Πώς τρεις Ουκρανοί επιβίωσαν σαν από θαύμα από τις μάχες και τα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

Από τα χαρακώματα του Ντονμπάς και τα κολαστήρια αιχμαλώτων μέχρι το... ιστιοπλοϊκό στο Αιγαίο – Αυτές είναι οι ιστορίες τριών Ουκρανών πολεμιστών που δεν το έβαλα κάτω ούτε για μια στιγμή. Ούτε για μια σκέψη.
Πώς τρεις Ουκρανοί επιβίωσαν σαν από θαύμα από τις μάχες και τα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης

Ουκρανοί βετεράνοι, υπερασπιστές της πρώτης γραμμής και άλλοι που επέστρεψαν από τα ρωσικά στρατόπεδα συγκέντρωσης ως αιχμάλωτοι, βρέθηκαν πρόσφατα στην Αθήνα, φέρνοντας μαζί τους όχι μόνο τις ουλές του πολέμου, αλλά και ιστορίες αντοχής, απώλειας και αξιοπρέπειας.

Η ΜΚΟ «Titans Under Sails», σε συνεργασία με την Ένωση Ουκρανών Γυναικών στην Ελλάδα, διοργάνωσε στην Αθήνα μια σπάνια δημόσια εκδήλωση: άνθρωποι που είχαν πολεμήσει στα πιο σκληρά μέτωπα, είχαν τραυματιστεί βαριά ή είχαν επιβιώσει από ρωσική αιχμαλωσία στάθηκαν μπροστά σε ελληνικό κοινό και μίλησαν χωρίς φίλτρα για όσα έζησαν. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή την ολοκλήρωση μιας 7ήμερης ιστιοπλοϊκής αποστολής αποκατάστασης σε ελληνικά νερά, για Ουκρανούς στρατιωτικούς με ακρωτηριασμούς ή εμπειρία αιχμαλωσίας – ένα πλωτό «καταφύγιο», όπου η θάλασσα λειτούργησε ως χώρος θεραπείας, σιωπής και εξομολόγησης.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή, το Newsbomb συνάντησε τρεις από αυτούς τους ανθρώπους και κατέγραψε τις μαρτυρίες τους σε πρώτο πρόσωπο – τρεις ιστορίες που, αν και διαφορετικές, ενώθηκαν από την ίδια κλωστή: την απόφαση να σταθούν όρθιοι απέναντι στη ρωσική εισβολή και να συνεχίσουν να αγωνίζονται, ακόμη κι όταν για αυτούς τα όπλα είχαν σωπάσει.

img3334.jpg

Οι τρεις Ουκρανοί βετεράνοι που μοιράστηκαν με το Newsbomb την ιστορία τους, και στη μέση η μεταφράστριά μας, Roksolana Tymiak-Lonchyna

Πρώτος, ο Serhii Shelest, πεζοναύτης της 36ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών, διηγήθηκε πώς ο δικός του πόλεμος άρχισε με την προσάρτηση της Κριμαίας, πώς βρέθηκε να υπερασπίζεται μια γραμμή άμυνας άνω των 30 χιλιομέτρων γύρω από τη Μαριούπολη, πώς κράτησε με τους συντρόφους του την άμυνα της πόλης για 43 ημέρες και, στη συνέχεια, πώς επιβίωσε από δύο χρόνια και πέντε μήνες ρωσικής αιχμαλωσίας, βασανιστηρίων και απάνθρωπων συνθηκών κράτησης. Η μαρτυρία του κατέβηκε στα πιο σκοτεινά βάθη του πολέμου, εκεί όπου η πίστη κλονίστηκε βλέποντας νεκρά παιδιά, αλλά η ελπίδα λειτούργησε ως το τελευταίο νήμα που τον κράτησε ζωντανό.

Δεύτερος, ο Dmytro Losiv, αλεξιπτωτιστής που τραυματίστηκε βαριά στο Ντονμπάς, περιέγραψε πώς πέρασε δώδεκα ώρες μόνος, αιμορραγώντας κάτω από εχθρική θέση, εγκαταλελειμμένος ουσιαστικά στο πεδίο της μάχης, πριν καταφέρει με υπεράνθρωπη προσπάθεια να σύρει τον εαυτό του προς τη σωτηρία. Η δική του μαρτυρία αποτύπωσε την ωμή όψη της πρώτης γραμμής: τις εκρήξεις, τον πόνο, τον τρόμο της εγκατάλειψης, αλλά και την πεισματική απόφαση να συνεχίσει να ζει και να μην μετανιώσει ούτε στιγμή για την επιλογή του να υπερασπιστεί τη χώρα του. Παρά τις 23 θραυσματικές κακώσεις, τις βαρύτατες βλάβες στο δεξί του χέρι και τον μαραθώνιο των χειρουργείων και της αποκατάστασης, ο Dmytro τόνισε ότι δεν θα άλλαζε τίποτα από όσα έκανε στο μέτωπο.

