τον κύκλο.
Από τότε άρχισα να απομακρύνομαι εσωτερικά. Δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά ήταν η αρχή. Όσο μεγάλωνα και διάβαζα περισσότερο, τόσο περισσότερο έβλεπα πράγματα που δεν μπορούσα να δεχτώ ως αιώνια αλήθεια.

Τι ήταν αυτό που δεν μπορούσες να δεχτείς;
Πρώτα απ’ όλα, ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, τα κείμενα για την κληρονομιά και το πώς μοιράζεται η περιουσία μετά τον θάνατο ίσως είχαν νόημα σε κοινωνίες του 6ου ή του 7ου αιώνα, αλλά σήμερα, που αναγνωρίζουμε ίσα δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, δεν μπορώ να τα δεχτώ αδιαπραγμάτευτα.
Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές σε σκλάβους, για την ιδέα ότι αν δεν μπορείς να πάρεις ελεύθερη γυναίκα μπορείς να πάρεις σκλάβα. Και πολλά ακόμη. Με βάση όσα γνωρίζουμε σήμερα για τη βιολογία και τη φύση του ανθρώπου, αυτά για μένα δεν στέκουν. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ένας δίκαιος Θεός θα έφτιαχνε ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τρόπο μόνο και μόνο για να τους καταδικάσει.
Υπήρχαν και ζητήματα πρακτικής που δεν μου έβγαζαν νόημα. Για παράδειγμα, η ιδέα ότι αν ανήκεις σε μια συγκεκριμένη τάση του Ισλάμ και αγγίξεις μια γυναίκα πρέπει να πλυθείς ξανά για να είσαι έτοιμος για προσευχή. Για μένα όλα αυτά έμοιαζαν περισσότερο με ιστορικά και πολιτισμικά κατάλοιπα παρά με ζωντανή αλήθεια.

Πότε άρχισε η συστηματική αναζήτησή σου σε άλλες θρησκείες;
Γύρω στα είκοσί μου. Τότε είχα φτάσει στο σημείο να λέω ότι μάλλον είμαι αγνωστικιστής. Δεν ήξερα αν υπάρχει Θεός ή όχι, αλλά ήξερα ότι αν υπάρχει, δεν μπορεί να μου ζητά να σταματήσω να σκέφτομαι. Έτσι άρχισα να διαβάζω συστηματικά. Όχι μόνο τις αβρααμικές θρησκείες, αλλά και Βουδισμό, Ινδουισμό, Σιντοϊσμό, σαμανισμό, σκανδιναβικές παγανιστικές θρησκείες, ακόμη και την αρχαία ελληνική θρησκεία.
Με ενδιέφερε όχι μόνο το τι διδάσκει κάθε θρησκεία, αλλά και πώς διαμορφώθηκε ιστορικά. Για παράδειγμα, η ιστορία του Νώε υπάρχει σε πολύ παλιότερες παραδόσεις, στους Ασσυρίους, στους Χετταίους, ακόμη και στην ελληνική μυθολογία με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα. Άρα ο άνθρωπος ανακυκλώνει διαρκώς ορισμένα μεγάλα υπαρξιακά μοτίβα. Ήθελα να δω πού υπάρχει αλήθεια και πού μόνο επανάληψη συμβόλων.
Το έψαξες μόνο θεωρητικά ή αναζήτησες και τους λατρευτικούς χώρους;
Μπήκα και στην πράξη. Πήγα σε προτεσταντικές εκκλησίες στη Σμύρνη, σε αγγλικανικό ναό όπου τελούνταν προτεσταντικές ακολουθίες, σε αφρικανικές εκκλησίες με γκόσπελ, τραγούδι και έντονη συμμετοχή, και πήγα και σε συναγωγή για να μιλήσω με ραβίνο.
Στον προτεσταντισμό βρήκα ανθρώπους ανοιχτούς, πρόθυμους να απαντήσουν, πρόθυμους να ερευνήσουν μαζί μου. Αυτό το εκτίμησα πολύ. Είναι ένας χώρος που, τουλάχιστον όπως τον γνώρισα εγώ, δεν φοβάται τη λογική. Όμως η λατρεία δεν με γέμιζε. Τα τραγούδια, οι κιθάρες, η ατμόσφαιρα ήταν ίσως ζεστή, αλλά δεν μου έδινε αυτή τη βαθιά πνευματική πληρότητα που αναζητούσα.
Στη συναγωγή ένιωσα κάτι διαφορετικό: ότι πρόκειται για μια θρησκεία πολύ δεμένη με κοινότητα και καταγωγή. Τη σεβάστηκα, αλλά δεν ένιωσα ότι εκεί βρίσκεται αυτό που έψαχνα. Δεν έψαχνα απλώς μια λογική θρησκεία. Έψαχνα μια αλήθεια που να μιλά και στην ψυχή και στη λογική.

