ΥΓΕΙΑ

Παγκόσμια Ημέρα Υγείας 2017: Η κατάθλιψη στην Ελλάδα της κρίσης

Παγκόσμια Ημέρα Υγείας 2017: Η κατάθλιψη στην Ελλάδα της κρίσης

Τα τελευταία οκτώ χρόνια περίπου η χώρα μας βιώνει μια βαθιά δημοσιονομική κρίση, στο πλαίσιο της ευρύτερης κρίσης της Ευρωζώνης, η οποία έχει φέρει, μεταξύ άλλων, αλλεπάλληλες μειώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα της ελληνικής οικογένειας, περισσότερη ανεργία σε όλες τις παραγωγικές ομάδες του πληθυσμού, εργασιακή ανασφάλεια και «φυγή μυαλών» στο εξωτερικό. Οι δυσμενείς αυτές συνθήκες δεν θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη την ψυχική υγεία των Ελλήνων, οι οποίοι δέχονται χρόνο με τον χρόνο όλο και περισσότερες πιέσεις.

Επιμέλεια κειμένου: Σαριγκουλέ Στέλλα

Η επιδείνωση της ψυχικής υγείας δεν είναι φαινόμενο εθνικό, αλλά αντανακλά και αντανακλάται από την κατάσταση που επικρατεί διεθνώς. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), πάνω από το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού –ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε 322 εκατομμύρια ανθρώπους– πάσχει από κατάθλιψη, με τη συγκεκριμένη ψυχική νόσο να αποτελεί πλέον την κυριότερη αιτία αναπηρίας στον κόσμο.

Με δεδομένη την κατάσταση αυτή, ο ΠΟΥ επέλεξε το θέμα της φετινής Παγκόσμιας Ημέρας Υγείας να είναι η κατάθλιψη.

Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Υγείας, το Onmed.gr απευθύνθηκε στην Εταιρία Κοινωνικής Ψυχιατρικής και Ψυχικής Υγείας (ΕΚΨ & ΨΥ) και μίλησε με τον κ. Αντώνη Κατσαμάγκο, Ψυχολόγο, καθώς και με την κα Μαρία Λαζαρίδου, Ψυχίατρο και Επιστημονική Διευθύντρια της ΕΚΨ & ΨΥ, για την ψυχική νόσο της κατάθλιψης αλλά και για τη σχέση κρίσης και κατάθλιψης και το πώς αυτή έχει επηρεάσει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

eky k yu

1. Πώς έχει επηρεάσει την ψυχική υγεία των Ελλήνων η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών;

Α.Κ.: Το πώς θα βιώσει ένα άτομο μια κρίση εξαρτάται τόσο από την υποκειμενική αντίληψη ενός γεγονότος ως απειλητικού όσο και από το ίδιο το γεγονός. Στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης υπάρχουν παράγοντες της οικονομικής ζωής που λειτουργούν επιβαρυντικά στην ψυχολογία του ατόμου. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι αντικειμενικοί (όπως η ανεργία και η αντικειμενική αδυναμία αποπληρωμής οικονομικών υποχρεώσεων) και υποκειμενικοί, στον βαθμό που η δράση τους εξαρτάται από την υποκειμενική αντίληψη του ατόμου. Το συναίσθημα της εργασιακής ασφάλειας και της επάρκειας του εισοδήματος διαφέρει από άτομο σε άτομο και σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με την υποκειμενική αίσθηση ασφάλειας και τον βαθμό ικανοποίησης από το εισόδημά του.

Όσον αφορά τα ατομικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερη σημασία έχει ο τρόπος με τον όποιο είχε επιτευχθεί η προσαρμογή στην προ της κρίσης κατάσταση. Ατομικές διαφορές στη διαχείριση των χρημάτων, όπως τάσεις εξοικονόμησης χρημάτων ή συσσώρευσης χρεών, το τι ο καθένας από εμάς είχε θεωρήσει σημαντικό στη ζωή του και είχε επενδύσει σε αυτό και ο βαθμός ικανοποίησης από τις επιλογές του είναι κάποιοι από τους παράγοντες που θα επηρεάσουν τον τρόπο επεξεργασίας των απωλειών που σηματοδοτεί η κρίση. Τέλος, χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως η ανοχή στη ματαίωση, η ανάγκη αίσθησης ελέγχου των καταστάσεων, το αίσθημα προσωπικής αξίας κ.ά., καθώς και ο τρόπος που είχαν επιλυθεί προηγούμενες κρίσεις, είναι δυνατό να οδηγήσουν σε διαφοροποιημένες αντιδράσεις.

Όλες οι αλλαγές στους παραπάνω παράγοντες συμβαίνουν εντός μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας, η όποια διαμορφώνεται από όσα δημόσια λέγονται για την οικονομική κρίση αλλά και τη συμβίωση των ανθρώπων στον δημόσιο χώρο. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί «δίνει» τον συναισθηματικό τόνο και διαμορφώνει μια κοινή αντίληψη, μια μοιρασμένη εμπειρία, στοιχεία από τα οποία θα προκύψουν οι ατομικές διαφοροποιήσεις στην αντιμετώπιση και στην προσαρμογή της κρίσης. Για παράδειγμα, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα επικείμενης καταστροφής κινητοποιεί διαφοροποιημένες αντιδράσεις απέναντί της. Κάποιοι θα επιλέξουν να προστατευτούν αποσυρόμενοι, άλλοι θα προτιμήσουν να «πολεμήσουν», θεωρώντας την αποτέλεσμα παραπληροφόρησης, ενώ δεν λείπουν και εκείνοι που θα την δουν ως ευκαιρία για να αποκομίσουν κέρδη, αυξάνοντας τις δραστηριότητες τους.

Διαβάστε περισσότερα στο Onmed.gr