Τρίτος, ο Yurko Vovkohun, πρώην cultural manager και πλέον βετεράνος, συγγραφέας και συνιδρυτής των «Titans Under Sails», ένωσε δύο κόσμους που συνήθως παρουσιάζονται ως ασύμβατοι: τον πολιτισμό και τον πόλεμο. Από τα φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης, τα jazz και rock φεστιβάλ και τις σπουδές στην Πολιτική Επιστήμη, βρέθηκε με όπλο στο χέρι στην Επανάσταση της Αξιοπρέπειας, στο Pisky, στην Avdiivka, ξανά στο μέτωπο το 2022 και, τελικά, βαριά τραυματισμένος κοντά στο Lysychansk. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό λόγω αναπηρίας, επέστρεψε στη σκηνή ως δημιουργός: συνυπέγραψε θεατρικό έργο για τους στρατιώτες στα νοσοκομεία, που αναγνωρίστηκε ως ένα από τα τρία καλύτερα της Ουκρανίας το 2025, και έστησε το πρότζεκτ «Stories of Defenders», μέσα από το οποίο βετεράνοι από την Ουκρανία και άλλες χώρες γράφουν και ηχογραφούν ιστορίες όπου η ζωή νικά τον θάνατο. Για τον Yurko, αυτές οι ιστορίες είναι ταυτόχρονα θεραπεία για τους ίδιους τους μαχητές και όπλο κατά της ρωσικής προπαγάνδας – μια γέφυρα αλήθειας ανάμεσα στους βετεράνους και την κοινωνία.

img3338.jpg

Οι τρεις αυτές φωνές, που συναντήθηκαν στην εκδήλωση της Αθήνας και στο ρεπορτάζ του Newsbomb, συνέθεσαν ένα ζωντανό ντοκουμέντο του ουκρανικού πολέμου, όπως τον βίωσαν όσοι πολέμησαν, τραυματίστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν και, παρ’ όλα αυτά, αρνήθηκαν να σωπάσουν. Μέσα από τα λόγια του Serhii Shelest, του Dmytro Losiv και του Yurko Vovkohun, η απόσταση ανάμεσα στο ελληνικό ακροατήριο και τα χαρακώματα του Ντονμπάς, της Μαριούπολης και των ρωσικών στρατοπέδων μίκρυνε αισθητά – και άφησε ανοικτή την ίδια, σκληρή ερώτηση: τι σημαίνει πραγματικά να υπερασπίζεσαι την ελευθερία και πόσο κοστίζει.

Οι ίδιοι, πάντως, δεν μετανιώνουν για τίποτα κι αν γύρναγαν τον χρόνο πίσω, πάλι το ίδιο θα έκαναν…

Serhij Shelest: Από την άμυνα της Μαριούπολης, αιχμάλωτος στη φρίκη για δυο ολόκληρα χρόνια

serhij-shelest.jpg

Εγώ είμαι ο Serhij Shelest, πεζοναύτης της 36ης Ταξιαρχίας. Έζησα την Κριμαία, το Ντονμπάς, τη Μαριούπολη, την αιχμαλωσία. Και παρ’ όλα αυτά, είμαι ακόμα εδώ. Ζωντανός. Και όσο είμαι εδώ, θα συνεχίζω να μιλάω – για όσους δεν μπορούν.

Είμαι επαγγελματίας στρατιωτικός πεζοναύτης της 36ης Ταξιαρχίας Πεζοναυτών και βρίσκομαι στον στρατό από το 2013. Για μένα ο πόλεμος με τη Ρωσία δεν ξεκίνησε το 2022 – ξεκίνησε όταν υπηρέτησα στη Συμφερόπολη, στην Κριμαία, και είδα με τα μάτια μου την προσάρτηση. Από εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα ότι η ζωή μου δεν θα είναι ποτέ ξανά «κανονική».

Από τότε η καθημερινότητά μου έγινε μια αλυσίδα από αποστολές, μετακινήσεις, μακρές ροταρίες στο μέτωπο. Εννιά μήνες συνεχόμενα στην πρώτη γραμμή δεν είναι απλώς «υπηρεσία», είναι μια ολόκληρη άλλη ζωή, με δικούς της κανόνες – όπου κοιμάσαι με τις μπότες, τρως με το όπλο δίπλα σου και μετράς τον χρόνο όχι σε μέρες, αλλά σε επιθέσεις και απώλειες. Μετά την Κριμαία βρέθηκα στο Ντονμπάς, και όλο και πιο συχνά στο μέτωπο του Μαριούπολη. Εκεί, στα ανατολικά, έβραζε ασταμάτητα.

Τα χρόνια από το 2014 μέχρι την πλήρη εισβολή ήταν μια παράξενη, σκληρή φάση. Υπήρχαν περίοδοι με εξαιρετικά σφοδρές μάχες, ειδικά 2014–2016, μετά μια σχετική «ύφεση», αλλά η γραμμή του μετώπου ποτέ δεν ησύχασε. Πάντα σκοτώνονταν άνθρωποι. Στην αρχή, κυρίως στρατιώτες – οι δικοί μας, οι δικοί τους. Αργότερα, όσο κλιμακωνόταν ο πόλεμος, άρχισα να βλέπω όλο και περισσότερους αμάχους να πεθαίνουν χωρίς κανένα λόγο. Γυναίκες, παιδιά, άνθρωποι που απλώς έτυχε να βρίσκονται σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Αυτές οι εικόνες δεν φεύγουν ποτέ από το μυαλό σου.

Τον Δεκέμβριο του 2021 η μονάδα μας έφτασε στη Μαριούπολη για ροταρία. Αναλάβαμε αποστολές μάχης στην περιοχή, γνωρίζοντας ότι κάτι μεγάλο έρχεται, αλλά κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά έτοιμος για αυτό που ακολούθησε. Όταν ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή, περάσαμε αμέσως στην άμυνα της Μαριούπολης. Η 36η Ταξιαρχία κρατούσε μια τεράστια γραμμή άμυνας – περίπου 30 χιλιόμετρα από τη Θάλασσα του Αζόφ μέχρι την περιοχή του Παβλοπίλια. Ήταν «καυτό μέτωπο» σε όλο του το μήκος.

Μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2022 κρατούσαμε τη γραμμή όπως μπορούσαμε, αλλά γύρω στις 6 Μαρτίου βρεθήκαμε ουσιαστικά περικυκλωμένοι. Τα ρωσικά στρατεύματα μας πλησίασαν από τα νώτα κι εμείς αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε προς τα περίχωρα της Μαριούπολης και να συνεχίσουμε την άμυνα εκεί. Από εκεί και πέρα, κάθε μέρα ήταν μάχη για την επιβίωση. Συνεχή πυρά, βομβαρδισμοί, κτίρια που κατέρρεαν, άνθρωποι που εξαφανίζονταν μέσα σε μια έκρηξη.

Κρατήσαμε την άμυνα της Μαριούπολης για 43 ημέρες. Σαράντα τρεις μέρες συνεχούς κόλασης. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο περισσότερο η πόλη μετατρεπόταν σε μαζικό τάφο. Είδα να πεθαίνουν πάρα πολλοί – συνάδελφοι, φίλοι, άγνωστοι. Η ένταση ήταν τέτοια που χάναμε πλήρως την αίσθηση του χρόνου: όλα έγιναν ένας συνεχόμενος ήχος από εκρήξεις και ανθρώπινες κραυγές. Και στο τέλος, η πόλη έπεσε. Μαζί της πέσαμε κι εμείς.

Όταν η Μαριούπολη κατέρρευσε, πιάστηκα αιχμάλωτος. Από εκεί ξεκίνησε ένας άλλος πόλεμος – ο πόλεμος της αιχμαλωσίας. Πρώτα βρέθηκα σε στρατόπεδο στην Ολένιβκα, στο Ντονέτσκ. Έμεινα εκεί περίπου δέκα μέρες. Μετά άρχισαν οι συνεχείς μεταγωγές: Τάγκανρογκ, περιοχή Μπριάνσκ, Κουρσκ, Βορονέζ… Καμία παραμονή δεν ήταν μεγάλη, πάντα σε κίνηση, πάντα με τη βεβαιότητα ότι το επόμενο μέρος μπορεί να είναι χειρότερο από το προηγούμενο. Κάθε στρατόπεδο είχε τη δική του «ειδίκευση» στο βασανιστήριο – σωματικό, ψυχολογικό, ή και τα δύο μαζί. Είναι σχεδόν αδύνατο να πεις ποιο ήταν το χειρότερο.

Μας έστηναν ψεύτικες κατηγορίες: ότι δήθεν εμείς καταστρέψαμε τη Μαριούπολη, ότι σκοτώσαμε αμάχους, ότι «εμείς» σκοτώσαμε τους Ουκρανούς πολίτες. Ο εισβολέας προσπαθούσε να πείσει τα θύματα ότι φταίνε εκείνα. Ήταν μια συνεχής, βρώμικη, ψυχολογική επίθεση στον εγκέφαλο: να σε κάνουν να πιστέψεις πως είσαι ένοχος για όλα όσα έχουν συμβεί. Πάνω σε αυτό πάταγε και όλο το υπόλοιπο σύστημα κακοποίησης.

Συνολικά έμεινα αιχμάλωτος δύο χρόνια και πέντε μήνες. Όλο αυτό το διάστημα ήταν γεμάτο από ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, εξευτελισμούς και απάνθρωπες συνθήκες κράτησης. Σε 20 τετραγωνικά μέτρα στοίβαζαν 12 άντρες. Ο αέρας, η κίνηση, ο ύπνος – όλα ήταν πολυτέλειες. Υπήρχαν περίοδοι που μας έβαζαν να στεκόμαστε πάνω σε μια άσπρη γραμμή για 16 ώρες τη μέρα, χωρίς να μπορούμε να κουνηθούμε. Όποιος λύγιζε, πλήρωνε ακριβά. Υπήρχαν περίοδοι που μας χτυπούσαν καθημερινά με ραβδιά, μας υπέβαλλαν σε ηλεκτροσόκ, δοκίμαζαν «ό,τι υπάρχει» σε λεξικό βασανιστηρίων. Το φαγητό ήταν μια βρώμικη παρωδία: κάτι σαν αραιός ζωμός χωρίς τίποτα μέσα, κάτι που θα μπορούσες να το περιγράψεις περισσότερο σαν «σκυλόσουπα» παρά σαν ανθρώπινο γεύμα. Τρεις φορές τη μέρα το ίδιο, απλώς για να μην πεθάνεις αμέσως.

Ο χρόνος στην αιχμαλωσία μετριέται αλλιώς. Δύο χρόνια και πέντε μήνες μπορεί να ακούγονται σαν χρονικό διάστημα. Εκεί μέσα, είναι μια ατελείωτη σειρά από μέρες όπου το βασικό ερώτημα κάθε πρωί είναι: «Θα αντέξω μέχρι το βράδυ;» Γνώριζα βέβαια ότι υπήρχε ένας συντονιστικός μηχανισμός στην Ουκρανία που ασχολείται με τις ανταλλαγές αιχμαλώτων, αλλά αυτό, για μας, ήταν κάτι αφηρημένο, μια μακρινή ελπίδα. Αναρωτιόμουν γιατί σε μένα πήρε τόσο πολύ – γιατί κάποιοι βγήκαν νωρίτερα κι εγώ όχι. Αλλά ταυτόχρονα ήξερα ότι υπήρχαν σύντροφοί μου που είχαν ήδη πέντε χρόνια στην αιχμαλωσία. Όταν το σκέφτεσαι αυτό, καταλαβαίνεις ότι δεν υπάρχει λογική, μόνο τύχη και η αδιάκοπη προσπάθεια όσων παλεύουν για τις ανταλλαγές.

Το ερώτημα που με ρωτούν συχνά είναι: «Τι σε κράτησε ζωντανό;» Στην αρχή, με κρατούσε η πίστη. Προσευχόμουν πολύ, έκανα τον σταυρό μου, ζητούσα από τον Θεό να με προστατεύσει. Αλλά όσο ο καιρός περνούσε και αναλογιζόμουν όσα είχα δει στη Μαριούπολη – ειδικά τα παιδιά και τις γυναίκες που σκοτώνονταν – άρχισα να ρωτάω: «Πού είναι αυτός ο Θεός; Πώς αφήνει να συμβαίνουν αυτά;» Έβλεπα τα πρόσωπα των παιδιών, σκεφτόμουν πόσο αθώα ήταν, και ένιωθα ότι οι προσευχές μου δεν αρκούν, ότι δεν παίρνω καμία απάντηση.

Τότε πέρασα σε μια δεύτερη φάση: ανάλυση. Προσπαθούσα να βάλω σε μια κάποια λογική όλα όσα είχαν συμβεί, να καταλάβω τι ρόλο παίζω εγώ, τι ρόλο παίζει η χώρα μου, τι ρόλο παίζουν οι άνθρωποι που μας βασανίζουν. Αλλά η λογική έχει τα όριά της μέσα στην κόλαση. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι, αν συνεχίσω να ψάχνω «δίκαιες» εξηγήσεις, θα τρελαθώ.

Έτσι έφτασα στην τρίτη φάση: να ψάξω τη δύναμη μέσα μου. Άρχισα να κρατιέμαι από τους δικούς μου ανθρώπους – όχι επειδή ήταν εκεί, αλλά επειδή υπήρχαν στο μυαλό μου. Σκεφτόμουν την οικογένειά μου, τους φίλους μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον. Άρχισα να ζω για εκείνα που ακόμη δεν έχουν συμβεί: τις μέρες που μπορεί να ξαναδώ τα πρόσωπά τους, να περπατήσω ελεύθερος, να μπορέσω να αφηγηθώ αυτή την ιστορία. Κατάλαβα ότι, αν χάσω την ελπίδα, τελείωσα. Η ελπίδα έγινε το τελευταίο μου όπλο. Κάθε μέρα έλεγα στον εαυτό μου: «Απλώς κράτα μέχρι αύριο. Και μετά μέχρι το επόμενο αύριο.»

Το πιο σημαντικό, για μένα, είναι αυτό: να μην χάσεις την ελπίδα. Τη στιγμή που την χάνεις, πεθαίνεις – ακόμη κι αν το σώμα σου συνεχίζει να αναπνέει. Η πίστη, οι σκέψεις, η δύναμη μέσα σου, η αγάπη για τους ανθρώπους σου, για την πατρίδα σου – όλα αυτά γίνονται ένας εσωτερικός σκελετός που σε κρατά όρθιο όταν όλα γύρω σου προσπαθούν να σε σπάσουν.

Σήμερα είμαι ελεύθερος χάρη σε μια ανταλλαγή αιχμαλώτων. Αλλά πολλοί από τους συντρόφους μου παραμένουν εκεί, στα ίδια κολαστήρια, ήδη πέντε χρόνια. Όταν μιλάω, δεν μιλάω μόνο για μένα. Μιλάω και γι’ αυτούς. Όσο αυτή η ιστορία ακούγεται, όσο λέγεται η αλήθεια για τη Μαριούπολη, για τις μάχες, για τα βασανιστήρια, για την αιχμαλωσία, για τη δύναμη και την απελπισία, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για όποιον προσπαθεί να μας σβήσει από τον χάρτη και από τη μνήμη.

Dmitro Loseiv: Έτσι απέδρασα από την κόλαση

dmitro-loseiv.jpg

Ονομάζομαι Dmitro Loseiv. Είμαι ένας από τους πολλούς Ουκρανούς που πλήρωσαν αυτόν τον πόλεμο με το σώμα τους και με την ψυχή τους. Και, παρά τα όλα, πιστεύω ακόμα ότι η θυσία μας έχει νόημα, όσο η χώρα μου στέκεται όρθια και συνεχίζει να παλεύει για την ελευθερία της.

Είμαι ένας από τους πολλούς Ουκρανούς που πλήρωσαν αυτόν τον πόλεμο με το σώμα τους και με την ψυχή τους. Και, παρά τα όλα, πιστεύω ακόμα ότι η θυσία μας έχει νόημα, όσο η χώρα μου στέκεται όρθια και συνεχίζει να παλεύει για την ελευθερία της.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια Ουκρανία που ήξερα ότι βρίσκεται σε πόλεμο από το 2014, με την Κριμαία, με τον Ντονμπάς, με όλα όσα ακούγαμε κάθε μέρα. Αλλά η αλήθεια είναι πως, σαν άνθρωπος, σαν πολίτης, πραγματικά ξύπνησα στις 24 Φεβρουαρίου 2022. Τότε κατάλαβα τι σημαίνει πόλεμος. Τότε ένιωσα στο πετσί μου ότι δεν υπάρχει πια «κάπου μακριά», αλλά ότι η φωτιά μας αγγίζει όλους.

Στην αρχή προσπάθησα να βοηθήσω όπως μπορούσα. Έμεινα στο πατρικό μου, στην πόλη μου, και άρχισα να δουλεύω ως εθελοντής. Μεταφέραμε προμήθειες, βοηθούσαμε όσους έφευγαν από τις εμπόλεμες ζώνες, οργανώναμε ό,τι μπορούσαμε. Αλλά πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι αυτό δεν μου αρκούσε. Δεν άντεχα να βλέπω τη χώρα μου να καίγεται και εγώ να μένω στην άκρη. Πήγα στο κέντρο στράτευσης, στο στρατολογικό γραφείο, και δήλωσα ότι θέλω να πάω στο μέτωπο, να γίνω υπερασπιστής της Ουκρανίας.

Έτσι βρέθηκα στα αερομεταφερόμενα, στην Airborne Infantry. Μονάδα πρώτης γραμμής, σκληρή, εκτεθειμένη, αλλά ακριβώς εκεί όπου ένιωθα ότι έπρεπε να είμαι. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, όλη μου η ζωή ήταν μέτωπο, αποστολές, λάσπη, κρύο, φόβος και αποφασιστικότητα. Ο πόλεμος σταμάτησε να είναι εικόνες στην τηλεόραση και έγινε πρόσωπα, φωνές, φίλοι που την μια μέρα γελούσαμε μαζί και την άλλη δεν τους ξαναβλέπαμε.

Το δικό μου μεγάλο χτύπημα ήρθε στο Ντονμπάς, τον Νοέμβριο του 2022. Μια νάρκη, μια έκρηξη, και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου όλα άλλαξαν. Βρέθηκα στο έδαφος, μισός άνθρωπος, με το σώμα μου γεμάτο από θραύσματα. Στο τέλος μέτρησαν 23 οστικόθραυσματικά και μεταλλικά θραύσματα μέσα μου. Είκοσι τρία. Αλλά το χειρότερο δεν ήταν ο αριθμός. Το χειρότερο ήταν ότι κάποια από αυτά χτύπησαν τα νεύρα στο δεξί μου χέρι. Ένιωσα σαν να μου είχαν κόψει ολόκληρη τη δεξιά πλευρά, σαν να είχε σβήσει από το σώμα μου.

Η εκκένωση ήταν εφιάλτης. Οι άνδρες που προσπάθησαν να με βγάλουν από τη γραμμή του πυρός έπεσαν και οι ίδιοι σε ενέδρα. Κάποιοι τραυματίστηκαν, βρέθηκαν κι εκείνοι υπό εχθρικά πυρά. Εγώ έμεινα στο σημείο του τραυματισμού, ανάμεσα σε φωτιά και σιωπή. Δώδεκα ώρες. Δώδεκα ώρες πεσμένος, τραυματισμένος, χωρίς ιατρική βοήθεια, με κάθε λεπτό να μοιάζει με αιώνα. Ο πόνος δεν ήταν απλώς σωματικός· ήταν ο φόβος ότι εδώ τελειώνουν όλα, ότι δεν θα προλάβω καν να πω αντίο.

Οι άνθρωποι που με έβγαζαν αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν για να σώσουν τη δική τους ζωή. Τρεις από αυτούς τραυματίστηκαν, και ο καθένας έπρεπε πια να παλέψει μόνος του για να επιβιώσει. Έμεινα πίσω, μόνος. Εκείνες τις ώρες κατάλαβα πολύ καλά τι σημαίνει απόλυτη μοναξιά. Κι όμως, κάπου ανάμεσα στον πόνο, στο αίμα και στην κούραση, μέσα σε εκείνη τη νύχτα, κάτι μέσα μου αρνήθηκε να τα παρατήσει.

Το επόμενο πρωί, κι ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να εξηγήσω πώς ακριβώς έγινε, άρχισα να σέρνομαι, να σηκώνομαι, να πέφτω και πάλι, να προχωράω. Λέω πάντα ότι ήταν με τη βοήθεια του Θεού. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για το πώς, με τέτοιο τραυματισμό και μετά από δώδεκα ώρες χωρίς καμία φροντίδα, κατάφερα να βγω από εκεί μόνος μου. Κατάφερα να απομακρυνθώ από τη γραμμή της φωτιάς, βήμα–βήμα, μέτρο–μέτρο, σαν σε όνειρο που γίνεται εφιάλτης και ανάσα σωτηρίας ταυτόχρονα.

Από εκεί ξεκίνησε ένας άλλος πόλεμος: ο πόλεμος της επιβίωσης και της αποκατάστασης. Πρώτα σταθεροποίηση σε κέντρο κοντά στο μέτωπο, με γιατρούς που δούλευαν στα όρια των δυνατοτήτων τους. Μετά νοσοκομείο στο Ντνίπρο, έπειτα στην Οδησσό. Εγχειρήσεις, σωροί από φάρμακα, φυσικοθεραπείες, νύχτες που ο πόνος δεν σε αφήνει ούτε να κλείσεις τα μάτια σου. Τελικά, η διακομιδή στη Λετονία, όπου συνέχισα τη θεραπεία και την αποκατάστασή μου.

Κάποια στιγμή ήρθε η απόφαση που κανένας στρατιώτης δεν θέλει να ακούσει, αλλά που για μένα ήταν αναπόφευκτη: με έβγαλαν από τις τάξεις του στρατού λόγω αναπηρίας. Με «έγραψαν» ως ανάπηρο πολέμου. Στα χαρτιά αυτό είναι ένας χαρακτηρισμός, ένα ιατρικό και στρατιωτικό συμπέρασμα. Στην ψυχή, όμως, είναι κάτι πολύ πιο βαρύ: είναι η παραδοχή ότι δεν θα ξαναγυρίσεις στη μονάδα σου όπως ήσουν, ότι ο πόλεμος σου πήρε κάτι που δεν επιστρέφεται.

Με ρωτάτε αν άξιζε. Αν όλη αυτή η διαδρομή – ο πόνος, το τραύμα, η αναπηρία – άξιζαν τον κόπο. Η απάντηση μου είναι ξεκάθαρη: όχι, δεν θα άλλαζα τίποτα. Δεν θα άλλαζα ούτε μια απόφαση, ούτε μια στιγμή που στάθηκα απέναντι στον εχθρό. Αυτό που έκανα, αυτό που πληρώνω με το σώμα μου, είναι το δικό μου κομμάτι στον αγώνα για την πατρίδα μου. Και αυτό το κομμάτι το αναλαμβάνω χωρίς μετάνοια.

Με ρωτάτε επίσης πώς πιστεύω ότι θα τελειώσει αυτή η κόλαση, πώς θα έρθει η Νίκη. Δεν είμαι στρατηγός, δεν είμαι πολιτικός, είμαι ένας στρατιώτης που πλήρωσε ακριβά τον πόλεμο. Αυτό που μπορώ να πω είναι μόνο το δικό μου, προσωπικό, απλό – ίσως παιδικό – όνειρο: θέλω να τελειώσει αύριο. Αν γινόταν, θα ήθελα να τελειώσει αύριο το πρωί. Με ένα θαύμα. Με έναν τρόπο που κανείς δεν περιμένει. Αλλά ξέρω ότι, όπως και να γίνει, για μένα υπάρχει μόνο μία αποδεκτή κατάληξη: αποκλειστικά με τη νίκη της Ουκρανίας. Καμία άλλη εναλλακτική δεν υπάρχει μέσα μου.

Jurko Vovkohun: Γιατί το φως μπορεί, έστω για μια στιγμή, να διαπεράσει το απόλυτο σκοτάδι

jurko-vovkohun.jpg

Με λένε Jurko Vovkohun. Πριν από την εισβολή της Ρωσίας, πριν από τα χαρακώματα, τις εκρήξεις και το αίμα, ήμουν ένας άνθρωπος του πολιτισμού. Ζούσα μέσα σε φεστιβάλ, σκηνές, μουσικές. Οργάνωνα φεστιβάλ σύγχρονης τέχνης, τζαζ φεστιβάλ, ροκ και φολκ διοργανώσεις. Ο κόσμος μου ήταν οι καλλιτέχνες, οι μπάντες, οι θεατές που τραγουδούσαν μεθυσμένοι από μουσική, όχι από πόλεμο. Παράλληλα σπούδαζα Πολιτικές Επιστήμες, προσπαθώντας να καταλάβω πώς λειτουργεί η εξουσία, τα κράτη, η δημοκρατία. Δεν φανταζόμουν, τότε, πόσο βίαια θα έμπαινε η πολιτική μέσα στη ζωή μου.

Το 2014 ήρθε η Επανάσταση της Αξιοπρέπειας. Εκεί, στους δρόμους, είδα έναν λαό να φωνάζει ότι θέλει να ανήκει στην Ευρώπη, ότι θέλει να ζήσει ελεύθερος, με αξιοπρέπεια, χωρίς να είναι δορυφόρος μιας αυτοκρατορικής Ρωσίας. Η ουκρανική κοινωνία έδειξε καθαρά προς τα πού θέλει να πάει. Και τότε ήρθε η επίθεση. Η Ρωσία χτύπησε, και ξαφνικά ο κόσμος των φεστιβάλ βρέθηκε δίπλα στον κόσμο των χαρακωμάτων. Δεν μπορούσα να κάνω πως δεν βλέπω.

Πήρα την απόφαση να πάω οικειοθελώς στο μέτωπο. Δεν περίμενα χαρτί, δεν περίμενα επιστράτευση. Μπήκα στον εθελοντικό τομέα, στο εθελοντικό σώμα, γιατί ένιωθα ότι η χώρα μου με χρειάζεται, όχι ως διοργανωτή συναυλιών, αλλά ως μαχητή. Πολέμησα στα πιο καυτά σημεία εκείνης της χρονιάς: στο Πίσκι και στην Αβντιίβκα. Ήταν μάχες σκληρές, βρώμικες, χωρίς ρομαντισμούς. Αντί για φώτα σκηνής, είχα εκρήξεις. Αντί για χειροκρότημα, είχα συριγμούς οβίδων.

Όταν ο πόλεμος άρχισε να «παγώνει» στο μέτωπο, γύρω στο 2015, επέστρεψα στον χώρο του πολιτισμού. Όχι γιατί κουράστηκα να πολεμώ, αλλά γιατί κατάλαβα κάτι βαθύτερο: ότι ο πόλεμος και η κουλτούρα είναι δύο διαφορετικά, αλλά εξίσου κρίσιμα μέτωπα στον ίδιο αγώνα για την ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Η ουκρανική ταυτότητα, η γλώσσα, οι ιστορίες μας, η μουσική μας – όλα αυτά είναι όπλα απέναντι σε μια αυτοκρατορία που θέλει να μας σβήσει. Έτσι, συνέχισα να δουλεύω με πολιτιστικά πρότζεκτ, πιστεύοντας ότι και αυτό είναι μια μορφή μάχης.

Και μετά ήρθε το 2022. Η πλήρους κλίμακας εισβολή, τον Φεβρουάριο. Δεν χρειάστηκε ούτε δευτερόλεπτο για να αποφασίσω τι θα κάνω. Γύρισα αμέσως στο μέτωπο, πάλι ως εθελοντής, πάλι στο ανεξάρτητο, εθελοντικό κομμάτι. Αυτή τη φορά εντάχθηκα στην 80ή Αερομεταφερόμενη Επιθετική Ταξιαρχία, μία από τις μονάδες που κρατούν τις πιο σκληρές γραμμές. Από τις σκηνές και τα μικρόφωνα βρέθηκα πάλι στις κάννες και στα χαρακώματα.

Τον Ιούνιο, στην άμυνα του Λισιτσάνσκ, ήρθε η στιγμή που θα με σημάδευε για πάντα. Μια έκρηξη. Δεν έχει μεγάλη σημασία αν ήταν οβίδα, νάρκη ή πύραυλος· σημασία έχει το μετά. Βρέθηκα με βαριά τραύματα, με αρτηριακή αιμορραγία και στα δύο χέρια. Το αίμα έτρεχε ανεξέλεγκτα. Σε τέτοιες στιγμές, μετράει κάθε δευτερόλεπτο. Ο μοναδικός λόγος που είμαι ζωντανός σήμερα είναι ότι είχα μαζί μου τέσσερις τουρνικέ. Τέσσερα απλά, φαινομενικά, κομμάτια υλικού που έγιναν η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Αν τα κρατούσαν πολύ ώρα σφιχτά, θα έχανα τα χέρια μου. Αν δεν τα είχα, θα έχανα τη ζωή μου.

Ήμουν απίστευτα τυχερός – όσο μπορεί να είναι κανείς τυχερός μέσα σε μια κόλαση. Οι σύντροφοί μου έτρεξαν κάτω από πυρά για να με βγάλουν από τη ζώνη θανάτου. Η εκκένωση έγινε κάτω από βομβαρδισμούς, με οχήματα που κινούνταν κυριολεκτικά μέσα σε καταιγισμό πυρών. Σε κάθε στάδιο της διαδρομής, από το σημείο του τραυματισμού μέχρι τα μετόπισθεν, με συνόδευε ένας συνδυασμός τύχης, αλληλεγγύης και επαγγελματισμού. Είχα δίπλα μου τους καλύτερους τραυματιολόγους, γιατρούς που ήξεραν να κλέβουν ανθρώπους από τα χέρια του θανάτου.

Μετά από πολλές επεμβάσεις και μια μακρά, εξαντλητική περίοδο αποκατάστασης, απολύθηκα από τον στρατό λόγω αναπηρίας. Για δεύτερη φορά, ο πόλεμος άλλαζε τη ζωή μου εκ θεμελίων. Έπαψα να είμαι ενεργός μαχητής, αλλά δεν έπαψα να είμαι στρατιώτης αυτού του αγώνα. Επέστρεψα ξανά στην πολιτιστική σφαίρα – αυτή τη φορά όχι μόνο ως «cultural manager», αλλά ως βετεράνος που κουβαλάει τον πόλεμο μέσα του. Δουλεύω πλέον ως μάνατζερ πολιτιστικών και βετερανικών πρότζεκτ. Στις βάρκες, στα ταξίδια, στις δράσεις, γίνομαι συχνά ο «διασκεδαστής», αυτός που κρατάει το κέφι, που φέρνει το θέατρο και το χιούμορ. Τώρα καταλαβαίνω γιατί: γιατί όλη μου η ζωή πριν τον πόλεμο ήταν μια πρόβα για να μπορώ σήμερα να μιλάω, να ανεβάζω ιστορίες, να δίνω φωνή σε όσους δεν ακούγονται.

Ένα από τα σημαντικότερα πράγματα που κάνω σήμερα είναι το πρότζεκτ «Stories of Defenders» – Ιστορίες Υπερασπιστών. Είναι ένα παλιό όνειρο που είχαμε σκεφτεί μαζί με έναν φίλο μου, ο οποίος σκοτώθηκε στον πόλεμο. Θέλαμε να μαζέψουμε ιστορίες, μικρές νουβέλες, μικρά διηγήματα από βετεράνους και βετεράνες. Ιστορίες για το πώς η ζωή μπορεί να νικήσει τον θάνατο ακόμη και μέσα στον πόλεμο. Για το πώς το φως μπορεί, έστω για μια στιγμή, να διαπεράσει το απόλυτο σκοτάδι.

Δέκα βετεράνοι γράφουν τις ιστορίες τους – ό,τι τους σημάδεψε, ένα «θαύμα» που έζησαν, μια στιγμή που είδαν την νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι, της ζωής πάνω στον θάνατο. Άλλοι δέκα βετεράνοι ηχογραφούν αυτά τα κείμενα, τα ζωντανεύουν με τη φωνή τους. Έτσι γεννιούνται ηχητικά βιβλία, ζωντανές μαρτυρίες. Μετά μεταφράζουμε αυτές τις ιστορίες σε άλλες γλώσσες. Ήδη έχουμε χρηματοδότηση από τη Δανία, τις μεταφράσαμε στα δανικά, και τέσσερις Δανοί βετεράνοι έχουν διαβάσει και ηχογραφήσει τις ιστορίες που έγραψαν οι δικοί μας βετεράνοι. Είναι μια γέφυρα: Ουκρανοί και βετεράνοι από άλλες χώρες ενώνουν τις φωνές τους.

Για μένα, αυτά τα κείμενα δεν είναι απλώς λογοτεχνία. Είναι θεραπεία. Αν δεν μιλήσεις, αν δεν γράψεις, όλα όσα έζησες μένουν μέσα σου σαν ωμή, άγρια τραυματική μάζα. Σε τρώει από μέσα, σε γεμίζει αμφιβολίες – «άξιζε; δεν άξιζε;» – και δεν βρίσκεις ποτέ απάντηση. Όταν όμως αφηγείσαι την ιστορία σου, όταν τη βάζεις σε λέξεις και την αφήνεις να βγει προς τα έξω, γίνεται κάτι άλλο: αυτό που ήταν μόνο πόνος, γίνεται ένα πολύ βαρύ, αλλά πραγματικό «κεφάλαιο» της ζωής σου. Το βλέπεις, το αναγνωρίζεις, το μοιράζεσαι. Είναι μια μορφή θεραπείας, ένας από τους τρόπους να παλέψεις το PTSD, να βάλεις σε τάξη τον εφιάλτη.

Κι εκεί συμβαίνει και κάτι ακόμη: ξανασυναντιέσαι με τον ίδιο σου τον εαυτό. Όταν διαβάζεις αυτά που έχεις γράψει, όταν ακούς αυτά που είπες, συνειδητοποιείς ότι όντως αυτά ήταν η ζωή σου, αυτές ήταν οι εμπειρίες σου. Δεν είναι πια θολές εικόνες, είναι δομημένη μνήμη. Και μαζί με τη μνήμη έρχεται και η συνειδητοποίηση ότι πέρασες μέσα από εξαιρετικά δύσκολες καταστάσεις – και, παρ’ όλα αυτά, επέζησες. Τις ξεπέρασες. Αυτό και μόνο αλλάζει τον τρόπο που κοιτάς τον εαυτό σου.

Οι ιστορίες αυτές δεν δουλεύουν μόνο μέσα μας, δουλεύουν και προς τα έξω. Χτίζουν μια γέφυρα ανάμεσα στους στρατιώτες και στους πολίτες. Δεν μπορείς να μιλήσεις προσωπικά σε όλους, να εξηγήσεις στον καθένα τι έγινε στο Πίσκι, στην Αβντιίβκα, στο Λισιτσάνσκ. Όταν όμως μια ιστορία κυκλοφορεί, όταν γίνεται βιβλίο, αφήγηση, podcast, τότε χιλιάδες άνθρωποι μπορούν να τη διαβάσουν, να τη νιώσουν, να καταλάβουν κάτι περισσότερο. Να δουν ότι πίσω από τις λέξεις «μέτωπο», «τραυματίας», «βετεράνος» υπάρχουν ζωντανοί άνθρωποι, με φόβους, χιούμορ, αγάπη, απώλειες.

Αυτές οι ιστορίες δείχνουν τη δύναμη της ζωής, αλλά και την ευθραυστότητά της. Δεν είναι αδυναμία, είναι ευθραυστότητα – αυτό το λεπτό σημείο ανάμεσα στο «είμαι εδώ» και στο «σε μια στιγμή μπορεί να μην υπάρχω». Και ακριβώς αυτή η ευθραυστότητα σε διδάσκει πώς μπορείς να την υπερβείς, πώς μπορείς να νικήσεις τον φόβο, πώς μπορείς να εκτιμήσεις τη ζωή πιο βαθιά. Όταν καταλαβαίνεις πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί, την αγαπάς αλλιώς.

Για μένα, όλα αυτά – τα φεστιβάλ, τα βιβλία, τα θεατρικά, τα ταξίδια με βετεράνους, οι «Ιστορίες Υπερασπιστών» – είναι όπλα. Όπλα πολιτισμού. Με αυτά συνεχίζω να βοηθώ τη χώρα μου. Ο πόλεμος δεν τελειώνει όταν κατεβαίνεις από το μέτωπο. Συνεχίζεται μέσα στη μνήμη, στη γλώσσα, στις ιστορίες που διαλέγεις να πεις. Κι εγώ, ο Γιούρκο Βοβκογόν, συνεχίζω να πολεμώ με ό,τι ξέρω καλύτερα: με την κουλτούρα, με την αλήθεια και με τις ιστορίες εκείνων που κοίταξαν τον θάνατο στα μάτια και, παρ’ όλα αυτά, επέλεξαν τη ζωή.

img3341.jpg
Σχόλια