Πώς μπήκε ο χριστιανισμός στη ζωή σου;
Μπήκε σταδιακά. Στη Σμύρνη είχα φίλους που είχαν ήδη ασπαστεί τον χριστιανισμό, κυρίως προτεσταντικές κοινότητες. Μια φίλη μου, που είχε κι εκείνη μεταστραφεί από το Ισλάμ στον προτεσταντισμό, συζητούσε πολύ μαζί μου. Αν δεν ήξερε κάτι, το έψαχνε και επέστρεφε με απάντηση. Αυτό από μόνο του ήταν σημαντικό, γιατί για πρώτη φορά ένιωθα ότι κάποιος δεν με θεωρεί απειλή επειδή ρωτάω.
Με την Ορθοδοξία η επαφή ήταν πιο δύσκολη στην αρχή. Αν ψάξεις στο διαδίκτυο, ειδικά αν δεν ξέρεις ελληνικά, βρίσκεις πολύ περισσότερα πράγματα για καθολικούς και προτεστάντες παρά για ορθοδόξους. Προσπάθησα να μάθω τις διαφορές, ταξίδεψα ακόμη και στη Ρώμη, πήγα στο Βατικανό, έμεινα για ώρα στην ουρά, και μετά βρέθηκα σε μια άλλη εκκλησία, του Αγίου Βαλεντίνου. Εκεί ρώτησα έναν καθολικό ιερέα ποια είναι η διαφορά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων. Η απάντησή του ήταν ουσιαστικά να με διώξει. Μου είπε να φύγω, ότι κάνει κάτι άλλο. Για μένα αυτό ήταν πολύ ισχυρή εμπειρία. Όταν αναζητάς ειλικρινά και ο άνθρωπος που υποτίθεται ότι υπηρετεί τον Θεό σου κλείνει την πόρτα έτσι, το θυμάσαι. Ήταν το αντίθετο από αυτό που θα περίμενα από χριστιανική συμπεριφορά.

Άρα η ουσιαστική επαφή με την Ορθοδοξία έγινε στην Ελλάδα;
Ναι, εδώ έγινε η πραγματική επαφή. Στην Αθήνα γνώρισα ανθρώπους που είχαν έρθει κι αυτοί από την Τουρκία και είχαν βαπτιστεί χριστιανοί. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό, γιατί συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι κάποια απολύτως μοναδική περίπτωση. Υπάρχουν κι άλλοι που έχουν περάσει την ίδια διαδρομή ή βρίσκονται καθ’ οδόν.
Ταυτόχρονα, γνώρισα και την Άννα, που αργότερα έγινε γυναίκα μου. Για εκείνη ήταν πολύ σημαντικό ο άνθρωπος που θα είχε δίπλα της να μοιράζεται την ίδια πίστη. Όταν πρωτογνωριστήκαμε, με είχε ρωτήσει αν υπάρχουν χριστιανοί στη χώρα μου. Της έδειξα τον σταυρό που ήδη φορούσα. Δεν είχα ακόμη βαπτιστεί ορθόδοξος, αλλά ήδη έψαχνα πολύ σοβαρά αυτή την πορεία.

Ήταν εύκολο να σε δεχτεί η ελληνική Εκκλησία;
Όχι, και αυτό είναι κάτι που πρέπει να λέγεται ειλικρινά. Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι θεολογικές απορίες. Ήταν η καχυποψία. Πολλοί ιερείς, όταν έβλεπαν έναν Τούρκο να ζητά κατήχηση και βάπτιση, υποψιάζονταν ότι το κάνει για πρακτικό λόγο, για κάποιο πιστοποιητικό, για άδεια παραμονής, για ιθαγένεια, για «χαρτιά».
Το καταλαβαίνω ως έναν βαθμό, γιατί ξέρω ότι δεν έχουν όλοι καθαρές προθέσεις. Όμως για κάποιον που το ζητά υπαρξιακά, είναι πολύ επώδυνο. Μου συνέβη να μιλήσω με ιερείς, να μου πουν «διάβασε αυτό για κατήχηση και έλα ξανά», και όταν επανήλθα να έχουν απλώς εξαφανιστεί. Να μη σηκώνουν τηλέφωνα, να μην απαντούν. Αυτό σε πληγώνει.
Σε μεγάλο βαθμό είναι και κοινωνικό φαινόμενο. Στην Ελλάδα, αν δεν είσαι ήδη μέσα σε μια παρέα, είναι δύσκολο να μπεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την ενορία. Αν δεν έχεις μια γέφυρα, κάποιον να σε συστήσει, μένεις απέξω.
Τότε όμως άλλαξαν όλα. Η Άννα ήταν τελικά ο άνθρωπος που με έφερε στον σωστό ιερέα. Στον Άγιο Δημήτριο στου Ψυρρή γνώρισα τον πάτερ Νικόλαο και από την πρώτη στιγμή είδα έναν άνθρωπο καθαρό, ισορροπημένο, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς επιπολαιότητα.
Δεν μου είπε «έλα αύριο να βαπτιστείς». Μου είπε να κάνουμε κατήχηση, να μιλήσουμε, να διαβάσουμε, να καταλάβω βαθιά τι ζητώ. Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Δεν ήθελα μια τυπική τελετή. Ήθελα να ξέρω πού μπαίνω και γιατί.
Πηγαίναμε σχεδόν κάθε Σάββατο, επί έξι ή επτά μήνες, ίσως και περισσότερο. Μαζί με την Άννα. Εκείνη δεν ήταν απλώς συνοδός μου. Ήθελε κι εκείνη να μάθει περισσότερο, γιατί είχε το δικό της υπόβαθρο και τις δικές της απορίες. Μιλούσαμε για τη Γραφή, για το Σύμβολο της Πίστεως, για τις Οικουμενικές Συνόδους, για τις διαφορές με καθολικούς και προτεστάντες, για το τι σημαίνει Εκκλησία και τι είναι τα μυστήρια.

Τι ήταν αυτό που σε έπεισε λοιπόν βαθύτερα για να ασπαστείς την Ορθοδοξία;
Το πρώτο ήταν ότι μπορούσα να κάνω ερωτήσεις χωρίς να αντιμετωπίζομαι σαν πρόβλημα. Στο Ισλάμ, τουλάχιστον όπως το έζησα εγώ, η ερώτηση είχε όριο: μέχρι εκεί που δεν θίγει το δόγμα. Στην Ορθοδοξία κατάλαβα ότι υπάρχει δόγμα, αλλά υπάρχει και βαθιά θεολογία, ιστορία, σκέψη. Δεν μου ζήτησαν να κλείσω τα μάτια μου. Μου ζήτησαν να ψάξω πιο βαθιά.
Το δεύτερο ήταν ότι βρήκα απαντήσεις που συνέδεαν τη λογική με το μυστήριο. Για παράδειγμα, είχα απορίες για τη φράση «αν σε χτυπήσουν στο ένα μάγουλο, γύρισε και το άλλο». Ρωτούσα: σημαίνει αυτό ότι δεν πρέπει να αμύνεσαι ποτέ; Ο πάτερ Νικόλαος μου εξήγησε ότι άλλο η εκδικητικότητα και άλλο η μαρτυρία της πίστης, κι ότι η Εκκλησία δεν καταργεί την ευθύνη του ανθρώπου να προστατεύει τον εαυτό του και τον άλλον από το κακό. Αυτές οι εξηγήσεις για μένα είχαν βάθος.
Το ίδιο και με πρακτικά ζητήματα της Παλαιάς Διαθήκης, όπως οι διατροφικές απαγορεύσεις. Συζητήσαμε γιατί υπήρχαν ιστορικά, σε ποιο υγειονομικό και κοινωνικό πλαίσιο γεννήθηκαν, και πώς ο χριστιανισμός δεν έμεινε κλειδωμένος εκεί αλλά άνοιξε σε όλη την ανθρωπότητα. Ή ακόμη και το θέμα της Αγίας Τριάδας, που για πολλούς ανθρώπους φαίνεται ακατανόητο: όταν μου εξηγήθηκε σωστά, δεν μου φάνηκε παράλογο αλλά βαθύ.
Το τρίτο ήταν η ίδια η λατρευτική εμπειρία. Στον προτεσταντισμό βρήκα λογική και διάθεση για διάλογο. Στην Ορθοδοξία βρήκα και κάτι άλλο: μυστήριο, σιωπή, ιερότητα, αίσθηση ότι δεν βρίσκομαι απλώς σε μια συνάθροιση αλλά μπροστά σε κάτι που με υπερβαίνει. Εκεί ένιωσα πραγματική πνευματική πληρότητα.

