Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου: Ο ήρωας του 1821 που συνελήφθη από το πρωτοπαλίκαρό του

Σύντομη βιογραφία του Οδυσσέα Ανδρούτσου- Η σύλληψή του από τον Ιωάννη Γκούρα, άλλοτε πρωτοπαλίκαρό του- Η φυλάκισή του στην Ακρόπολη και η δολοφονία του, που παρουσιάστηκε ως πτώση του στην προσπάθειά του να δραπετεύσει- Τι αναφέρει ο φρουρός του που απομακρύνθηκε μετά από εντολή των δολοφόνων του Ανδρούτσου;
Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου: Ο ήρωας του 1821 που συνελήφθη από το πρωτοπαλίκαρό του

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε το 1788 ή το 1789 στην Ιθάκη. Εκεί πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, καθώς στο νησί του Ιονίου είχε καταφύγει η μητέρα του Ακριβή, σύζυγος του αρματολού Ανδρέα Ανδρούτσου (παρατσούκλι του κλεφταρματολού Ανδρέα Βερούση, από τους Λιβανάτες Φθιώτιδας), για να ξεφύγει από το ανελέητο κυνηγητό που είχαν εξαπολύσει οι Τούρκοι εναντίον του συζύγου της και της οικογένειάς του. Νονά του Οδυσσέα ήταν η δεύτερη σύζυγος του Λάμπρου Κατσώνη, συναγωνιστή του πατέρα του.

Το 1797, ο πατέρας του θανατώθηκε στην Κωνσταντινούπολη και ο νεαρός Οδυσσέας, που βρισκόταν στην Πρέβεζα, κατατάχθηκε στο ναυτικό. Εκεί τον συνάντησε το 1806 ο Αλή πασάς, που είχε καταλάβει την πόλη και τον πήρε στην αυλή του, στα Γιάννενα. Στο ιδιόμορφο αυτό περιβάλλον, ο Οδυσσέας ανέπτυξε μια ιδιόμορφη προσωπικότητα: σκληρός, ευερέθιστος και φιλοχρήματος. Ταυτόχρονα όμως, γενναίος, μεγαλόψυχος και με αίσθηση του δικαίου.

o-odysseas-androytsos-efippos.jpg

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έφιππος

Ο Αλή πασάς, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Ανατολικής Ρούμελης και τον πάντρεψε με την Ελένη Καρέλη, δίνοντάς του ως προίκα πλούσια δώρα. Με έδρα τη Λιβαδειά, ο Ανδρούτσος ήρθε σε σύγκρουση με Έλληνες και Τούρκους κοτζαμπάσηδες που καταδυνάστευαν τους αγρότες, ενώ παράλληλα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με πολλούς κλεφταρματολούς της περιοχής, όπως οι Διάκος, Γκούρας, Πανουργιάς κ.ά.

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, ωστόσο παρέμεινε στο αρματολίκι ως το 1820. Τότε, μετά την τελική ρήξη του Αλή πασά με την Πύλη, άφησε στη θέση του τον Αθανάσιο Διάκο και πήγε στα Ιωάννινα για να πολεμήσει στο πλευρό του Αλή πασά. Τελικά κατέφυγε μαζί με 1.500 Έλληνες στη Λευκάδα. Εκεί, στις αρχές του 1821 έγιναν τα πρώτα σχέδια από οπλαρχηγούς για την έναρξη του αγώνα. Τον Μάρτιο του 1821, ο Ανδρούτσος βρισκόταν στη Ρούμελη και στις 22/3 έστειλε την περίφημη επιστολή προς τους Γαλαξιδιώτες, με την οποία τους καλούσε να πάρουν μέρος στον εθνικό απελευθερωτικό Αγώνα, ακόμα κι αν χρειαζόταν να θυσιαστούν για τον σκοπό αυτό.

Μετά τον θάνατο του Αθανάσιου Διάκου κατέλαβε το χάνι της Γραβιάς. Εκεί, χάρη στη στρατηγική του ιδιοφυΐα, με 118 άνδρες αντιμετώπισε τους 8.000 Οθωμανούς του Ομέρ Βρυώνη. Έτσι εμπόδισε την κάθοδό του στον Μοριά και τη λύση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς. Μετά την επιτυχία του αυτή, οι στρατιωτικοί τον ανακήρυξαν Αρχιστράτηγο της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, η τοπική διοίκηση του Αρείου Πάγου όμως αμφισβήτησε τον τίτλο του. Τελικά, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου του απένειμε επίσημα τον τίτλο.

to-xani-ths-grabias.jpg

Ο πόλεμος στον Ανδρούτσο ξεκίνησε από τους κοτζαμπάσηδες της Στερεάς Ελλάδας, επειδή είχε θίξει τα συμφέροντά τους στο παρελθόν. Ως πρόσχημα, αυτοί, χρησιμοποίησαν τα «καπάκια», τις συμφωνίες που είχε συνάψει ο Ανδρούτσος με τους Τούρκους, με σκοπό να κερδίσει χρόνο και να στηρίξει την Επανάσταση. Επρόκειτο για μία πρακτική συνηθισμένη από πολλούς οπλαρχηγούς. Όταν έλαβε το δίπλωμα του Χιλίαρχου από τον Άρειο Πάγο, το επέστρεψε και συνέχισε την επαναστατική του δράση. Ο Άρειος Πάγος έστειλε ως αντικαταστάτες του τον Αλέξιο Νούτσο και τον Χρήστο Παλάσκα.

Όμως και οι δύο εκτελέστηκαν, με τη συγκατάθεσή του Ανδρούτσου, ο οποίος φοβόταν δολοφονική επίθεση εναντίον του. Μετά από αυτό, ο Ανδρούτσος καθαιρέθηκε από το αξίωμά του, επικηρύχθηκε και αφορίστηκε από τον Υπουργό των Εκκλησιαστικών, Επίσκοπο Ιωσήφ. Όμως ο στρατός της Στερεάς παρέμενε πιστός στον Οδυσσέα και συνασπίστηκε πάλι γύρω του. Στα στενά της Μεγαρίδας εμπόδισε την υποχώρηση του Δράμαλη.

a8anasios-diakos-odysseas-androytsos.jpg

Αθανάσιος Διάκος - Οδυσσέας Ανδρούτσος

Η νέα αυτή επιτυχία του Ανδρούτσου είχε σαν αποτέλεσμα να ανακηρυχθεί Αρχιστράτηγος, τον Σεπτέμβριο του 1822. Συνέχισε όμως τα παρεξηγήσιμα "καπάκια" με τους Τούρκους και κατηγορήθηκε ξανά ως προδότης. Το 1824 και ενώ είχε δημιουργηθεί έντονη κρίση στον Αγώνα, ο Ανδρούτσος επιχείρησε να παίξει συμβιβαστικό ρόλο. Όμως, ο Ιωάννης Κωλέττης, προσωπικός εχθρός του αγωνιστή κατάφερε να επηρεάσει την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη, να στραφεί εναντίον του. Σε μια κίνηση εκβιασμού, ο Ανδρούτσος, για να κερδίσει την εύνοια της κυβέρνησης στράφηκε στους Τούρκους ξανά και προχώρησε σε νέες διαπραγματεύσεις μαζί τους και αποσύρθηκε στη "Μαύρη τρύπα", σπηλιά του Παρνασσού, κοντά στο χωριό Βελίτσα, που αποτελούσε καταφύγιό του. Οι νέες επαφές του με τους Τούρκους χρονολογούνται στις αρχές του 1824.

