Τεχνητή νοημοσύνη και παιδιά: Η εύκολη απάντηση, η σχολική χρήση και ο κίνδυνος του «ψηφιακού φίλου»

Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει όλο και νωρίτερα στη ζωή των παιδιών, από τις σχολικές ασκήσεις και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια έως τις καθημερινές απορίες και τις προσωπικές ανησυχίες. Εκπαιδευτικός, παιδοψυχολόγος και μητέρα μιλούν στο Newsbomb για τα οφέλη, τα όρια και τους κινδύνους μιας τεχνολογίας που μπορεί να στηρίξει τη μάθηση, αλλά και να υποκαταστήσει την προσπάθεια, την κρίση και την ανθρώπινη επαφή.
Τεχνητή νοημοσύνη και παιδιά: Η εύκολη απάντηση, η σχολική χρήση και ο κίνδυνος του «ψηφιακού φίλου»

Η τεχνητή νοημοσύνη έχει ήδη γίνει μέρος της καθημερινότητας των παιδιών, πολύ πριν η οικογένεια και το σχολείο προλάβουν να συμφωνήσουν στους κανόνες χρήσης της. Μαθητές του Δημοτικού απευθύνονται σε εφαρμογές όπως το ChatGPT για να λύσουν μια άσκηση, να καταλάβουν ένα γραμματικό φαινόμενο, να βρουν πληροφορίες για ζώα και χώρες, να πάρουν ιδέες για μια ιστορία ή μια ζωγραφιά, ακόμη και για να επιλέξουν ρούχα, να οργανώσουν το δωμάτιό τους ή να αναζητήσουν συμβουλές για μια φιλία που τους προβληματίζει.

Η νέα αυτή πραγματικότητα αφορά ήδη παιδιά 6 έως 12 ετών, που έρχονται όλο και συχνότερα σε επαφή με εργαλεία παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, άλλοτε με τη γνώση των γονιών τους και άλλοτε χωρίς ουσιαστική επίβλεψη. Η χρήση τους εκτείνεται από την αναζήτηση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και τη βοήθεια στα μαθήματα έως τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τις εικόνες, τις φωτογραφίες και τη συναισθηματική υποστήριξη.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η εξοικείωση των ανηλίκων με την παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη προχωρά ταχύτερα από τη δημόσια συζήτηση γύρω από τους κινδύνους και τα όρια. Η έρευνα EU Kids Online, η οποία βασίστηκε σε απαντήσεις 25.592 παιδιών ηλικίας 9 έως 16 ετών σε 17 ευρωπαϊκές χώρες και σε συνεντεύξεις με 244 εφήβους, καταγράφει ότι περίπου επτά στα δέκα παιδιά χρησιμοποιούν ήδη κάποια μορφή παραγωγικής ΤΝ. Οι συνηθέστερες χρήσεις αφορούν την αναζήτηση πληροφοριών, την υποστήριξη σχολικών εργασιών, τη συγγραφή και τις δημιουργικές εφαρμογές.

Αντίστοιχα, έρευνα της αυστραλιανής Αρχής Ηλεκτρονικής Ασφάλειας eSafety έδειξε ότι το 78% των παιδιών ηλικίας 10 έως 17 ετών έχει χρησιμοποιήσει βοηθό τεχνητής νοημοσύνης, με το ChatGPT να είναι η πιο διαδεδομένη εφαρμογή. Στις ηλικίες 13 έως 17 ετών το ποσοστό φθάνει περίπου στο 87%, ενώ ακόμη και στην ομάδα 10 έως 12 ετών καταγράφεται χρήση της τάξης του 64%.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή, αντιπροσωπευτικά δεδομένα ειδικά για τους μαθητές της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Η χρήση, όμως, είναι εμφανής και αυξάνεται. Οι τρεις γυναίκες που μιλούν στο Newsbomb —η διευθύντρια Δημοτικού Σχολείου Λίνα Ζημιανίτη, η ψυχολόγος και παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου και η δημοσιογράφος-κοινωνική ανθρωπολόγος Σίσσυ Καλλίνη— περιγράφουν τρεις διαφορετικές όψεις του ίδιου φαινομένου.

Η πρώτη φωτίζει την εκπαιδευτική διάσταση και τη δυνατότητα η τεχνητή νοημοσύνη να λειτουργήσει υποστηρικτικά στη μάθηση. Η δεύτερη εστιάζει στις ψυχολογικές επιπτώσεις, στην εξάρτηση από την εύκολη απάντηση και στον κίνδυνο τα παιδιά να αντιμετωπίσουν ένα πρόγραμμα ως φίλο ή σύμβουλο. Η τρίτη μεταφέρει την εμπειρία μιας μητέρας που βλέπει την ΤΝ να διευκολύνει την περιέργεια των παιδιών, αλλά και να απειλεί τη δημιουργική προσπάθεια, τη συγκέντρωση και τη χαρά της προσωπικής αναζήτησης.

Κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη για καθοδήγηση. Η απαγόρευση από μόνη της δύσκολα μπορεί να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία είναι παντού. Η ανεξέλεγκτη χρήση, όμως, μπορεί να μετατρέψει ένα χρήσιμο εργαλείο σε εύκολη λύση, σε μηχανισμό αποφυγής της προσπάθειας ή σε ψηφιακό υποκατάστατο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η απάντηση βρίσκεται στη γνώση, στην επίβλεψη, στην κριτική σκέψη και στη διαρκή συζήτηση ανάμεσα σε γονείς, εκπαιδευτικούς και παιδιά.

Λίνα Ζημιανίτη: «Να υποστηρίζει τη μάθηση, όχι να υποκαθιστά τη σκέψη»

02a4e335-ab2c-415a-a679-bc2e25c03f8a.jpg

Η διευθύντρια του 1ου Δημοτικού Σχολείου Γαλατσίου, Λίνα Ζημιανίτη, επισημαίνει στο Newsbomb ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στα παιδιά των μικρότερων ηλικιών συνδέεται κυρίως με την περιέργεια, το παιχνίδι και τη σχολική μάθηση. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, αυξάνονται οι πληροφοριακές και εκπαιδευτικές χρήσεις.

Όπως εξηγεί, η ίδια διερεύνησε προσωπικά το ζήτημα μέσα από συζητήσεις με μαθητές του σχολείου της, θεωρώντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μία από τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής. Στόχος, όπως λέει, είναι τα εργαλεία αυτά να αξιοποιούνται ως μέσο υποστήριξης και διευκόλυνσης, χωρίς να αντικαθιστούν τη δουλειά, τη μόρφωση, τη σύνθεση γνώσεων και την πνευματική εγρήγορση των παιδιών.

Η κ. Ζημιανίτη έχει παρακολουθήσει το επιμορφωτικό πρόγραμμα 50 ωρών «GenAI Empowered Educators» του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, με αντικείμενο τη χρήση εργαλείων παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης και εκπαιδευτικών δεξιοτήτων στη διδακτική πράξη.

Από τις συζητήσεις της με τα παιδιά προκύπτει ότι η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται για ένα ευρύ φάσμα αναγκών: από την επίλυση σχολικών ασκήσεων και την κατανόηση δύσκολων σημείων, μέχρι τη δημιουργική γραφή, την αναζήτηση πληροφοριών και τις καθημερινές απορίες.

«Τα παιδιά δεν ζητούν πάντοτε την έτοιμη λύση. Συχνά ρωτούν “γιατί αυτό λύνεται έτσι;”, “εξήγησέ το μου ξανά πιο απλά γιατί δεν το κατάλαβα”», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια χρήση που μπορεί να συμβάλει στην εμπέδωση της γνώσης όταν γίνεται με σωστό τρόπο.

Σύμφωνα με τη διευθύντρια του 1ου Δημοτικού Γαλατσίου, οι μαθητές χρησιμοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για:

-Βοήθεια σε σχολικές εργασίες, ασκήσεις και απορίες.

-Μετάφραση, εξάσκηση σε ξένες γλώσσες και υπενθύμιση γραμματικών κανόνων.

-Πληροφορίες για τη φύση, τα ζώα, το περιβάλλον, χώρες, παράξενα τοπία και προορισμούς.

-Δημιουργικές εργασίες, όπως ποιήματα, ιστορίες, ζωγραφιές και ιδέες για σχολικές κατασκευές.

-Ερωτήσεις γενικού ενδιαφέροντος, όπως «τι είναι», «πώς γίνεται», «πώς λειτουργεί» και «γιατί».

-Πληροφορίες για ηλεκτρονικά παιχνίδια, χόμπι, αθλητικά είδη, κινητά τηλέφωνα, influencers και πρόσωπα της showbiz.

-Ιδέες για διακόσμηση δωματίου, συνδυασμούς ρούχων ή ασκήσεις γυμναστικής στο σπίτι.

-Μετατροπή προσωπικών φωτογραφιών σε εικόνες cartoon, Disney ή ακουαρέλας.

-Συμβουλές για ζητήματα φιλίας, άγχους, σχολικής πίεσης ή καθημερινών δυσκολιών.

Η τελευταία κατηγορία, αυτή της συναισθηματικής υποστήριξης, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Παιδιά μπορεί να θέτουν ερωτήματα όπως «συμπαθώ μια συμμαθήτριά μου, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω για να κάνουμε παρέα» ή «όταν έχω πολλά να διαβάσω, πονάει η κοιλιά μου και αγχώνομαι». Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εφαρμογή μπορεί να δώσει μια άμεση απάντηση, όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον γονέα, τον εκπαιδευτικό ή τον ειδικό ψυχικής υγείας.

Η κ. Ζημιανίτη θεωρεί ότι οι γονείς χρειάζεται να γνωρίζουν πώς χρησιμοποιούν τα παιδιά την τεχνητή νοημοσύνη και να συμμετέχουν, όπου είναι δυνατόν, στην αναζήτηση. «Η απαγόρευση χρήσης θα ήταν λανθασμένος χειρισμός. Χρειάζεται καθοδήγηση, ασφάλεια και κριτική σκέψη, χωρίς τα παιδιά να παραχωρούν στην τεχνητή νοημοσύνη τη δική τους σκέψη», υπογραμμίζει.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η προστασία προσωπικών δεδομένων. Τα παιδιά δεν πρέπει να κοινοποιούν ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, κωδικούς πρόσβασης ή προσωπικές φωτογραφίες. Παράλληλα, οφείλουν να μαθαίνουν ότι οι απαντήσεις ενός συστήματος τεχνητής νοημοσύνης δεν είναι κατ’ ανάγκη ακριβείς και χρειάζονται έλεγχο και διασταύρωση.

Η ίδια υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους της OpenAI, το ChatGPT δεν προορίζεται για παιδιά κάτω των 13 ετών, ενώ οι έφηβοι 13 έως 18 ετών χρειάζονται γονική συναίνεση. Σε εκπαιδευτικό πλαίσιο με παιδιά κάτω των 13 ετών, η αλληλεπίδραση με το εργαλείο πρέπει να γίνεται από ενήλικα.

Στο σχολείο της, όπως αναφέρει, έχει ήδη προγραμματιστεί συνεργασία με το Saferinternet4Kids, ώστε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί να ενημερωθούν για την τεχνητή νοημοσύνη. Ένας από τους βασικούς στόχους της ενημέρωσης είναι τα παιδιά να κατανοήσουν ότι η μηχανή δεν είναι άνθρωπος και να μην αποδίδουν στην ΤΝ ανθρώπινα χαρακτηριστικά, προθέσεις ή συναισθήματα.

Αλεξάνδρα Καππάτου: «Ο ψηφιακός συνομιλητής δεν μπορεί να γίνει φίλος»

iicicurrencyi-iiii-iiiiiiiiipound-2023.jpg

Η ψυχολόγος και παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου τονίζει στο Newsbomb ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει ενταχθεί πλέον στην καθημερινότητα των εφήβων και επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουν, κοινωνικοποιούνται και διαμορφώνουν την ταυτότητά τους.

Για αρκετούς μαθητές, η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως ένας προσωπικός βοηθός στη μελέτη. Προσφέρει γρήγορες εξηγήσεις, λύνει απορίες και επιταχύνει την εκτέλεση των σχολικών εργασιών. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η ευκολία μετατρέπεται σε μόνιμη συνήθεια και η αναζήτηση της άμεσης λύσης αντικαθιστά την προσπάθεια.

«Όταν ο μαθητής ανατρέχει διαρκώς στη γρήγορη και εύκολη λύση της ΑΙ, συχνά χωρίς να ελέγχει τις απαντήσεις, σταδιακά παραιτείται γνωστικά», επισημαίνει. Η συνέπεια, σύμφωνα με την κ. Καππάτου, είναι ότι δεν εξασκείται στην αναζήτηση, στη μελέτη, στην ανάλυση και στην κατάκτηση της γνώσης με δική του προσπάθεια.

Η χρήση αυτή, εξηγεί, μπορεί να επηρεάσει τη διαμόρφωση της κριτικής και αναλυτικής σκέψης. Παράλληλα, στερεί από το παιδί μία κρίσιμη εμπειρία της μαθησιακής διαδικασίας: τη διαχείριση της δυσκολίας, της αποτυχίας και της ματαίωσης.

«Ένα παιδί χρειάζεται να μάθει να αντέχει μια χαμηλή επίδοση, να επιμένει, να βάζει στόχους και να προσπαθεί ξανά. Αν η τεχνητή νοημοσύνη αναλαμβάνει διαρκώς να το προστατεύει από τη δυσκολία, αυτή η διαδικασία αποδυναμώνεται», σημειώνει.

Η παιδοψυχολόγος στέκεται ιδιαίτερα στον κίνδυνο της ανθρωποποίησης των αλγορίθμων. Παιδιά και έφηβοι μπορεί να ξεχνούν ότι συνομιλούν με ένα λογισμικό και να αποδίδουν στο σύστημα ανθρώπινες ιδιότητες, συναισθήματα και κατανόηση.

Η αίσθηση ότι υπάρχει διαθέσιμος ένας «συνομιλητής» οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, χωρίς κριτική, χωρίς ενόχληση και χωρίς διαφωνία, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ελκυστική για ένα παιδί που νιώθει μοναξιά, απογοήτευση από τις φιλίες του ή δυσκολία στην κοινωνική επαφή. Η σχέση αυτή όμως είναι μονόπλευρη και τεχνητή.

«Οι αληθινές σχέσεις περιλαμβάνουν διάλογο, διαφωνία, όρια, σύγκρουση και συμφιλίωση. Αυτές οι εμπειρίες είναι αναγκαίες για την ψυχική ωρίμανση», αναφέρει η κ. Καππάτου. Ο κίνδυνος, σύμφωνα με την ίδια, είναι το παιδί να αποσυρθεί σταδιακά από τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις και να περνά πολλές ώρες μόνο του, αναζητώντας επιβεβαίωση από έναν ψηφιακό “φίλο”.

Έρευνες της eSafety καταγράφουν ότι η χρήση τέτοιων εφαρμογών δεν περιορίζεται σε σχολικές αναζητήσεις. Στην Αυστραλία, το 8% των παιδιών 10 έως 17 ετών δήλωσε ότι έχει χρησιμοποιήσει εφαρμογή AI companion, δηλαδή εφαρμογή σχεδιασμένη για συντροφιά ή συναισθηματική υποστήριξη.

Η κ. Καππάτου προειδοποιεί ότι τα παιδιά δεν πρέπει να δίνουν προσωπικά στοιχεία, μυστικά ή ευαίσθητες πληροφορίες σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Το ουσιαστικό αντίβαρο βρίσκεται, όπως λέει, στη σχέση εμπιστοσύνης μέσα στην οικογένεια.

«Χρειάζεται από νωρίς να εξηγήσουμε στα παιδιά ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα μηχάνημα που επεξεργάζεται λέξεις. Δεν είναι άνθρωπος, δεν είναι φίλος, δεν έχει συναισθήματα και δεν μπορεί να μας καταλάβει ή να μας συμβουλεύσει ουσιαστικά», τονίζει.

Η απαγόρευση, η ένταση και η τιμωρία δεν αποτελούν αποτελεσματική λύση, σύμφωνα με την ίδια. Απαιτούνται ψυχραιμία, ενημέρωση, σαφή όρια και συστηματική επικοινωνία. «Η οικογένεια πρέπει να παραμένει το ασφαλές λιμάνι, όπου το παιδί θα μπορεί να μιλάει γι’ αυτό που το απασχολεί, να ακούγεται χωρίς επίκριση και να λαμβάνει πραγματική φροντίδα», σημειώνει.

Σίσσυ Καλλίνη: «Κλέβει τη χαρά της αναζήτησης»

Η δημοσιογράφος και κοινωνική ανθρωπολόγος Σίσσυ Καλλίνη προσεγγίζει το θέμα μέσα από την καθημερινότητα μιας μητέρας που παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά της έρχονται σε επαφή με την τεχνητή νοημοσύνη.

Η θέση της είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική, ειδικά για μικρές ηλικίες. Θεωρεί ότι η πρόσβαση των παιδιών στην τεχνητή νοημοσύνη χρειάζεται αυστηρό έλεγχο και εκτιμά πως η ανεξάρτητη χρήση τέτοιων εφαρμογών δεν πρέπει να γίνεται πριν από την ηλικία των 15 ετών.

«Για μένα είναι καταστροφικό, γιατί τα παιδιά βιώνουν ήδη, λόγω της τεχνολογίας, μια περίοδο οκνηρίας και λεξιπενίας», λέει στο Newsbomb. Η βασική της ανησυχία αφορά την ευκολία με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις, έτοιμες εργασίες και λύσεις, χωρίς το παιδί να χρειαστεί να περάσει από τη διαδικασία της έρευνας, της σκέψης και της δημιουργικής προσπάθειας.

Η κ. Καλλίνη αναφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από την εμπειρία της: παιδιά φωτογραφίζουν την άσκηση που έχουν για το σχολείο, χωρίς να την αντιγράψουν καν στο τετράδιο, και ζητούν από την εφαρμογή να τη λύσει. «Ακόμη και για ζωγραφιές που πρέπει να κάνουν, ζητούν να τις πάρουν έτοιμες. Αυτό, για μένα, είναι εγκληματικό», σημειώνει.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί ασφαλώς να αξιοποιηθεί για εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, για βοήθεια σε ένα μάθημα ή για έναν οδηγό σε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Μπορεί επίσης να τροφοδοτήσει την περιέργεια των παιδιών: να απαντήσει ποιος είναι ο γηραιότερος άνθρωπος στον κόσμο, να αναγνωρίσει κάτι παράξενο που είδαν στη φύση ή να δώσει πληροφορίες για κοχύλια που βρήκαν στην παραλία.

Για τη Σίσσυ Καλλίνη, όμως, το κρίσιμο στοιχείο είναι ο τρόπος. «Αυτό κλέβει όλη τη χαρά του εγκεφάλου», λέει, περιγράφοντας την απώλεια της αναζήτησης, της πλήξης, της δοκιμής και του προσωπικού ευρήματος.

Η ίδια επιλέγει να μη δίνει στα παιδιά της αυτόνομη πρόσβαση στις εφαρμογές. «Δεν έχουν πρόσβαση μόνα τους. Το χρησιμοποιώ εγώ μαζί τους ή με τον πατέρα τους», αναφέρει. Με αυτόν τον τρόπο, η τεχνητή νοημοσύνη γίνεται αφορμή για κοινή αναζήτηση και συζήτηση, αντί να λειτουργεί ως ένας κρυφός και ανεξέλεγκτος ψηφιακός βοηθός.

Η δημοσιογράφος επισημαίνει ακόμη έναν κίνδυνο: την τάση των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης να απαντούν με τρόπο που μπορεί να μοιάζει επιβεβαιωτικός, χωρίς να έχουν πραγματική γνώση του οικογενειακού, ψυχολογικού ή κοινωνικού πλαισίου του παιδιού.

«Αν ένα παιδί γράψει “ο μπαμπάς μου είναι κακός επειδή δεν μου αγόρασε αυτό το παιχνίδι”, οι απαντήσεις του συστήματος μπορεί να ενισχύσουν μια λανθασμένη αίσθηση αδικίας ή να επιβεβαιώσουν ένα συναίσθημα χωρίς να γνωρίζουν τι πραγματικά συμβαίνει», σημειώνει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η παρουσία και η κρίση των γονιών είναι αναντικατάστατες.

Η τεχνητή νοημοσύνη, καταλήγει, έχει «νικήσει τον χρόνο», καθώς μπορεί να παράγει μέσα σε δευτερόλεπτα κείμενα, εικόνες, απαντήσεις και λύσεις που θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο ανθρώπινο χρόνο. Αυτή η ταχύτητα, όμως, αυξάνει και την ευθύνη όλων —γονιών, σχολείου, πολιτείας και τεχνολογικών εταιρειών— ώστε τα παιδιά να μη μεγαλώσουν θεωρώντας ότι κάθε δυσκολία έχει μια έτοιμη απάντηση στην οθόνη.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης