Ξανά στο εδώλιο ο Ανδρέας Γεωργίου για τη διόγκωση του ελλείμματος

Ξανά στο εδώλιο ο Ανδρέας Γεωργίου για τη διόγκωση του ελλείμματος

Ο Άρειος Πάγος αναίρεσε το απαλλακτικό βούλευμα για τον πρώην πρόεδρο της ΕΛΣΤΑΤ

Αντιμέτωπος ξανά με τη Δικαιοσύνη θα βρεθεί ο πρώην πρόεδρος της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), Ανδρέας Γεωργίου, οι ενέργειες του οποίου (ψευδής βεβαίωση κ.α) χρησιμοποιήθηκαν το 2009 προκειμένου να εισαχθεί η χώρα μας στο καθεστώς των μνημονίων λόγω της διόγκωσης του ελλείμματος.

Ο Α. Γεωργίου παραπέμπεται και πάλι ο να δικαστεί ενώπιον Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για το κακούργημα της ψευδούς βεβαίωσης αλλά και της παράβασης καθήκοντος (πλημμέλημα) για το οποίο ήδη έχει παραπεμφθεί καθώς το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου έκανε δεκτή την αναίρεση που είχε ασκήσει τον Σεπτέμβριο του 2015 η σημερινή εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου (τότε είχε το βαθμό της αντιεισαγγελέως του Ανωτάτου Δικαστηρίου) κατά του υπ. αριθμ. 1149/2015 βουλεύματος με το οποίο ο κ. Γεωργίου παραπέμφθηκε να δικαστεί μόνο για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος.

Υπενθυμίζεται πως τον περασμένο Ιούλιο ο Ανδρέας Γεωργίου με βούλευμα παραπέμφθηκε στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου προκειμένου να δικαστεί μόνο για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, ενώ είχε προηγηθεί η πρόταση του εισαγγελέα Εφετών Αντώνη Λιόγα για πλήρη απαλλαγή του.

Το αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκε ο κ. Γεωργίου συνίσταται στο ότι δεν παραιτήθηκε από την προηγούμενη υπαλληλική του θέση που κατείχε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επί 21χρόνια και στην παράνομη διατήρησή της, παράλληλα μ’ αυτή του προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, κάτι το οποίο παραβιάζει το νομοθετικό πλαίσιο που προβλέπει την υποχρεωτική πλήρη και αποκλειστική απασχόληση του κ. Γεωργίου στην ΕΛΣΤΑΤ.

Αντίθετα, με το εν λόγω βούλευμα ο κ. Γεωργίου απαλλασσόταν από το κακουργηματικού χαρακτήρα αδίκημα της ψευδούς βεβαίωσης που αφορούσε την τεχνητή διόγκωση του χρέους του 2009 με στόχο να ενταχθεί η χώρα μας στην μνημονιακή εποχή.

Όπως υπογραμμιζόταν στην εισαγγελική πρόταση που υιοθετήθηκε απο το Συμβουλίο Εφετών οι καταγγελίες περί τεχνητής διόγκωσης του χρέους του 2009 «κατ’ ουσία στρέφονται κατά της ορθότητας των στατιστικών μεθόδων που εφαρμόστηκαν, χωρίς παράλληλη αμφισβήτηση των στατιστικών μεγεθών που έτυχαν επεξεργασίας».

Το γεγονός αυτό, όπως σημειωνόταν, επιβεβαιώνεται και από τις ληφθείσες, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, συμπληρωματικές καταθέσεις του Νίκου Λογοθέτη, της Ζωής Γεωργαντά και του Νικολάου Στρόμπλου οι οποίοι «δεν αμφισβητούν την αλήθεια καθ’ αυτών των στοιχείων, αλλά τον τρόπο αξιολόγησής και επεξεργασίας τους, βάσει του ισχύοντος ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου».

Έτσι, κατά την απαλλακτική άποψη, «ουδόλως προέκυψε ότι οι αξιολογήσεις αυτές στηρίχθηκαν σε αναληθή στατιστικά μεγέθη», αλλά και Ακόμα και αν ακόμη η γνωστοποίηση του ελλείμματος στο 15,4% του ΑΕΠ προς της Eurostat θεωρούνταν ως αναληθής και πάλι, δεν στοιχειοθετείται έγκλημα, γιατί «σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ιδρυτικού της ΕΛΣΤΑΤ νόμου, η αναγόμενη στις αρμοδιότητες της παραγωγή και δημοσίευση στατιστικών της χώρας, προβλέπεται απλώς ως κριτήριο προς λήψη, αξιολόγηση, χάραξη και διαμόρφωση πολιτικών, οι οποίες ουδόλως δύνανται να θεωρηθούν έννομες συνέπειες».

Σύμφωνα με την ίδια απαλλακτική άποψη (εισαγγελέα και δικαστών), «η προσφυγή της χώρας μας στο Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης, δεν προϋποθέτει δημοσιονομικό έλλειμμα συγκεκριμένου ύψους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι η συγκεκριμένη πολιτική απόφαση δεν ήταν καν μεταγενέστερη της ανακοίνωσης του ελλείμματος, αλλά λήφθηκε σε προγενέστερο χρόνο τον Απρίλιο και τον Μάιο του 2010, όταν οι επίσημες στατιστικές της χώρας καταδείκνυαν δημοσιονομικό έλλειμμα ανερχόμενο σε ποσοστό 13,6% επί του ΑΕΠ και πριν από τον διορισμό των κατηγορουμένων».

Κατά την απαλλακτική εισαγγελική πρόταση: «Η ένταξη – προσφυγή της χώρας στον Διεθνή Μηχανισμό Στήριξης και υπό επαχθείς όρους δημοσιονομικής προσαρμογής, ουδόλως δύναται να χαρακτηριστεί ως «βλάβη» του Ελληνικού δημοσίου με οικονομικούς όρους, δοθέντος ότι η πραγματικότητα της εθνικής οικονομίας και η κακή δημοσιονομική κατάσταση, ήτοι της απροσφορότητας της να παράγει σύννομες συνέπειες και να προξενήσει βλάβη του Δημοσίου, κατ’ επέκταση και η σαφώς αντιυπηρεσιακή συμπεριφορά του κατηγορουμένου (κ. Γεωργίου) ουδόλως αξιολογείται ως αντικειμενικά πρόσφορη να επιφέρει αιτιωδώς οποιαδήποτε βλάβη του κράτους ή να προσπορίσει οποιοδήποτε παράνομο όφελος στον ίδιο».