Προς το τέλος Ιανουαρίου 1825 δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Αθηνών" η είδηση, ότι ο Ανδρούτσος θα έπαυε κάθε πολεμική δραστηριότητα με τους Τούρκους παίρνοντας για αντάλλαγμα από αυτούς, τις επαρχίες Εύβοιας, Θήβας, Λιβαδειάς και την περιοχή της Αταλάντης. Η είδηση αυτή δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Η κυβέρνηση, που μόλις είχε θριαμβεύσει στον δεύτερο εμφύλιο και τηρούσε αδιάλλακτη στάση προς όλους τους οπλαρχηγούς που αμφισβητούσαν την κυριαρχία της αποφάσισε να εξοντώσει τον Ανδρούτσο.

Η κυβέρνηση αρνήθηκε κάθε ειρηνικό διακανονισμό με τον Ανδρούτσο και ανέθεσε στον Γκούρα, άλλοτε πρωτοπαλίκαρό του, την καταδίωξή του στις 20 Φεβρουαρίου 1825. Ο Γκούρας εφοδιασμένος με 140.000 γρόσια και 6.000 άνδρες έσπευσε στους Λιβανάτες στις αρχές Μαρτίου 1825. Εκεί συνάντησε τον Ανδρούτσο με 400 Τούρκους του Ομέρ πασά της Καρύστου, ενός από τους ικανότερους Τούρκους στρατιωτικούς στα χρόνια της Επανάστασης. Η σύγκρουση ήταν σχετικά σύντομη. Ο Ανδρούτσος κατάλαβε ότι είχε ξεπεράσει τα όρια. Προσπάθησε να διαφύγει στην Ιθάκη, αλλά δεν τα κατάφερε.

Η σύλληψη του Οδυσσέα Ανδρούτσου και η φυλάκισή του στην Ακρόπολη

Στις 7 Απριλίου 1825 ο Ανδρούτσος μαζί με λίγους πιστούς Έλληνες που τον ακολουθούσαν παραδόθηκε στον Γκούρα, με τη συμφωνία ότι η περαιτέρω τύχη του θα καθοριζόταν από τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Όμως οι κοτζαμπάσηδες τον θεωρούσαν ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο και είχαν προαποφασίσει την τύχη του. Τα προσχήματα άρχισαν να εξαφανίζονται και ο Ανδρούτσος, μετά από μερικές ημέρες ελευθερίας περιορίστηκε στη μονή Αγίου Σεραφείμ Δομβούς, στους πρόποδες του Ελικώνα (ιδρύθηκε από τον Όσιο Σεραφείμ το 1598). Έγγραφα του Εκτελεστικού προς τον Γκούρα τον προέτρεπαν να εξοντώσει τον Ανδρούτσο. Την ίδια ώρα, ο Ιμπραήμ είχε αποβιβαστεί στην Πελοπόννησο προκαλώντας τεράστια προβλήματα.

o-odysseas-androytsos-dexetai-epi8eseis-sthn-a8hna.jpg

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δέχεται επιθέσεις στην Αθήνα

Το Σώμα του Γκούρα κατευθυνόταν προς την Παρνασσίδα, ενώ τα Σώματα του Καραϊσκάκη και του Κώστα Μπότσαρη, προερχόμενα από την Πελοπόννησο κατευθύνονταν προς τον Όσιο Λουκά. Ο γραμματικός του Ανδρούτσου, Γεωργαντάς βρήκε τους δύο οπλαρχηγούς και ζήτησε από τον Καραϊσκάκη, στενό φίλο του Ανδρούτσου, να τον ελευθερώσει. Όταν έμαθε τα συμβάντα, ο Καραϊσκάκης έγινε έξαλλος. Αποφάσισαν με τον Μπότσαρη να ζητήσουν από τον Γκούρα να μεταβεί στον Όσιο Λουκά, με το πρόσχημα του σχεδιασμού των επομένων κινήσεών τους κι εκεί, να τον συλλάβουν και να του ζητήσουν να ελευθερώσει τον Ανδρούτσο. Ο αθυρόστομος και αυθόρμητος Καραϊσκάκης όμως, με τη φράση "δεν θ' αφήσω να κρατά ο παλιόβλαχος (Γκούρας) το λιοντάρι της Ρούμελης (Ανδρούτσο) φανέρωσε τους σκοπούς τους. Ο Γκούρας έμαθε τι έγινε και δεν πήγε στον Όσιο Λουκά, μόνο διαμήνυσε στον Καραϊσκάκη ότι "τα τέτοια αυτός δεν τα χαμπερίζει".

