Αυτό είναι το «Θανάσιμο Μυστικό»: Η δολοφονία έφηβης αποκαλύπτει τη σχέση της Μαφίας με το Βατικανό
Η ιστορία της Banda della Magliana δεν είναι απλώς μια ακόμη σκοτεινή σελίδα της ιταλικής εγκληματικότητας. Είναι το χρονικό μιας οργάνωσης που γεννήθηκε στα «μολυβένια χρόνια» της Ιταλίας και ανελίχθηκε στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας. Στη Ρώμη του Ψυχρού Πολέμου –σταυροδρόμι του ΝΑΤΟ, των μυστικών υπηρεσιών και του Βατικανού– η εγκληματική της δράση δεν περιορίστηκε σε ληστείες και ναρκωτικά, αλλά άγγιξε πολιτικά, εκκλησιαστικά και οικονομικά κέντρα. Την ελίτ δηλαδή και τα σκοτεινά μυστικά της…
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία αυτή έγινε πρόσφατα μίνι σειρά στο Netflix με τεράστια επιτυχία. Και τώρα έρχεται το βιβλίο «Θανάσιμο Μυστικό» που κυκλοφορεί και στη χώρα μας από τις εκδόσεις «Νύμφη», το οποίο είναι κάτι περισσότερο από μια αστυνομική αφήγηση. Είναι μια μαρτυρία για το πώς η ερευνητική δημοσιογραφία μπορεί να ανασύρει τεκμήρια, να ενώσει σκόρπιες λεπτομέρειες και να ταράξει παγιωμένες αφηγήσεις. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία αμφισβητείται και η αλήθεια μοιάζει εύθραυστη, μια ερευνητική δημοσιογράφος υπερασπίζεται τον ρόλο του ανεξάρτητου Τύπου ως θεμέλιο της δημοκρατίας – όχι μόνο στην Ιταλία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Στο επίκεντρο της έρευνας της Raffaella Notariale βρίσκεται ο Ενρίκο Ντε Πέντις, ο επονομαζόμενος «Ρενατίνο», αρχηγικό στέλεχος της οργάνωσης, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1990 και –προκαλώντας συλλογικό σοκ– τάφηκε σε ιερό έδαφος, στη Βασιλική του Sant’Apollinare. Το γεγονός ότι ένας «Βασιλιάς του Υποκόσμου» αναπαύτηκε σε έναν χώρο προορισμένο για εξέχουσες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, αποτέλεσε για τη Notariale την αφετηρία μιας πολυετούς έρευνας.
Η υπόθεση συνδέεται άρρηκτα με την εξαφάνιση της 15χρονης Emanuela Orlandi, μιας υπόθεσης που παραμένει ανοιχτή εδώ και περισσότερα από σαράντα χρόνια. Στο βιβλίο της, η Notariale δεν προτείνει μια εύκολη «θεωρία συνωμοσίας». Αντίθετα, μιλά για ένα διάσπαρτο σύστημα διαπλοκής, όπου οργανωμένο έγκλημα, θεσμοί, οικονομικά συμφέροντα και εκκλησιαστικοί κύκλοι αλληλεπικαλύπτονται. Και παράλληλα, μας μαθαίνει μια ιστορία τόσο σκοτεινή, όσο και οι κατακόμβες της Ρώμης…

Σας θυμίζουν κάτι στο… σήμερα όλα αυτά;
Το Newsbomb πήρε αποκλειστική συνέντευξη από τη Raffaella Notariale. «Το μάθημα που αποκόμισα είναι απλό και σκληρό: οι μεγάλες αλήθειες σχεδόν ποτέ δεν προκύπτουν από μια ξαφνική αποκάλυψη, αλλά από τη συσσώρευση λεπτομερειών που για χρόνια κάποιος θεωρεί άσχετες ή χλευάζει, υποτιμώντας τες. Η ερευνητική δημοσιογραφία δεν δημιουργεί τα γεγονότα. Τα ταξινομεί. Και αυτή η ταξινόμηση, όταν αποκαλύπτει απροσδόκητες συνδέσεις, ενοχλεί ανθρώπους που είναι ύποπτα βρώμικοι», μας αναφέρει μεταξύ άλλων...

Newsbomb: Αν σας ζητούσα να εξηγήσετε σε έναν Έλληνα αναγνώστη τι ήταν η Banda della Magliana και γιατί η ιστορία της είναι τόσο σημαντική για την Ιταλία, αλλά και τελικά για ολόκληρη την Ευρώπη, τι θα του λέγατε; Ποια είναι τα κοινά σημεία ή οι διαφορές με την «παραδοσιακή» μαφία, όπως τη γνωρίζουμε;
Raffaella Notariale: Η Banda della Magliana δεν ήταν απλά μια ομάδα κοινών κακοποιών: αποτέλεσε το μεγαλύτερο εγχώριο “εργαστήριο” παρανομίας στην καρδιά της Ρώμης, που διήρκεσε από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 έως τις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Δημιουργήθηκε περισσότερο από άκρατη φιλοδοξία παρά από ανάγκη: σε ένα υγρό κελί μιας ρωμαϊκής φυλακής, μερικοί μικροκακοποιοί ονειρεύτηκαν πλούτη και εξουσία. Οραματίστηκαν να εξισωθούν με τη μαφία και την καμόρα, να ιδρύσουν κάτι που θα έμοιαζε με μία «Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία» που θα ηγούταν του υποκόσμου της πρωτεύουσας.
Και κάπως έτσι, αρχίζουν από τα λόγια να περνούν στις πράξεις. Εμπλέκουν όσους γνωστούς τους θεωρούν πρόσωπα εμπιστοσύνης, μοιράζονται επαφές με μέλη της μαφίας και της καμόρα, ενώνουν τις δυνάμεις τους. Στη Ρώμη εκείνων των χρόνων υπάρχουν οι «συστοιχίες», διάφορες κλίκες κακοποιών που ασχολούνται με κλοπές, ληστείες, εκβιασμούς μικρής κλίμακας, πορνεία. Η νεοσύστατη ομάδα ενοποιεί αυτές τις “συστοιχίες” ανεβάζοντας τον πήχη: διακίνηση ναρκωτικών, τζόγος, τοκογλυφία, απαγωγές.
Οι πιο πονηροί αναπτύσσουν διασταυρούμενες σχέσεις: όχι μόνο με υπαλλήλους υπουργείων, επιχειρηματίες και υπεργολάβους, αλλά και με ιδεολόγους εξτρεμιστές, παραβατικά τμήματα των μυστικών υπηρεσιών, σημαντικούς χρηματοοικονομικούς κύκλους, το παραδοσιακό οργανωμένο έγκλημα, μέχρι τελικά να αγγίξουν τμήματα της πολιτικής και του εκκλησιαστικού κόσμου. Είναι αυτό το δίκτυο που μετατρέπει μια παρέα κακοποιών του δρόμου σε ένα νέο σύστημα εξουσίας.
Οι διαφορές σε σχέση με την «παραδοσιακή» μαφία όπως τη γνωρίζει το κοινό, είναι σαφείς. Οργανώσεις όπως η Cosa Nostra, η 'Ndrangheta ή η Camorra γεννιούνται σε συγκεκριμένες περιοχές, χαρακτηρίζονται από τελετουργικά ένταξης, εσωτερικούς κώδικες λειτουργίας, οικογενειακούς δεσμούς και ρίζες που διαπερνούν γενεές και γενεές. Η Banda della Magliana στον αντίποδα, είναι ευέλικτη, αστική, μοντέρνα. Μοιάζει περισσότερο με έναν εγκληματικό όμιλο παρά με μια κλασική μαφιόζικη οργάνωση: δεν διαθέτει τελετουργικά ένταξης, ούτε τον “μύθο” που περιβάλλει την “τιμή”. Είναι πραγματιστική, αδιάκριτη, βλάσφημη.