Πώς βίωσες το βάπτισμά σου;
Το βίωσα με πολλή συγκίνηση αλλά και με επίγνωση. Δεν ήταν μια ρομαντική στιγμή που ήρθε ξαφνικά. Ήταν το αποτέλεσμα πολλών χρόνων εσωτερικής σύγκρουσης, μελέτης, δοκιμής και αναμονής. Όταν βαπτίστηκα, δεν ένιωσα ότι αλλάζω απλώς θρησκεία. Ένιωσα ότι αλλάζω σχέση με την αλήθεια.
Ο πάτερ Νικόλαος στάθηκε δίπλα μου σαν αληθινός πνευματικός πατέρας. Δεν έκανε τίποτα επιδεικτικό. Ήταν απλός, ουσιαστικός, παρών. Η Άννα ήταν επίσης εκεί, όχι μόνο ως σύζυγος αλλά ως άνθρωπος που περπάτησε μαζί μου αυτή τη διαδρομή. Μετά το βάπτισμα ένιωσα μια ηρεμία που δεν είχα ξανανιώσει. Όχι επειδή λύθηκαν ξαφνικά όλα τα προβλήματα της ζωής μου, αλλά επειδή ήξερα πλέον ότι δεν ψάχνω άλλο στο σκοτάδι.

Πώς αντιμετώπισε η οικογένειά σου πίσω στην Τουρκία αυτή την επιλογή;
Η σχέση μου με την οικογένειά μου διαταράχθηκε βαθιά. Με τους γονείς μου δεν μιλάω εδώ και χρόνια· ουσιαστικά κρατώ επαφή μόνο με την αδερφή μου. Ο πατέρας μου είναι άνθρωπος πολύ σκληρός ιδεολογικά, εθνικιστής, και δεν μπορούσε να αποδεχθεί ούτε ότι έφυγα από την Τουρκία ούτε, πολύ περισσότερο, ότι βαπτίστηκα ορθόδοξος στην Ελλάδα.
Για την οικογένειά μου, στην αρχή, όλο αυτό έμοιαζε προσωρινό. Πίστευαν ότι θα γυρίσω σε τρεις μήνες. Τελικά έχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια. Έχω άλλη ζωή, άλλη οικογένεια, άλλη πνευματική ταυτότητα. Αυτά δεν γίνονται χωρίς κόστος.

Σήμερα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσένα;
Ναι, και αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δεν είμαι μόνος. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι από την Τουρκία που έχουν βαπτιστεί χριστιανοί, είτε ορθόδοξοι είτε σε άλλες χριστιανικές κοινότητες, και άλλοι που βρίσκονται σε πορεία αναζήτησης.
Μάλιστα, μέσα από τη δική μας διαδρομή, μαζί με την Άννα, έχουμε βοηθήσει κι άλλους Τούρκους να έρθουν σε επαφή με την Εκκλησία. Υπάρχουν ήδη άνθρωποι που έχουν ολοκληρώσει κατήχηση και περιμένουν το βάπτισμά τους, και άλλοι που βρίσκονται στη διαδικασία. Αυτό δείχνει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο παράδοξο, αλλά για ένα υπαρκτό, έστω μικρό, ρεύμα αναζήτησης.
Έχουμε ακούσει ότι υπάρχουν ακόμη και κρυπτοχριστιανοί στην Τουρκία…
Ναι, και αυτό είναι ένα πολύ ευαίσθητο αλλά πραγματικό κομμάτι της ιστορίας. Από την οθωμανική περίοδο και μετά υπήρξαν άνθρωποι και οικογένειες που δήλωσαν επίσημα μουσουλμάνοι για να επιβιώσουν, αλλά διατήρησαν χριστιανικές ρίζες, μνήμες ή και πρακτικές. Στην Τουρκία υπάρχουν ακόμη γενεαλογικά ίχνη που οδηγούν σε τέτοιες ιστορίες.
Μπορείς να δεις σε αρχεία και οικογενειακά μητρώα γραμμές που μαρτυρούν μεταστροφές, αλλαγές ονομάτων, παλιές ταυτότητες που χάθηκαν προς τα έξω αλλά όχι εντελώς προς τα μέσα. Υπάρχουν επίσης τουρκόφωνες ορθόδοξες εκκλησιαστικές παραδόσεις, με λειτουργικά ίχνη που δείχνουν πόσο μπλεγμένες υπήρξαν οι ταυτότητες στη Μικρά Ασία. Αυτά τα πράγματα δεν είναι θεωρίες συνωμοσίας. Είναι κομμάτια μιας ιστορίας που για δεκαετίες έμεινε στο ημίφως.
Έκανα και ο ίδιος τεστ DNA και βγήκε ότι έχω περίπου 25% ελληνική καταγωγή. Δεν λέω ότι ένα τεστ DNA καθορίζει την πίστη ή την ταυτότητα ενός ανθρώπου. Όμως δείχνει κάτι που πολλοί αρνούνται να δουν: ότι οι λαοί της περιοχής είναι πολύ πιο ανακατεμένοι ιστορικά απ’ όσο θέλουν να παραδεχτούν. Οι άνθρωποι που ζούσαν εκεί πριν από χίλια χρόνια, σε μεγάλο βαθμό, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ζουν εκεί και σήμερα, έστω με άλλα ονόματα, άλλες γλώσσες και άλλες δηλωμένες θρησκείες.

Πώς βλέπεις σήμερα τη σχέση Ελλάδας και Τουρκίας;
Πιστεύω ότι οι απλοί άνθρωποι είναι πολύ πιο κοντά απ’ όσο δείχνει η πολιτική. Ο Γιώργος και ο Αχμέτ δεν έχουν κάτι να χωρίσουν από μόνοι τους. Τα μεγάλα προβλήματα τροφοδοτούνται συχνά από την πολιτική, την προπαγάνδα, τα συμφέροντα, τους εθνικισμούς. Όταν όμως οι άνθρωποι καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, τρώνε σχεδόν τα ίδια πράγματα, γελάνε με παρόμοιο τρόπο, μοιράζονται οικογενειακές ιστορίες που μοιάζουν εκπληκτικά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν τραύματα ή πραγματικά ιστορικά εγκλήματα. Υπάρχουν, και είναι βαθιά. Αλλά αν με ρωτάς τι έχω δει εγώ ζώντας και στις δύο πλευρές, θα σου πω ότι η κοινωνική απόσταση είναι πολύ μικρότερη από την πολιτική απόσταση. Και ίσως η πίστη, όταν είναι αληθινή, να μπορεί να χτίσει γέφυρες εκεί που η ιστορία έχτισε τείχη.
Αν γυρνούσες πίσω και μιλούσες στον νεότερο εαυτό σου, τι θα του έλεγες;
Θα του έλεγα να μη φοβηθεί να ρωτήσει μέχρι τέλους. Να μη δεχθεί ποτέ μια πίστη που τρομάζει μπροστά στην ερώτηση. Αν η αλήθεια είναι αλήθεια, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την έρευνα, την απορία, την πάλη.
Θα του έλεγα επίσης να έχει υπομονή, γιατί η αναζήτηση δεν είναι ευθεία γραμμή. Θα περάσεις από αμφιβολία, από θυμό, από απογοήτευση, από κλειστές πόρτες. Μπορεί να συναντήσεις ανθρώπους της θρησκείας που θα σε πληγώσουν. Μπορεί να χάσεις σχέσεις. Μπορεί να πληρώσεις κόστος. Αλλά αν επιμείνεις ειλικρινά, θα φτάσεις εκεί όπου η ψυχή και η λογική δεν θα πολεμούν πια μεταξύ τους.
Εγώ αυτό το βρήκα στην Ορθοδοξία. Δεν το κληρονόμησα, δεν μου το επέβαλε κανείς, δεν το επέλεξα για συμφέρον. Το βρήκα στο τέλος μιας δύσκολης πορείας. Γι’ αυτό και για μένα έχει αλήθεια.