iwannhs-gkoyras.jpg

Ο Ιωάννης Γκούρας

Ο Γκούρας έδωσε εντολή στον Παπακώστα, που ήταν υπεύθυνος για τη φύλαξη του Ανδρούτσου, να τον μεταφέρει στην Αθήνα, φρουρούμενο. Όταν έφτασε στην πόλη, ο Οδυσσέας είχε σχετική ελευθερία κινήσεων. Όμως, σταδιακά, όταν κυκλοφορούσε, εγκάθετοι του Ιωάννη Μαμούρη, που αντικαθιστούσε τον Γκούρα στη διοίκηση της πόλης, τον έβριζαν ή τον χλεύαζαν. Ο Ανδρούτσος οργιζόταν και τους απαντούσε ή και επιχειρούσε να τους επιτεθεί. Μάταια ζητούσε από τον Μαμούρη να δικαστεί. Αυτός, μετά από εντολή του Γκούρα, τον μετέφερε στην Ακρόπολη, δήθεν για προστασία. Σύντομα όμως τον έριξε σ' ένα κελί, του φράγκικου πύργου της Ακρόπολης.

Πέρασε στα χέρια και τα πόδια του Οδυσσέα Ανδρούτσου χοντρές αλυσίδες που κατέληγαν σε μπάλες και τοποθέτησε φρουρά έξω από το κελί.

Η δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου

Τη νύχτα της 5ης Ιουλίου 1825 ο Μαμούρης, ο Παπακώστας, ο Τριανταφυλλίνας και κάποιος Θεοχάρης μπήκαν στο κελί του Ανδρούτσου και τον βασάνισαν για να μαρτυρήσει πού έχει κρύψει τους θησαυρούς του. Τελικά, τον θανάτωσαν με λαβή στα περισσότερο ευαίσθητα μόριά του και στραγγαλίζοντάς τον. Έπειτα πέρασαν βρόχο στον τράχηλό του και κρέμασαν από το παράθυρο του πύργου, προς τα έξω, το πτώμα του. Κόβοντας το σχοινί, ο νεκρός ήδη Ανδρούτσος έπεσε σε μαρμάρινο δάπεδο από ύψος περίπου 35 μέτρων. Στις 6/6/1825 η "Εφημερίς των Αθηνών" που εκδιδόταν στην Αίγινα έγραφε: "Σήμερον ετελείωσε τον δρόμο της ζωής του ο Οδυσσεύς Ανδρίτσου". Η εφημερίδα επανήλθε με λεπτομέρειες (ψευδείς) στις 9 Ιουνίου. Έγραφε ότι ο Ανδρούτσος εκμεταλλευόμενος ότι οι στρατιώτες που τον φυλούσαν είχαν κοιμηθεί πήρε δύο τριχιές, που προέρχονταν από τα γαϊδούρια που ανέβαιναν στον Ιερό Βράχο. Τη μία, τη χρησιμοποίησε για να κατέβει από τον φράγκικο πύργο και την άλλη, την έζωσε στη μέση για να τη χρησιμοποιήσει για την κάθοδο του από το κάστρο. Όμως, για κακή τύχη του Ανδρούτσου κόπηκε η τριχιά, έπεσε στο λιθόστρωτο κάτω απ' τον ναό της Απτέρου Νίκης και σκοτώθηκε. Η αρχική ιατροδικαστική έκθεση έκανε λόγο για χρήση βίας εναντίον του Ανδρούτσου. Η έκθεση σκίστηκε και έγινε δεύτερη από τον Ιταλό γιατρό και Αντιπρόξενο του Βασιλείου της Νεάπολης Φραγκίσκο Βιτάλη. Αυτή βεβαίωνε ότι ο θάνατος του Ανδρούτσου προήλθε από πτώση. Και ο Μαμούρης, σε υποκριτική επιστολή προς τον Γκούρα, αναφέρει ότι ο Οδυσσέας είχε την καλύτερη δυνατή περιποίηση. Του ζήτησε, δήθεν να φύγουν οι φρουροί γιατί τον "βαραίνουν" και ο Μαμούρης ικανοποίησε την επιθυμία του. Όμως, ο Ανδρούτσος επιχείρησε να δραπετεύσει. Η τριχιά που χρησιμοποίησε έσπασε και σκοτώθηκε πέφτοντας από την Ακρόπολη. Η επιστολή έκλεινε ως εξής: "Εγώ τι να κάμω δεν ηξεύρω από την στεναχωρίαν μου". Κανένας δεν πίστεψε αυτή την εκδοχή. Όλοι ήταν βέβαιοι ότι ο Ανδρούτσος δολοφονήθηκε. Αυτό όμως επιβεβαιώθηκε το 1863 από τον Κωνσταντίνο Καλατζή, φρουρό του Ανδρούτσου το μοιραίο βράδυ.

Η μαρτυρία του φρουρού του Ανδρούτσου Κωνσταντίνου Καλατζή

Το 1863, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, σε μεγάλη ηλικία τότε, αφηγήθηκε στον δικηγόρο Σπύρο Φόρτη τα πραγματικά γεγονότα της δολοφονίας του Ανδρούτσου. Ο Καλατζής ήταν ένας από τους φρουρούς του Ανδρούτσου. Διέψευσε τον Μαμούρη λέγοντας ότι ο Οδυσσέας είχε δεμένα τα χέρια και τα πόδια με αλυσίδες που κατέληγαν σε βαριές μπάλες. Επίσης είπε ότι του έδιναν σπάνια φαγητό και σε μικρή ποσότητα. Όταν τον είδε ο Καλατζής ήταν λερωμένος, κουρελιασμένος μ' ένα κοντοκάπι, ενώ και ο καλογερικός σκούφος που φορούσε ήταν πολύ βρόμικος.

Το μοιραίο βράδυ της 5ης Ιουνίου, ο Καλατζής ήταν σκοπός στο κελί του Ανδρούτσου. Έπεφτε ψιλή βροχή, υπήρχε απόλυτο σκοτάδι και έκανε κρύο. Ξαφνικά μετά τα μεσάνυχτα είδε κάποιους να πλησιάζουν. Ήταν αρματωμένοι. Ο ένας κρατούσε φανάρι. Ο Καλατζής αναγνώρισε τον Τριανταφυλλίνα, τον Τζαμάλα, τον Μαμούρη κι έναν στρατιώτη από τα Σάλωνα (Άμφισσα) που θα τον αντικαθιστούσε. Ο επικεφαλής τους, έμεινε πιο πίσω.

Gravia,,Greece/,January,,2020:,Statue,Of,Odysseas,Androutsos,,The,Commader

Το Χάνι της Γραβιάς σήμερα

Shutterstock

Ήταν μάλλον ο Παπακώστας. Ο Καλατζής διατάχθηκε να αποχωρήσει. Τον αντικατέστησε ο στρατιώτης από την Άμφισσα. Επειδή υποψιάστηκε ότι κάτι κακό θα κάνουν στον Ανδρούτσο κρύφτηκε, βοηθούμενος κι από το βαθύ σκοτάδι. Οι τρεις μπήκαν στο κελί. Ο Ανδρούτσος τους είπε: "Ωρέ ξέρω καλά ποιος σας έστειλε εσάς εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δεν μου λύνετε το ένα χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πώς με λένε. Αυτές εδώ τις σαπιοκοιλιές δεν τις συνερίζομαι (=παρεξηγώ), μα σύ μωρέ Γιάννη (Μαμούρη), γιατί;".