Για να κατανοήσουμε τη σημασία της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρέπει να εξετάσουμε το πλαίσιο δράσης της. Η Ιταλία των λεγόμενων «μολυβένιων χρόνων» αφορά μια πολύ ευαίσθητη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου πάνω από τη Μεσόγειο. Η Ρώμη αποτελεί το κατάλληλο έδαφος αφού είναι ένα σταυροδρόμι του Βατικανού, του ΝΑΤΟ, των δυτικών και ανατολικών μυστικών υπηρεσιών. Η Banda δεν λειτουργεί μεμονωμένα, προσαρμόζεται και αλληλεπιδρά με ιταλικά και ξένα δίκτυα εξουσίας. Αυτές οι συμπαιγνίες της επιτρέπουν να κυριαρχεί στην πρωτεύουσα με τρόπο εκτεταμένο, χωρίς να την ενοχλεί κανείς.
Στον Έλληνα αναγνώστη θα πρότεινα να ξεχάσει την φολκλόρ εγκληματικότητα made in Italy. Η Banda della Magliana δεν αποτελεί μια κλασική, μια παραδοσιακή μαφιόζικη οργάνωση, αλλά έναν σύνδεσμο ανάμεσα στον δρόμο και στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας. Είναι ένας μεσάζων που διαπραγματεύεται με όλους, κάνοντας μπίζνες μαζί τους. Είναι πολύ περισσότερα από μια τοπική ομάδα κακοποιών· είναι μια κοινοπραξία, ένας πρόδρομος των σύγχρονων δομών του υποκόσμου: εταιρείες-βιτρίνα που συμπλέκονται με την χρηματοοικονομική και πολιτική ελίτ.
Είναι αυτή η υβριδική φύση που την χαρακτηρίζει -περισσότερο από τη βία καθαυτή- η οποία την καθιστά ένα ιταλικό φαινόμενο ευρωπαϊκών διαστάσεων. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι μετά από δεκαετίες δεν χάνει τη γοητεία της, αλλά αντιθέτως, συνεχίζει να εμπνέει ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και ντοκιμαντέρ.

Ποιο είναι κατά τη γνώμη σας, το πραγματικό «Θανάσιμο Μυστικό» που κρύβεται πίσω από την ταφή του Ενρίκο Ντε Πέντις στο Βατικανό; Γιατί θεωρείται τόσο σκανδαλώδες αυτό το γεγονός και τί ανακαλύψατε στο τέλος της έρευνάς σας, που δεν γνωρίζατε πριν;
Στην αρχή, οι «συστοιχίες» βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία μεταξύ τους και στο ίδιο επίπεδο, αλλά με τον καιρό μία από αυτές εξελίσσεται. Οι περισσότεροι παραμένουν απλά όργανα, είναι εξασθενημένοι από τις δολοφονίες, τις συλλήψεις και τη φυγή των πιο χαρισματικών τους αρχηγών. Μια φατρία είναι αυτή που ξεχωρίζει: εκείνη των Testaccini, το ισχυρότερο και πιο επικίνδυνο κομμάτι της Banda della Magliana.
Με την πτώση αρκετών μεγάλων αφεντικών, ο Ενρίκο Ντε Πέντις αναδεικνύεται σε καθοδηγητή αυτής της φατρίας, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συνεργατών της δικαιοσύνης, αλλά και τα ευρήματα των ερευνών. Τον αποκαλούν «Ρενατίνο», «Ρενάτο», «ο Πρόεδρος», «ο Δόκτορ Φάβας». Το τελευταίο παρατσούκλι το κολλάει ο ίδιος στον εαυτό του, με ειρωνική και προκλητική διάθεση.
Αλλά πέρα από το φολκλόρ στοιχείο, ο Ντε Πέντις ξεχωρίζει πραγματικά από τους υπόλοιπους: δεν πίνει ναρκωτικά, δεν μεθάει, φοράει φινετσάτα ρούχα φτιαγμένα από τους πιο ονομαστούς ράφτες, με τις βιτρίνες τους να ποζάρουν μπροστά στο Κοινοβούλιο, αγαπά την αρχαιολογία, επενδύει χρήματα συνεχώς, και ξέρει να πλασάρεται στους κοινωνικούς κύκλους. Δεν χαραμίζει τα κέρδη του εγκλήματος σε πάρτι και καταχρήσεις, όπως πολλοί πρώην σύντροφοί του: αγοράζει μαγαζιά, σούπερ μάρκετ, με λίγα λόγια, γίνεται ένας λαμπρός επιχειρηματίας, με τα βρώμικα χρήματα που έχει κερδίσει από το αίμα των άλλων.
Κάποια στιγμή ωστόσο, παραβιάζει τον άγραφο κανόνα της ισοκατανομής των κερδών. Αρχίζει να μανατζάρει επιχειρήσεις χωρίς να εμπλέκει τους υπόλοιπους, εκμεταλλευόμενος προνομιακά κανάλια που έχει δημιουργήσει με διάφορους κρατικούς μηχανισμούς. Η ζήλια και η καχυποψία οδηγούν την οργάνωση στο να εκραγεί, και ανάμεσα στους πρώην συμμάχους ξεσπά ένας ανελέητος αγώνας επιβίωσης: σκοτώνουν για να μην σκοτωθούν.
Το 1990, ο Ντε Πέντις δολοφονείται στο κέντρο της Ρώμης, μόλις λίγα βήματα από την Piazza Navona. Λίγα μέτρα πιο πέρα βρίσκεται το μουσικό ωδείο από την οποίο εξαφανίζεται η 15χρονη κάτοικος του Βατικανού, Εμανουέλα Ορλάντι. Το ωδείο βρίσκεται δίπλα στη Βασιλική του Sant’Apollinare, όπου μέσα εκεί -ασύλληπτο ως γεγονός- ο Ντε Πέντις θα ταφεί αργότερα.

Κι εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο.
Στην παράδοση των καθολικών, η ταφή σε ιερό τόπο προορίζεται για εξέχουσες προσωπικότητες της εκκλησίας, ή για ιδιαίτερα σημαντικούς ευεργέτες. Εδώ όμως, μιλάμε για το αφεντικό μιας εγκληματικής οργάνωσης, φυγόδικο για χρόνια, έπειτα κρατούμενο, και τελικά δολοφονημένο στα τριάντα έξι του από μια ομάδα εκτελεστών· όχι μια τυχαία ομάδα εκτελεστών… Η σημειολογία της αντίθεσης είναι κραυγαλέα: η αστυνομία τον καταδιώκει μα η Εκκλησία τον υποδέχεται σε ιερό έδαφος. Το λεγόμενο «Θανάσιμο Μυστικό» δεν αφορά κάποιον αποκρυφιστικό όρο. Αφορά το εκτεταμένο δίκτυο σχέσεων που είχε ο Ντε Πέντις.
Ποιος εξουσιοδοτεί αυτήν την ταφή; Για ποιον λόγο; Με βάση ποιες διασυνδέσεις; Ανακαλύπτω ότι η άδεια δίνεται από τον τότε εφημέριο της βασιλικής του Αγίου Απολλινάριου, τον μοναχό Πιέρο Βεργκάρι, με τη συγκατάθεση του Επισκοπικού Βικαριάτου της Ρώμης, υπό την καθοδήγηση του καρδινάλιου Ούγκο Πολέττι, που ήταν και πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Διάσκεψης. Ο Πολέττι ήταν το δεξί χέρι του Βοϊτίλα (Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄). Το καταλαβαίνετε; Έρχονται εις γνώσιν μου επίσημα έγγραφα όπου ο Ντε Πέντις αναφέρεται ως «ευεργέτης των φτωχών».
Αλλά η φράση αυτή δεν εξαντλεί την υπόθεση. Το 2005, δουλεύοντας στη RAI, ασχολούμαι με την υπόθεση της Εμανουέλα Ορλάντι, της 15χρονης κοπέλας που εξαφανίστηκε το 1983. Μετά από ρεπορτάζ, έρχεται ένα κρίσιμο ανώνυμο τηλεφώνημα: για να μάθουμε τι συνέβη με την έφηβη, λέει ο άγνωστος, πρέπει να βρούμε ποιος είναι θαμμένος στη βασιλική του Sant’Apollinare και ποια “χάρη” είχε κάνει ο Ρενατίνο στον καρδινάλιο.
Ξεκινάω την έρευνα. Μελετώ αρχεία, πρακτικά, επισκέπτομαι αρχές, αστυνομικά τμήματα, εκκλησίες και την Εισαγγελία. Καταφέρνω να αποκτήσω τα αυθεντικά έγγραφα που επιτρέπουν την ταφή και φωτογραφίες της σαρκοφάγου... Τις δημοσιοποιώ το 2005: δεν είναι φήμες ούτε αναφορές τρίτων, αλλά υπογεγραμμένα έγγραφα.
Συλλογικό σοκ. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι και οι δύο υψηλόβαθμοι προκαθήμενοι γνώριζαν ακριβώς ποιος ήταν ο Ντε Πέντις. Δεν ήταν κάποιος άσημος εγκληματίας: όταν δολοφονείται, οι εφημερίδες τον χαρακτηρίζουν «Βασιλιά του Υποκόσμου». Η συμμετοχή του στη Banda είναι δημοσίως γνωστή. Ο ίδιος ο Πολέττι, συνειδητοποιώντας την αμφιλεγόμενη πράξη, προτείνει αρχικά μια «διακριτική λύση»: ταφή στο δημοτικό κοιμητήριο και μεταφορά αργότερα στη βασιλική, για να αποφευχθεί το σκάνδαλο. Η αμηχανία αποδεικνύεται ότι υπήρχε από την αρχή.
Το γεγονός γίνεται θέμα στην τηλεόραση και από το Βατικανό έρχονται μόνο ασαφείς, διστακτικές εξηγήσεις. Στη συνέχεια, έρχεται στο φως μια συμφωνία: η Εκκλησία, υπό την πίεση της κοινής γνώμης, ζητά από τους δικαστές τη μεταφορά του νεκρού, με τους εισαγγελείς να απαιτούν ως αντάλλαγμα τα αρχεία των εκκλησιαστικών ερευνών για την εξαφάνιση της Ορλάντι. Τελικά, οι ανώτερες αρχές του Βατικανού πιέζουν τον εισαγγελέα Τζουζέπε Πινιατόνε, ο οποίος αναλαμβάνει προσωπικά την υπόθεση, ανοίγει την σαρκοφάγο και διατάσσει τη μεταφορά των λειψάνων. Τεχνικά ήταν μια τυπική διαδικασία, ουσιαστικά όμως κλείνει μια υπόθεση ανεξήγητη. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Πινιατόνε συνταξιοδοτείται και αμέσως διορίζεται Πρόεδρος του Δικαστηρίου του Βατικανού από τον Πάπα Φραγκίσκο.
Η έρευνά μου όμως δεν περιορίζεται στα έγγραφα του ασύλληπτου γεγονότος της ταφής. Ανακαλύπτω τη Σαμπρίνα Μινάρντι, την πρώην ερωμένη του Ντε Πέντις, το πρόσωπο που η Αστυνομία είχε παρακολουθήσει για να εντοπίσει τον φυγόδικο Ρενατίνο. Καταφέρνω να της πάρω συνέντευξη το 2006 στο σπίτι της. Μου ζητά να μην την ρωτήσω για την Ορλάντι. Επιμένω και της θέτω ευθύβολες ερωτήσεις. Η γυναίκα αρνείται την οποιαδήποτε ανάμειξη στην απαγωγή, είτε δική της είτε του πρώην συντρόφου της. Ωστόσο, η επιθυμία της να σιωπήσει έχει ήδη δώσει απάντηση σε πολλά ερωτήματα. Αναφέρω αυτή την λεπτομέρεια σε ανακριτές και εισαγγελείς, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τρία χρόνια αργότερα, η Μινάρντι τελικά καταθέτει στην Εισαγγελία, εκεί όπου χαρακτηρίζεται ως «υπερμάρτυρας» της υπόθεσης Ορλάντι: κάποιες από τις δηλώσεις της επιβεβαιώνονται, άλλες αμφισβητούνται.
Το σημαντικό εντούτοις, παραμένει: η ταφή ήταν γεγονός. Για τον Ρωμαίο αρχηγό δεν εκκρεμούσε κάποια κατηγορία εκείνη την περίοδο, παρότι είχε περάσει χρόνια στη φυλακή -οι μεγάλες δίκες της Banda πραγματοποιήθηκαν μετά τον θάνατό του. Το γεγονός ότι ένα τόσο αμφιλεγόμενο πρόσωπο θάβεται σε έναν τόσο ιερό χώρο της καθολικής εκκλησίας, αποδεικνύει τη βαθιά διαπλοκή μεταξύ της θεσμικής, της εκκλησιαστικής, αλλά και τη εξουσίας του υποκόσμου.
Όταν ένας αρχηγός του υποκόσμου αντιμετωπίζεται σαν ευεργέτης, τα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας γίνονται πορώδη. Αυτή η ιδιότυπη σχέση, περισσότερο από κάθε ανεξιχνίαστο μυστήριο, είναι το πραγματικό «Θανάσιμο Μυστικό». Δεν πρόκειται για κάποιο απόκρυφο μυστήριο, αλλά για ένα πολυδαίδαλο σύστημα διαπλοκής, που φέρνει κοντά τις διάφορες εξουσίες.

Εμπιστευτικό έγγραφο του Βατικανού, κατά το οποίο ο εφημέριος Πιέρο Βεργκάρι χαρακτηρίζει τον Ενρίκο Ντε Πέντις, «ευεργέτη των φτωχών», εκτός των άλλων.
Αυτή η οργάνωση συνδέει την πολιτική σκηνή, τις μυστικές υπηρεσίες, τις μασονικές στοές, το οργανωμένο έγκλημα και την Εκκλησία. Πώς κατάφερατε να διαχειριστείτε ένα τόσο χαοτικό υλικό με τέτοια δημοσιογραφική ακρίβεια; Και σε ποια συμπεράσματα καταλήξατε εσείς προσωπικά, ως λειτουργός της ερευνητικής δημοσιογραφίας;
Πριν φτάσω στα έγγραφα και τις φωτογραφίες του τάφου του Ενρίκο Ντε Πέντις, πριν εντοπίσω τη Σαμπρίνα Μινάρντι, πριν πάρω συνέντευξη από τον συνεργάτη της δικαιοσύνης Μαουρίτσιο Αμπατίνο, μελετούσα τα πάντα μανιωδώς. Ξεκίνησα από τα πρακτορεία ειδήσεων της δεκαετίας του ‘80 και του ‘90. Στη συνέχεια, πέρασα εβδομάδες στην εφημεριδοθήκη διαβάζοντας τις εφημερίδες της εποχής για να καταγράψω την ατμόσφαιρα, το κλίμα, τις παραλείψεις. Πήγα στην Εισαγγελία, πίεσα τους ανακριτές, χτύπησα τις πόρτες των κληρικών. Το καλοκαίρι του 2005 ήμουν μια νεαρή δημοσιογράφος που ζούσε με έναν μόνο στόχο: να λύσω τουλάχιστον ένα από τα μυστήρια που συνδέουν την ταφή του Ντε Πέντις με την εξαφάνιση της Εμανουέλα Ορλάντι.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν είχε συνδέσει τα δύο συμβάντα. Και το κυριότερο, σχεδόν κανείς δεν γνώριζε ότι ο Ντε Πέντις είχε ταφεί στη Βασιλική του Αγίου Απολλινάριου. Δεν το γνώριζαν οι εισαγγελείς που είχαν συντονίσει την ευρείας κλίμακας δικαστική επιχείρηση, γνωστή ως «Επιχείρηση Κολοσσαίο», κατά της Banda della Magliana. Δεν το γνώριζαν οι συνάδελφοί τους που χρόνια αργότερα είχαν γράψει βιβλία και υπογράψει σενάρια ταινιών και τηλεοπτικών σειρών για τη Banda.
Σε μια τέτοια παράδοξη κατάσταση, φέρνω στην πρωινή ζώνη υπογεγραμμένα έγγραφα και την εικόνα της λευκής μαρμάρινης σαρκοφάγου, του θαμμένου σε ιερό έδαφος, Ρενατίνο, μα δεν λαμβάνω μόνο συγχαρητήρια, μάλλον το αντίθετο... Το να διαταράξεις κατ’ ελάχιστον αυτή την ισορροπία, σημαίνει ότι παρεμβαίνεις σε μια δομή που έχει παγιωθεί μεταξύ της δικαστικής μνήμης, της εκκλησιαστικής εξουσίας και της δημόσιας αφήγησης. Η δουλειά μου δεν αλλάζει ούτε μια λεπτομέρεια της κορνίζας, εντούτοις αλλάζει ολόκληρη την εικόνα μέσα της.
Πρέπει να είμαι ειλικρινής, με βοήθησε ο χρόνος. Το καλοκαίρι του 2005 και εκείνο του 2006 ήμουν άνεργη, και αναμένοντας το επόμενο συμβόλαιο, είχα όλο το χρόνο και τη δυνατότητα να ασχοληθώ αποκλειστικά με το θέμα.
Το 2005 δεν υπήρχαν τόσο εξελιγμένα ψηφιακά εργαλεία όσο σήμερα· πλήρεις ηλεκτρονικές αρχειοθήκες, πλατφόρμες άμεσης ανταλλαγής μηνυμάτων... Δούλευα σε έναν αργό υπολογιστή, ένα μαγνητόφωνο και σωρούς από χαρτιά σκορπισμένα στο πάτωμα του σπιτιού μου… στοίβες χαρτιών χωρισμένες ανά έτος. Κάθε στοίβα περιείχε φακέλους, ενημερωτικά δελτία, πρακτικά. Σημειώσεις με ημερομηνίες, βέλη, παραπομπές. Ξέρω, μοιάζει με κλασική σκηνή από ταινία, αλλά έτσι ακριβώς ήταν τα πράγματα.
Το 1983 η χαρτούρα καταλάμβανε ολόκληρα τμήματα του δωματίου. Αν έψαχνα κάποιο γεγονός ενός συγκεκριμένου έτους, τη δολοφονία ενός συγκεκριμένου καταδικασμένου, την καταχώριση μιας συγκεκριμένης εταιρείας, έπρεπε να μετακινηθώ φυσικά προς μια συγκεκριμένη στοίβα χαρτιών... Ήταν μια χειροποίητη μέθοδος που δεν θα ήταν εύκολο να ακολουθήσω ξανά, όμως μιλάμε για πάνω από 20 χρόνια, και η συγκεκριμένη μέθοδος μου επέτρεψε κάτι θεμελιώδες: να αντιληφθώ τις συνδέσεις στο πέρασμα του χρόνου.
Όσον αφορά τα προσωπικά μου συμπεράσματα, δεν πιστεύω πως υπήρχε ένα ενιαίο κέντρο που συντόνιζε τα πάντα, μια παντοδύναμη κορυφή που ενορχήστρωνε κάθε σκοτεινή υπόθεση της ιταλικής σύγχρονης ιστορίας, παρά μάλλον ένα διάσπαρτο σύστημα αδιαφανών σχέσεων. Εγκληματίες χρήσιμοι στο σύστημα, όπως και λειτουργικοί συνομιλητές. Θεσμοί που, σε ορισμένες περιπτώσεις προτιμούσαν την ησυχία από τη σύγκρουση.
Το μάθημα που αποκόμισα εκείνα τα καλοκαίρια στην πόλη είναι απλό και σκληρό: οι μεγάλες αλήθειες σχεδόν ποτέ δεν προκύπτουν από μια ξαφνική αποκάλυψη, αλλά από τη συσσώρευση λεπτομερειών που για χρόνια κάποιος θεωρεί άσχετες ή χλευάζει, υποτιμώντας τες. Η ερευνητική δημοσιογραφία δεν δημιουργεί τα γεγονότα. Τα ταξινομεί. Και αυτή η ταξινόμηση, όταν αποκαλύπτει απροσδόκητες συνδέσεις, ενοχλεί ανθρώπους που είναι ύποπτα βρώμικοι.

Η Σαμπρίνα Μινάρντι εκτός από ερωμένη του Ντε Πέντις, ήταν επίσης και η «υπερμάρτυρας» της υπόθεσης Ορλάντι. Τι σας ώθησε να την θεωρήσετε αξιόπιστη από την αρχή; Πόσο βοήθησε στην έρευνά σας;
Αναζήτησα τη Σαμπρίνα Μινάρντι με στόχο να εξετάσω αρτιότερα τα στοιχεία που είχαν προκύψει από την μέχρι τότε έρευνά μου. Ένα πρακτορείο ειδήσεων στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 είχε αναφέρει πως η αστυνομία είχε καταφέρει να φτάσει στον φυγόδικο Ντε Πέντις, παρακολουθώντας την. Μόλις το διάβασα αυτό, κατάλαβα πως δεν ήταν ένα απλό στοιχείο εκείνης της εποχής, αλλά ένα βασικό δεδομένο. Και έτσι έρχεται η πρώτη ώθηση για να αποφασίσω να την ψάξω παντού.
Η δεύτερη ώθηση αφορά την κοινή λογική: μια γυναίκα που μοιράζεται το κρεβάτι της με έναν από τους αρχηγούς των Testaccini, δεν μπορεί να μην έχει δει, να μην έχει ακούσει, καταλάβει. Δεν ήταν εύκολο να την βρω και να κερδίσω την εμπιστοσύνη της. Μου μίλησε για τον ρόλο της στην στρατολόγηση νεαρών γυναικών που συμμετείχαν σε πάρτι στα οποία σύχναζαν ισχυροί άνδρες. Περιέγραφε έναν κόσμο που δεν έχει καμία ομοιότητα με την χυδαία εικόνα της πεζοδρομιακής πορνείας, αλλά με φροντισμένα, επίσημα και καθόλα σεβαστά, ελιτίστικα δρώμενα. Από την πρώτη συνάντηση έθεσα έναν κανόνα: καμία τυφλή εμπιστοσύνη, καμία ιδεολογική δυσπιστία.
Ορισμένες από τις πληροφορίες που παρείχε η Σαμπρίνα, όπως τόποι, καταστάσεις και ονόματα, αντιστοιχούσαν σε δικαστικά έγγραφα ή σε στοιχεία που ήταν ήδη γνωστά, αλλά ποτέ δεν είχαν συνδεθεί μεταξύ τους. Δεν ταίριαζαν όλα, ωστόσο ήταν αρκετά ικανοποιητικά ώστε να μην την απορρίψω ως μυθομανή. Σε διάφορες περιπτώσεις, οι επιβεβαιώσεις έρχονταν αργότερα, μέσω ανακρίσεων και υποκλαπέντων συνομιλιών ύστερα από εντολή της Εισαγγελίας.
Όταν χρόνια αργότερα καταθέτει στην Εισαγγελία στο πλαίσιο της έρευνας για την εξαφάνιση της Εμανουέλα Ορλάντι, οι ανακριτές την αποκαλούν «υπερμάρτυρα», όχι εγώ. Οι δηλώσεις της παραμένουν αμφιλεγόμενες: ορισμένες επιβεβαιώνονται, άλλες είναι αδύναμες ή δεν μπορούν πλέον να επαληθευτούν λόγω του θανάτου των ατόμων που έχουν χαρακτηριστεί ως συνεργοί. Πόσο με βοηθάει; Μου προσφέρει μια ενδότερη ματιά. Με βοηθάει να κατανοήσω το κλίμα, τη συμπεριφορά, την ψυχολογία της κορυφής της ρωμαϊκής εγκληματικής δράσης εκείνων των χρόνων.
Μου δείχνει την προσωπική, την αθέατη και ιδιωτική πλευρά ενός πανίσχυρου εγκληματία: πώς κινείται ένας αρχηγός του υποκόσμου, πώς μιλάει και πώς φέρεται, πώς δημιουργεί συναίνεση και φόβο, ποιοι είναι οι οπαδοί του, με ποιον κάνει δουλειές, πού μένει, ποιοι τον καλούν για δείπνο... Αυτή η αθέατη πτυχή δεν εμφανίζεται στα πρακτικά. Ακριβώς επειδή έχω συνείδηση της ταραγμένης υγείας της Μινάρντι, διαχωρίζω πάντα ό,τι επαληθεύεται απ’ ό,τι παραμένει απλά μια αφήγηση. Όμως, σαν η αφήγηση τυχαίνει να ταιριάζει, και τα ονόματα και οι περιστάσεις επαληθεύονται... τότε, τα γεγονότα παίρνουν μια αρχόμενη μορφή. Μια αρχόμενη μορφή που τελικά όμως θα πρέπει να καθοριστεί, να ολοκληρωθεί, να μην μείνει ατελής.
Στην ερευνητική δημοσιογραφία σπάνια υπάρχουν μάρτυρες ή “από μηχανής” έγγραφα, εκτός κι αν κάποιος -για οποιονδήποτε λόγο- σου στείλει εμπιστευτικές αναφορές. Υπάρχουν κομμάτια που πρέπει να ανακαλύψεις. Μερικά ταιριάζουν, άλλα όχι. Το πιο δύσκολο έργο δεν είναι να πιστέψεις ή να καταρρίψεις εκ των προτέρων, αλλά να επενδύσεις χρόνο και να τοποθετήσεις κάθε στοιχείο στη σωστή του θέση. Η Μινάρντι ήταν ένα σημαντικό κομμάτι του παζλ. Όχι το μόνο, όχι το τελικό.
Ίσως, αν είχε ακουστεί νωρίτερα από τους ανακριτές... αν δεν είχαν βιαστεί να καταστρέψουν την ερευνητική διαδικασία, αν δεν είχαν εκτοξεύσει εναντίον της τόσες προσβολές. Ακόμη και η κοινοβουλευτική επιτροπή που ερευνούσε την εξαφάνιση της Εμανουέλα Ορλάντι την αγνόησε... Όταν η γυναίκα πέθανε στον ύπνο της, τα μέλη της Επιτροπής δέχτηκαν έντονη κριτική για το ότι δεν την κάλεσαν αμέσως. Αυτό που απάντησαν ήταν ότι αρκούσαν οι καταθέσεις της -μονάχα ως κείμενα- σαν να μην ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί της, σαν να μην ήταν απαραίτητο να την κοιτάξουν στα μάτια -όχι αφ’ υψηλού, αλλά με ανθρωπιά...
Η Σαμπρίνα Μινάρντι πέθανε πριν από μερικούς μήνες... Δεν την ξανάκουσαν ποτέ, όμως τα λόγια της οδήγησαν στην εγγραφή πολλών ατόμων στο μητρώο των υπόπτων. Και οι μαρτυρίες και οι υποκλοπές επιβεβαίωσαν τα γεγονότα που είχε αποκαλύψει... Χωρίς αυτήν, ορισμένες ερωτήσεις απλά δεν θα είχαν ποτέ τεθεί.

Έχετε στην κατοχή σας αποκλειστικά έγγραφα και φωτογραφίες σχετικά με την ταφή. Πώς αποκτήσατε αυτό το υλικό και πόσο δύσκολο ήταν να το δημοσιοποιήσετε; Δεχτήκατε πιέσεις, σας εκφόβισαν με κάποιον τρόπο; Και κάτι που προκαλεί εντύπωση: ένα σκάνδαλο της δεκαετίας του ‘80 μπορεί να έχει ακόμα και σήμερα αντίκτυπο;
Δεν είμαι από τις τυχερές που τους στέλνουν έτοιμο υλικό. Τα εμπιστευτικά έγγραφα και τα συναφή, πρέπει να τα αναζητήσεις, και για να τα βρεις πρέπει να ξέρεις τί ψάχνεις. Στην περίπτωσή μου, όλα ξεκίνησαν από μια αόριστη φήμη: το 2005 σχεδόν κανείς δεν γνώριζε ότι ο Ενρίκο Ντε Πέντις ήταν θαμμένος στη βασιλική του Αγίου Απολλινάριου, όμως ορισμένες πηγές υπονοούσαν ότι είχε τύχει μιας ασυνήθιστης μεταχείρισης. Δούλεψα με τη μέθοδο της αφαίρεσης άσχετων δεδομένων: εκκλησιαστικά αρχεία, πράξεις του Επισκοπικού Γραφείου, δικαστικά έγγραφα, μαρτυρίες, μισές φράσεις...
Όταν ήρθαν στο φως τα υπογεγραμμένα έγγραφα από τον Πιέρο Βεργκάρι και τον καρδινάλιο Ούγκο Πολέττι, κατάλαβα ότι δεν είχα πλέον να αντιμετωπίσω μια υποψία μονάχα, αλλά ένα αποδεδειγμένο γεγονός. Οι φωτογραφίες της λευκής μαρμάρινης σαρκοφάγου συμπλήρωναν την εικόνα: υπήρχε πια η οπτική απόδειξη, όχι μια υποκειμενική γνώμη. Ήταν δύσκολο να τα βρω. Και δεν ήταν λιγότερο δύσκολο να τα δημοσιοποιήσω. Η επαλήθευση έπρεπε να είναι αδιαμφισβήτητη. Κάθε υπογραφή, κάθε πρωτόκολλο, κάθε ημερομηνία, ήταν ανάγκη να ελέγχεται πολλές φορές πριν βγει στον αέρα. Υπήρχαν οι άμεσες απειλές, και στο βάθος μια λεπταίσθητη συγκαλυμμένη πίεση: ο σκεπτικισμός που σκοπό είχε να χειραγωγήσει, η υποβάθμιση, οι προτροπές του τύπου, «να προσέχεις για να μην δημιουργηθούν εντάσεις».
Όταν είσαι νέος και παρουσιάζεις ένα αποκλειστικό ρεπορτάζ που δεν διαθέτουν οι δικαστικοί λειτουργοί και οι πιο πεπειραμένοι αξιωματικοί που ερευνούν τη Banda della Magliana, είναι επόμενο να αντιμετωπίζεσαι με καχυποψία. Η πραγματική προστασία σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η διαφάνεια. Να δημοσιεύεις τα έγγραφα στο σύνολό τους, να δείχνεις τις εικόνες, να επαληθεύεις όσα ισχυρίζεσαι. Όταν το γεγονός έχει καταστεί δημόσιο και είναι ήδη τεκμηριωμένο, φεύγει από την αποκλειστικότητά σου: γίνεται συλλογικό κτήμα.
Ο αντίκτυπος αυτής της αποκλειστικής είδησης γίνεται αισθητός περισσότερο από 20 χρόνια μετά, αφού η ταφή ενός μεγάλου αφεντικού του οργανωμένου εγκλήματος σε έναν ιερό τόπο, εξακολουθεί να συνιστά μια ισχυρή σημειολογία της εποχής, στην οποία τα όρια μεταξύ των εξουσιών είναι πιο διαπερατά απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Κάθε φορά που η υπόθεση Ορλάντι επανέρχεται στο επίκεντρο της συζήτησης, αυτή η ιστορία αναδύεται με ορμή. Διότι δεν είναι μόνο μια ιστορία της δεκαετίας του '80. Παραμένει ένα αναπάντητο ερώτημα που αφορά τη σχέση εξουσίας και ευθύνης.

Σας έχει ποτέ απασχολήσει η ιδέα ότι η υπόθεση Ορλάντι ανέδειξε μια σκοτεινή πτυχή της Ιταλίας; Πώς αυτό επηρέασε την εικόνα της χώρας; Τι αποκαλύπτει για τα θεσμικά όργανα και τη συμπαιγνία των εξουσιών;
Η έφηβη Εμανουέλα Ορλάντι ήταν κάτοικος του Βατικανού, και η εξαφάνισή της το 1983, συσχετίστηκε με την τρομοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, τις μυστικές υπηρεσίες, αλλά και με σκανδαλώδεις διεθνείς υποθέσεις. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το Βατικανό εμπλέκονταν σε σοβαρά σκάνδαλα κατά τη σύγχρονη ιστορία του, εντούτοις η διαφορά σε αυτή την περίπτωση ήταν η διάρκεια.
Η υπόθεση Ορλάντι είναι μια υπόθεση χωρίς τέλος. Παραμένει ανεξιχνίαστη, είναι ακόμη ανοιχτή. Αυτή η υπόθεση θολώνει την εικόνα της χώρας διότι κλονίζει την ιδέα των σαφών ορίων μεταξύ κράτους, Εκκλησίας και οργανωμένου εγκλήματος. Η υπόθεση Ορλάντι αντιπροσωπεύει όσα ακόμη δεν έχουν φωτιστεί στην ολότητά τους. Και σε μια δημοκρατική χώρα, ό,τι παραμένει σκοτεινό και αναπάντητο, έχει μερικές φορές μεγαλύτερο βάρος από αυτό που φαινομενικά δείχνει.

Σύμφωνα με την έρευνά σας, ποια είναι η πιο πειστική εκδοχή για το τι συνέβη στην Εμανουέλα Ορλάντι; Πόσο κεντρικός είναι ο ρόλος της Banda della Magliana σε αυτή την υπόθεση; Και γιατί ακόμα και σήμερα δεν είμαστε σίγουροι για την αλήθεια;
Με βάση τα μέχρι σήμερα επιβεβαιωμένα στοιχεία, δεν υπάρχει μια τελεσίδικη δικαστική αλήθεια που ν’ αναφέρεται στην Εμανουέλα Ορλάντι. Η έρευνα για την εξαφάνισή της τέθηκε στο αρχείο, παρότι οι ανακριτικές αρχές είχαν στη διάθεσή τους μια υποκλαπείσα συνομιλία στην οποία, πρώην συνεργός του Ρενατίνο έλεγε στην σύντροφό του ότι είχε διαδραματίσει ρόλο στην απαγωγή της Ορλάντι, καθώς και ότι το είχε κάνει για τα χρήματα.
Η υπόθεση αρχειοθετήθηκε, παρά το γεγονός ότι οι εισαγγελείς είχαν πληροφορηθεί από τη Μινάρντι την ταυτότητα εκείνου που άρπαξε το κορίτσι. Ακόμη και ο πατέρας του απαγωγέα -ο οποίος στο μεταξύ είχε πεθάνει- είχε επιβεβαιώσει αυτή την εκδοχή. Επιπλέον, οι φίλοι της Εμανουέλα αναγνώρισαν σε μέλη των Τestaccini τους άνδρες που την παρακολούθησαν τις ημέρες πριν από την εξαφάνισή της, αλλά ούτε αυτό εμπόδισε το κλείσιμο της υπόθεσης… Και θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλα…
Αυτό που προκύπτει από τη δική μου έρευνα δεν είναι μια «έτοιμη λύση» στο μυστήριο, αλλά ένα σενάριο αρκετά πιο συνεκτικό συγκριτικά με διάφορα άλλα, το οποίο στηρίζεται σε σημαντικά τεκμήρια. Η εξαφάνιση δεν μοιάζει ούτε με μεμονωμένη πράξη ούτε με απλή εθελούσια φυγή. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο μηχανισμό, συνυφασμένο με την πραγματικότητα του Ρωμαϊκού υποκόσμου και του Βατικανού, όπου το οργανωμένο έγκλημα, τα αδιαφανή οικονομικά συμφέροντα, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι και οι θεσμικοί μηχανισμοί, κατά καιρούς αλληλεπικαλύπτονται. Το όνομα της Banda della Magliana εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο όχι ως μοναδικός πρωταγωνιστής, αλλά ως πιθανός ενδιάμεσος. Η Banda -και ειδικότερα οι Testaccini-, λόγω δομής και διασυνδέσεων, είναι σε θέση να λειτουργούν ως μεσολαβητές: διαθέτουν έλεγχο στο έδαφος, ικανότητα εκφοβισμού και διασταυρούμενες επαφές.
Ορισμένες μαρτυρίες υποδηλώνουν ότι η υπόθεση Ορλάντι ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκε ως μοχλός πίεσης, ως εργαλείο μέσα σε ευρύτερες ισορροπίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Banda «οργάνωσε τα πάντα», αλλά ότι ενδεχομένως διαδραμάτισε λειτουργικό ρόλο σε ένα ευρύτερο πλέγμα συμφερόντων. Και εδώ αναφέρομαι στην κατάρρευση της Banco Ambrosiano, στον απαγχονισμό του τραπεζίτη Ρομπέρτο Κάλβι (βρέθηκε νεκρός στο Λονδίνο), στα χρήματα του Ινστιτούτο Θρησκευτικών Δρώμενων (IOR) που κατέληγαν στη Solidarność (το πολωνικό συνδικάτο που αντιμαχόταν τον κομμουνισμό και ήταν ιδιαίτερα προσφιλές στον Ιωάννη Παύλο Β΄).
Η πιο πειστική εκδοχή λοιπόν, δεν είναι εκείνη μιας μονόπλευρη συνωμοσίας, αλλά της διαπλοκής: μιας κατάστασης που διαχειρίζονται, χειραγωγούν ή εκμεταλλεύονται διαφορετικοί παράγοντες, ο καθένας για τους δικούς του σκοπούς.

Βλέπετε ομοιότητες με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή πρόκειται μονάχα για ένα σκάνδαλο “τυπικά ιταλικό”;
Δεν θα μιλούσα για ένα σκάνδαλο “τυπικά ιταλικό”, παρότι αυτή η ρωμαϊκή υπόθεση παρουσιάζει μοναδικά χαρακτηριστικά, όπως είναι η παρουσία του Κράτους του Βατικανού στην πρωτεύουσα. Οι βαθύτερες δυναμικές, όπως οι συμπαιγνίες και η προστασία στρατηγικών συμφερόντων, δεν αποτελούν ιταλική ιδιαιτερότητα. Σκέφτομαι την Ελλάδα μετά τη χούντα των συνταγματαρχών, την Ισπανία της μεταφρανκικής μετάβασης με τις γκρίζες ζώνες στις μυστικές υπηρεσίες, τα πολιτικοοικονομικά σκάνδαλα που έχουν ταλανίσει τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία.
Οι δημοκρατίες δεν είναι άτρωτες απέναντι σε φαινόμενα αδιαφάνειας, αφού αλλάζουν οι μορφές, όχι όμως η ουσία. Εκείνο που καθιστά την ιταλική περίπτωση ιδιότυπη, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Στη Ρώμη συνυπάρχουν, μέσα σε λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα, το Ιταλικό Κράτος και το Κράτος της Πόλης του Βατικανού. Αυτή η μοναδική θεσμική συνύπαρξη δημιουργεί ένα πλέγμα δι-εξουσίας, δικαιοδοσιών και διπλωματικών σχέσεων χωρίς προηγούμενο στην Ευρώπη.
Μέσα σε αυτόν τον περιορισμένο χώρο συγκεντρώνεται τεράστια ισχύς, η οποία μεγεθύνει κάθε τριβή και καθιστά οποιαδήποτε έρευνα πιο σύνθετη. Και ακριβώς γι’ αυτό, η ερευνητική δημοσιογραφία, η διαφάνεια, και ο δημοκρατικός έλεγχος δεν πρέπει να αποτελούν εθνικές αρετές, αλλά ευρωπαϊκές αναγκαιότητες.
Ποια ήταν η πιο επικίνδυνη στιγμή κατά τη διάρκεια αυτής της έρευνας; Υπήρξε κάποια στιγμή που σκέφτηκατε να τα παρατήσετε όλα; Και τελικά, είστε ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα και το βιβλίο σας; Γιατί;
Τα χρόνια μεταξύ 2005 και 2012 παραμένουν τα πιο δύσκολα της καριέρας μου. Ήμουν νέα, σε επισφαλή θέση, με λίγα μέσα, πολλή χαρτοδουλειά, άπειρες ευθύνες. Έβρισκα ανώνυμες επιστολές που τις κρεμούσαν στις πόρτες -στα πόμολα- της συντακτικής ομάδας, δέχτηκα λεκτικές απειλές, βρήκα το αυτοκίνητό μου κατεστραμμένο δύο φορές, το σπίτι μου άνω κάτω χωρίς κανένα εμφανές ίχνος παραβίασης, μου έκαναν αμφιλεγόμενες μηνύσεις… Πήρα συνέντευξη σε έναν συνεργάτη της δικαιοσύνης και οι μαγνητοταινίες μου επεστράφησαν μήνες αργότερα άδειες, απομαγνητο-φωνημένες. Είναι περιστατικά που σε κάνουν να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο σωστό δρόμο, αλλά και ευάλωτος. Το να διαταράσσεις ορισμένες ισορροπίες όταν η δημόσια αφήγηση έχει ήδη εδραιωθεί, δεν βοηθά την καριέρα σου. Όταν παρουσιάζεις έγγραφα που αλλάζουν την οπτική, δεν ταράζεις μόνο τους πρωταγωνιστές: αναστατώνεις και όσους έχουν χτίσει μια καθησυχαστική εκδοχή των γεγονότων, και ένας προϊστάμενος που λαθεύει, ή κάποιος ανασφαλής ή ζηλόφθονος, σίγουρα λειτουργεί αρνητικά.
Την εποχή εκείνη στο πλευρό μου ήταν ο Πιέρ Τζουζέπε Μούρτζια, αείμνηστος ιστορικός συντάκτης του προγράμματος «Chi l’ha visto?». Σ’ αυτόν μίλησα για τα χαρτιά και προσπάθησε να με προστατεύσει από τον αντίκτυπο της έκρηξης των αποκαλύψεων. Θυμάμαι μια εκρηκτική συνέντευξη Τύπου με συναδέλφους που αρνούνταν ακόμα ότι η Solidarnosc είχε λάβει αρκετά εκατομμύρια ως οικονομική βοήθεια από τον Πάπα… Όλα αυτά που σήμερα αποτελούν ιστορία, τότε θεωρούνταν απλά μια αυθαίρετη υπόθεση…
Το πιο δύσκολο, όμως, είναι η ευθύνη. Κάθε υπογραφή, κάθε καρέ, κάθε φωτογραφία πρέπει να ελέγχεται πολλές φορές. Αν κάνεις λάθος, δεν καταρρέεις μόνο εσύ: η αξιοπιστία ολόκληρης της έρευνας κλονίζεται, και ένας προϊστάμενος που συχνά λαθεύει μπορεί να θελήσει να την καρπωθεί εφόσον όλα πάνε κατ’ ευχήν, ή να σου φορτώσει τις ευθύνες όταν κάτι στραβώνει. Είναι δύσκολο…
Με ρωτάτε αν είμαι ικανοποιημένη με το αποτέλεσμα. Ναι, αλλά όχι με την έννοια της οριστικής λύσης. Η εικόνα σχετικά με το τι απέγινε η Εμανουέλα Ορλάντι δεν είναι ολοκληρωμένη, αντίθετα… εξακολουθούν ακόμη να εμφανίζονται παραπλανητικές πληροφορίες. Η δικιά μου ικανοποίηση συνίσταται στο ότι τεκμηριώνω ένα αναντίρρητο γεγονός: ο αρχηγός των Testaccini είναι θαμμένος σε έναν ιερό χώρο, μετά από τις υπογραφές υψηλά ιστάμενων ανθρώπων του Βατικανού. Επίσης, η ερωμένη του, μια πόρνη της υψηλής κοινωνίας, αποκαλύπτει ονόματα και καταστάσεις που επιβεβαιώνονται ακόμη και από συγγενείς του Ντε Πέντις…
Το βιβλίο δεν λύνει οριστικά το μυστήριο. Ταξινομεί τα γεγονότα και τα αφαιρεί από τον θόρυβο. Δείχνει τη διαστρωμάτωση της εγκληματικότητας, των θεσμών, της σιωπής των επισήμων. Αναφορικά με τη διαπίστωση στο προηγούμενο ερώτημα, πως η υπόθεση Ορλάντι αναδεικνύει μια σκοτεινή όψη της Ιταλίας, ναι, ετούτο με συγκλονίζει. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ηγεσία της Καθολικής Εκκλησίας διέρχεται σοβαρά σκάνδαλα -αρκεί να σκεφτεί κανείς τα γνωστά οικονομικά θέματα του IOR ή τα φρικτά σκάνδαλα παιδεραστίας που αποκαλύφθηκαν- ωστόσο η υπόθεση Ορλάντι έχει μια ιδιαιτερότητα: διαρκεί. Και διαρκεί πολύ. Δεν κλείνει. Όταν η τελική αλήθεια εκλείπει, ο χώρος καταλαμβάνεται από υποθέσεις. Είναι ένα σκάνδαλο μονάχα ιταλικό; Όχι. Οι αυτόματοι μηχανισμοί προστασίας των κρατικών θεσμών έχουν παρατηρηθεί και στην Ιρλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, με μόνη διαφορά με την Ιταλία, την σχεδόν μπαρόκ διαστρωμάτωση: εσωτερική τρομοκρατία, ρωμαϊκός υπόκοσμος, τράπεζα του Βατικανού, πολιτική σκηνή και διεθνής διπλωματία…
Ωστόσο, όπως είπα πριν, ο κεντρικός μηχανισμός στο βάθος παραμένει καθολικός και έχει να κάνει με την εκπλήρωση ενός σκοπού: να προστατευτεί το θεσμικό σώμα πριν την αλήθεια.

Τι θα θέλατε να κρατήσει ο Έλληνας αναγνώστης αφού διαβάσει το βιβλίο «Θανάσιμο μυστικό»; Την δημοσιογραφική έρευνα, την πολιτική διάσταση ή την ανθρώπινη τραγωδία; Ή μήπως... την κάθαρση μιας τραγωδίας, που όμως ποτέ δεν ήρθε;
Δε γνωρίζω τι σκέφτονται οι Έλληνες αναγνώστες για τους δημοσιογράφους… Όμως γνωρίζω πως αν στην Ιταλία δεν υπήρχαν οι δημοσιογράφοι, ο Ενρίκο Ντε Πέντις θα αναπαυόταν ακόμα στη βασιλική του Sant’ Appolinare, και κανένας δεν θα ήξερε τη Σαμπρίνα Μινάρντι, που τελικά χαρακτηρίστηκε ως υπερμάρτυρας. Και γι’ αυτό, στη χώρα μου, θεωρώ ότι θα έπρεπε να σέβονται λίγο περισσότερο όσους ακολουθούν έναν συγκεκριμένο δημοσιογραφικό δρόμο. Ωστόσο αυτό δε συμβαίνει, και βλέπεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον Μίστερ Κανένα να πιστεύει ότι μπορεί να κάνει διαλέξεις σε επιστήμονες και δημοσιογράφους.
Δυστυχώς, όσοι ασκούν αυτό το λειτούργημα -το επάγγελμα- δυσφημούνται συνεχώς. Και αυτή η δυσφήμιση πολλές φορές ξεκινά από τον πολιτικό που δέχεται κριτική από εμάς για κάποιο σκάνδαλο, ο οποίος στη συνέχεια παίζει το ρόλο του μπροστάρη για τους haters. Άραγε, υπάρχουν νόμοι στην Ελλάδα για τον περιορισμό των haters στο διαδίκτυο; Στην Ιταλία υπάρχουν άνθρωποι που δεν κάνουν τίποτα άλλο στη ζωή τους, παρά να βρίσκονται online...
Θα ήθελα ο Έλληνας αναγνώστης να καταλάβει ότι το έγκλημα -που συχνά καταλαμβάνει ελάχιστο χώρο στον τύπο- μπορεί να αποκαλύψει πολιτικές ισορροπίες, δυναμικές εξουσίας και απροσδόκητες συμπαιγνίες, χωρίς να ξεχνάμε βέβαια και την ανθρώπινη τραγωδία: ένα κορίτσι που εξαφανίστηκε, οικογένειες που διαλύθηκαν, ζωές σημαδεμένες από τις ενέργειες συγκάλυψης και τη σιωπή των ισχυρών. Οι συνέπειες δεν είναι αόριστες: είναι βαθιές, στάζουν αίμα, είναι σαρωτικές. Και τέλος, η κάθαρση που ποτέ δεν ήρθε: αυτή η ιστορία δεν προσφέρει μια οριστική λύση όπως ήδη έχω εξηγήσει. Ωστόσο, φέρνει στο φως αυτό που ήταν κρυμμένο, και αυτό αποτελεί μια πράξη πολιτικής ευθύνης: ο αναγνώστης μαθαίνει να βλέπει το χάος, να μην το υποτιμά. Η αλήθεια παραμένει εύθραυστη όσο την αρνούνται και την χλευάζουν.
Όμως, μιλά σε όποιον θέλει να την καταλάβει.

Ποια πρέπει να είναι, κατά τη γνώμη σας, η «ελληνική προσέγγιση» σε αυτή την ιστορία; Υπάρχουν στοιχεία ή μοτίβα που θα έπρεπε να απασχολούν και την ελληνική κοινωνία; Στο κάτω-κάτω, λέγεται ότι είμαστε... una faccia, una razza.
Η ελληνική προσέγγιση πρέπει να έχει ως οδηγό την αναγνώριση των διεθνών μοτίβων: δεν είναι απαραίτητο τα γεγονότα να είναι πανομοιότυπα, αρκεί να επαναλαμβάνονται οι δυναμικές. Η υπόθεση της banda della Magliana που συνδέεται με κρατικούς μηχανισμούς, παρουσιάζει ένα μοντέλο γκρίζων ζωνών όπου η νομιμότητα και τα ιδιωτικά συμφέροντα αλληλεπικαλύπτονται, η σιωπή των θεσμών προστατεύει τους ισχυρούς και η κοινωνία των πολιτών παραμένει ευάλωτη.
Στην Ελλάδα, όπως και στην Ιταλία, υπήρξαν παρόμοια επεισόδια που καθιστούν αυτή την ιστορία σημαντική: ο θάνατος του Αλέκου Παναγούλη, που περιβάλλεται από ενέργειες συγκάλυψης και θεσμική σιωπή. Οι Έλληνες ναρκέμποροι της δεκαετίας του ‘80 και του ‘90 (αλλά και αργότερα), επίσης, που λειτουργούσαν υπό την άτυπη προστασία ενός κομματιού των δυνάμεων της τάξης, τα οικονομικά σκάνδαλα κάποιων οικογενειών που συνδέονταν με την πολιτική...
Όπου η εξουσία ξεφεύγει από τον έλεγχο, όπου τα μυστικά και οι συμπαιγνίες ευδοκιμούν, η δημοκρατία και η δημόσια εμπιστοσύνη βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο. Για την Ελλάδα, όπως και για την Ιταλία, το μήνυμα είναι σαφές: η πολιτειακή επαγρύπνηση, η ανυποχώρητη ερευνητική δημοσιογραφία, η μνήμη και η κριτική σκέψη είναι τα απαραίτητα εργαλεία για την αναγνώριση και την αντιμετώπιση της παρανομίας, πριν αυτή καταστεί παγιωμένη ατιμωρησία.
Πόσο σημαντική είναι για μια χώρα η δημοσιογραφική ελευθερία και ο ανεξάρτητος Τύπος;
Χώρα δίχως ελεύθερη δημοσιογραφία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα μέρος όπου η εξουσία αποφασίζει τί θα παραμείνει κρυφό και τί θα δημοσιοποιηθεί, στερώντας από τους πολίτες τη δυνατότητα να κατανοήσουν, να κρίνουν και να υπερασπιστούν την κοινωνία στην οποία ζουν. Δεν είναι προαιρετικό: είναι ο ίδιος ο πυλώνας της δημοκρατίας. Χωρίς ελεύθερη δημοσιογραφία, οι θεσμοί χάνουν την αξιοπιστία τους. Σήμερα, στην ψηφιακή εποχή, η ελευθερία του Τύπου και η πρόσβαση σε αξιόπιστες πηγές γίνονται πιο κρίσιμες από ποτέ.
Δεν αρκεί πλέον να εμπιστευόμαστε ό,τι διαβάζουμε ή βλέπουμε: οι ψευδείς ειδήσεις, η παραποίηση φωτογραφιών, βίντεο και ηχητικών αρχείων με την τεχνητή νοημοσύνη, καθιστούν την πραγματικότητα διαπραγματεύσιμη, κατασκευασμένη κατά το δοκούν από εκείνους που ελέγχουν την πληροφορία. Πρέπει να παραμένουμε σε εγρήγορση και να είμαστε ενωμένοι: δεν μπορούμε να επιτρέψουμε κάτι λιγότερο.