Ακολούθησε επίθεση των τριών εναντίον του Ανδρούτσου και η δολοφονία του. Το πτώμα του Ανδρούτσου πετάχτηκε από την Ακρόπολη στο δρομάκι... Ο Καλατζής είδε τους τέσσερις, να κατεβαίνουν κάτω, με το φανάρι, στο μέρος της Ακρόπολης προς του Μακρυγιάννη. Εκεί κάτι έκαναν, καθώς ακουγόταν ήχος σαν να μπήγουν έναν στύλο στη γη. Ανέβηκαν έπειτα πάνω και στον φραγκικό πύργο ακουγόταν ήχος πέτρας που χτυπά άλλη πέτρα. Αμέσως μετά έφυγαν και ο Καλατζής πήγε για ύπνο. Το πρωί που ξύπνησε είχε διαδοθεί παντού ότι ο Ανδρούτσος επιχείρησε να δραπετεύσει δένοντας μια τριχιά από ένα παλούκι (αυτό τοποθέτησαν εκ των υστέρων οι δολοφόνοι του στον φράγκικο πύργο). Η τριχιά κόπηκε και ο Ανδρούτσος έπεσε στο κενό. Ο Καλατζής κατέβηκε και εκεί που βρισκόταν ο νεκρός Ανδρούτσος και είδε μια άλλη τριχιά περασμένη στη μέση του: "Τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν του Αγίου Δημητρίου προς δυσμάς της Ακροπόλεως", ανέφερε ο Καλατζής. Ο Μακρυγιάννης, που ήταν φιλικά προσκείμενος στους πολιτικούς κατηγόρησε τον Γκούρα και τον Κωλέττη ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Ανδρούτσου.

o-andriantas-toy-odyssea-androytsoy-sthn-prebeza.jpg

Ο αδριάντας του Ανδρούτσου στην Πρέβεζα

Μεταθανάτια αποκατάσταση

Ο Φόρτης δημοσίευσε την αφήγηση του Καλατζή το 1898 στην εφημερίδα "Καιροί", ενώ το 1901 δημοσιεύθηκε και στο "Αθηναϊκόν, Αρχείον", μαζί με "Αναμνήσεις" του γραμματικού του Οδυσσέα Αντώνιου Γεωργαντά. Ο Όθωνας έμαθε την αλήθεια από τους αγωνιστές του 1821 και έδωσε μια υψηλότατη σύνταξη στην Ελένη, χήρα του Ανδρούτσου. Ποτέ δεν αποδείχθηκε ότι δύο συμφωνίες που φερόταν ότι έκανε με τους Τούρκους ήταν γνήσιες. Η επίσημη αποκατάστασή του έγινε μόλις το 1872, παρούσης και της χήρας του Ελένης. Τότε πιθανότατα ήρθε στην Αθήνα και φωτογραφήθηκε ο Ιωάννης Κλίμακας, ένας από τους 118 που πολέμησαν στο Χάνι της Γραβιάς.

1781272161411-396024441-iwannhs-klimakas-polemisths-sto-xani-ths-grabias-se-megalh-hlikia.jpg

Ο Ιωάννης Κλίμακας, πολεμιστής δίπλα στον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς. Η φωτογραφία είναι αληθινή και τραβήχτηκε το 1872 στα Ανάκτορα

Τα οστά του Ανδρούτσου μεταφέρθηκαν, το 1863 στην εκκλησία των Αγίων Ασωμάτων, το 1865 στο Α' Νεκροταφείο, με τιμές και από το 1967 μεταφέρθηκαν στην Πρέβεζα, τόπο καταγωγής της μητέρας του, κάτω από τον ανδριάντα του που δεσπόζει στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης