ΕΝ.Φ.Ι.Α : Η μεγάλη αντινομία - Τρόποι επίλυσης

ΕΝ.Φ.Ι.Α : Η μεγάλη αντινομία - Τρόποι επίλυσης

Η συνταγματικά κατοχυρωμένη φορολογική δικαιοσύνη και η νομιμότητα του φόρου δεν αποτελεί αντινομία. Η ύπαρξη ταμειακού συμφέροντος του Κράτους δεν καθιστά εκ των ων ουκ άνευ νόμιμη την επιβολή φόρου.

Της Μαρίας Γ. Γαλετάκη - Δικηγόρου 

Δυνάμει του Ν.4223/2013 ολοκληρώθηκε η πρώτη ανάρτηση των εκκαθαριστικών του ΕΝ.Φ.Ι.Α στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων (TAXISNET).Οι φορολογούμενοι καλούνται να εκπληρώσουν μια νέα φορολογική υποχρέωση σε δόσεις προκειμένου να συμβάλλουν με τις δυνάμεις τους στις δημόσιες δαπάνες, στη συντήρηση του κρατικού μηχανισμού και στην υπόσταση του Κράτους Δικαίου.
Το Κράτος είναι ο αδιαφιλονίκητος φορέας επιβολής φόρων, οι δε πολίτες έχουν το κοινωνικό καθήκον να επωμίζονται τις εκάστοτε επιβαλλόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις. Είναι όμως η συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση προς είσπραξη σύννομη; Χωρίς δεύτερη σκέψη όχι.

Η εξουσία του φορολογικού νομοθέτη δεν είναι απεριόριστη. Καθοδηγείται απαρέγκλιτα από πλέγμα εγγυήσεων αρχών που περιέχονται στο συνταγματικό κείμενο και προστατεύουν τον φορολογούμενο από οποιαδήποτε αυθαίρετη επιβολή και είσπραξη φορολογικής επιβάρυνσης. Υπόκειται δε σε δικαστικό έλεγχο με πρωτοβουλία του φορολογούμενου. Η επιβολή και είσπραξη του ΕΝ.Φ.Ι.Α στερείται παντελώς νομιμότητας, ανεξαρτήτως αν το εκκαθαριστικό αναφέρει εξωπραγματικό ή υπέρογκο ποσό καθώς φορολογεί και την πιο μικρή σε αξία περιουσία από το πρώτο ευρώ.

Με τον Ν.3842/2010 επανήλθε ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας ο οποίος θέσπιζε αφορολόγητο όριο αυτής το ποσό των 400.000€ έπειτα των 200.000€. Σήμερα αποτέλεσμα της συνεχούς φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας είναι να καταργηθεί παντελώς το αφορολόγητο όριο αυτής, το οποίο αποτελούσε το ελάχιστο μέτρο φοροδοτικής ικανότητας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Μεγάλο θύμα του ΕΝ.Φ.Ι.Α αποτελεί η συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της φορολογικής ισότητας. Ο νομοθέτης έχει απαράβατη υποχρέωση να επιβάλλει φορολογικά βάρη ανάλογα με την φοροδοτική ικανότητα εκάστου, δηλαδή στη δυνατότητα του συγκεκριμένου προσώπου να αποδίδει φόρο, χωρίς να θίγεται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης.Το δε ακριβές μέγεθος αυτής, πρέπει αντικατροπτίζεται και να προκύπτει από τα καθαρά εισοδήματα του φορολογούμενου και όχι από τα δηλωθέντα ακίνητα καθώς τέτοιες επενδυτικές κινήσεις, αγορά ακινήτων, έχουν παγώσει. Ακόμη όμως και αν φορολογούμενοι επένδυσαν σε ακίνητα, με χρήματα που ήδη έχουν φορολογηθεί, τώρα, η φοροδοτική τους δύναμη είναι σημαντικά μειωμένη. Το κόστος διαβίωσης υψηλό, μείωση μισθών και συντάξεων, ανεργία. Πέραν τούτων, οι περισσότεροι έχουν προβεί ήδη σε μεγάλες δαπάνες απόκτησης ή διατήρησης έκαστου ακινήτου λόγω π.χ. σύναψης δανειακής σύμβασης, ρύθμισης αυθαιρέτου, ημιυπαίθριου, άλλες δαπάνες διατήρησης ή και συντήρησης του.

Η νομοθετική ρύθμιση όφειλε να λάβει υπόψη αυτές ως εκπτώσεις από την φορολογητέα ύλη. Τότε μόνο ο επιβαλλόμενος φόρος θα ανταποκρινόταν στην πραγματική φοροδοτική ικανότητα εκάστου ώστε να είναι σύννομος. Επισημαίνεται ότι οι εγγεγραμμένες προσημειώσεις και υποθήκες επί των ακινήτων επίσης μειώνουν την πραγματική αξία αυτών ως φορολογητέων στοιχείων και θα έπρεπε να εκπίπτουν. Κατά συνέπεια και για αυτό το λόγο η συγκεκριμένη φορολογική επιβάρυνση στο ύψος που προκύπτει είναι αντισυνταγματική παράνομη και ακυρωτέα. Η αντινομία του νομοθετήματος επεκτείνεται στο να συμπεριλαμβάνεται στη φορολογητέα ύλη, άδεια διαμερίσματα, μονοκατοικίες ημιτελή κτίσματα ή εγκαταλελειμμένες μη καλλιεργούμενες αγροτικές εκτάσεις που δεν αποφέρουν κανένα έσοδο δηλαδή παράμετροι που εμφανίζουν πλασματική οικονομική δύναμη και πλήττουν τη φοροδοτική ικανότητα του φορολογούμενου. Έχει ήδη κριθεί από Συνταγματικά Δικαστήρια ότι είναι αντισυνταγματική η οποιαδήποτε επιβολή φόρου σε ακίνητα τα οποία δεν αποφέρουν εισοδήματα.Συνεπώς ακόμη και αν καταλογισθεί φόρος με έκπτωση 60% από τον αρχικό στα ημιτελή και αυτός θα είναι παράνομος.

Αντινομία αποτελεί και η προβλεπόμενη έκπτωση 50 ή 100 % του φόρου ΕΝ.Φ.Ι.Α υπό προϋποθέσεις.Οι εκπτώσεις αυτές αποτελούν ένα περαιτέρω πλήγμα στην συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, καθώς οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτών ορίζεται ότι πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά. Κατά συνέπεια, μεγάλο μέρος των οικονομικά αδύναμων να μην απαλλάσσονται από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. Χαρακτηριστικά πρέπει να αναφερθεί ότι φορολογούμενος που έχει στην κυριότητα του λόγω γονικής παροχής ακίνητο 152 τ.μ. αλλά είναι άνεργος δεν δικαιούται της παραπάνω έκπτωσης. Θα επιβαρυνθεί ακέραιο τον φόρο. Επίσης είναι φύσει αδύνατο κάποιοι φορολογούμενοι να έχουν εισόδημα μόνο 9000 € και να μην βαρύνονται με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Αντινομία αποτελεί το δικαίωμα αναστολής πληρωμής του φόρου μόνο για τα νομικά πρόσωπα (π.χ. ΑΕ ΕΠΕ Ο.Ε. Ε.Ε ΙΚΕ κ.α), ενώ ελεύθεροι επαγγελματίες και ιδιώτες επωμίζονται το βάρος καταβολής αυτού αδιακρίτως. Καταδεικνύεται η μη σύννομη παράλειψη του νομοθέτη να λάβει ειδικά μέτρα και εκπτώσεις για πρώτη κατοικία, αναξιοπαθούντες, πολύτεκνους, όσους έχουν προβλήματα υγείας, χαμηλά εισοδήματα και ανέργους ή ακόμη βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία εξόφλησης ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Περαιτέρω με τον Ν.4323/2013 φορολογείται για πρώτη φορά το δικαίωμα προς ιδιοκτησία και όχι μόνο η ίδια η ιδιοκτησία- ακίνητο. Το δικαίωμα χρήσης στάθμευσης για παράδειγμα, μετατρέπεται σε φοροληγητέα ιδιοκτησία, ακόμη και αν είναι αδύνατο να αποτελέσει αντικείμενο διαιρεμένης ιδιοκτησίας, ανήκουσα χωριστά και αυτοτελώς σε έναν ιδιοκτήτη. Δεν αμφισβητείται ότι ο Ν.4223/2013 και οι πρώτες διοικητικές πράξεις προσδιορισμού του ΕΝ.Φ.Ι.Α αλλά και οι διορθωμένες που θα εκδοθούν μέχρι 15 Σεπτεμβρίου, συνιστούν για κάθε φορολογούμενο, απαγορευμένη υπέρμετρη φορολόγηση, ακυρωτέο δια της δικαστικής οδού αντισυνταγματικό παραλογισμό. Η συνταγματική προστασία της κατοικίας, της οικογένειας, της περιουσίας, της αξιοπρεπούς διαβίωσης και της ιδιοκτησίας προσβαλλεται και καταλύεται. Τα ακίνητα και ό,τι εξομοιώνει το νομοθέτημα ως τέτοιο, υπόκεινται σε αλλεπάλληλες εξοντωτικές επαναφορολογήσεις, αποφεύγοντας να επιβαρύνει με φόρο άλλα φορολογητέα στοιχεία. Ο ίδιος ο νομοθέτης καταστρατηγεί την αρχή της αναλογικότητας του Συντάγματος, εφαρμοστέα σε κάθε δικαστικό έλεγχο, τον ακρογωνιαίο λίθο της έννομης τάξης και του Κράτους Δικαίου, ως χαρακτηρίζεται το ελληνικό πολίτευμα ,σε αντιδιαστολή προς το Αστυνομικό Κράτος και το Κράτους Νόμου.
Ούτε ο νόμος ούτε ο επιβληθείς φόρος του ΕΝ.Φ.Ι.Α είναι απρόσβλητος. Ο κάθε φορολογούμενος δικαιούται να αμφισβητήσει το φόρο που καλείται να πληρώσει και το λόγο πλέον έχει η Δικαστική Εξουσία. Έτσι ελέγχεται η συμφωνία του επιβληθέντος δια του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου με τις ως άνω αναλυθείσες συνταγματικές αρχές. Άλλως τον ακυρώνει. Ο δικαστικός έλεγχος επεκτείνεται λυσιτελώς και στην συνταγματικότητα του Ν.4223/2013.Επισημαίνεται ότι ήδη τα ελληνικά δικαστήρια έχουν αποφανθεί ότι το χαράτσι ήταν αντισυνταγματικό ανοίγοντας το δρόμο προς διεκδίκηση των αποδοθέντων ποσών ως αχρεωστήτως καταβληθέντων.
Κατόπιν τούτων καταδεικνύεται ότι ο έλληνας φορολογούμενος δεν έχει κανένα άλλο τρόπο άμυνας από τον φόρο ΕΝ.Φ.Ι.Α. παρά την προσφυγή στη δικαιοσύνη δια καταθέσεως καταρχήν ενδικοφανούς προσφυγής αλλά και αίτηση αναστολής είσπραξης αυτού, εμπροθέσμως, δηλαδή μέχρι και την 30.09.2014, ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, αμφισβητώντας το πόσο που καλείται να πληρώσει, προβάλλοντας το σύνολο των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών του ώστε να απαλλαγεί.
Ο νόμος για το ΕΝ.Φ.Ι.Α. δεν είναι απλά ένα πολιτικό και ηθικό ατόπημα. Τα εκκαθαριστικά σημειώματα που ήδη εκδόθηκαν δυνάμει του Ν.4223/2013 αλλά και τα μετέπειτα, δεν έχουν απλά φοροτεχνικά λάθη. Συνιστούν παράνομες καταλογιστικές φόρου πράξεις. Καταρχήν η ίδια η κοινοποίηση αυτών έγινε κατά παράβαση των διατάξεων. Επιπλέον ως αναλύθηκε ανωτέρω, στερούνται συνταγματικού ερείσματος και γι αυτό είναι πλημμελείς και ακυρωτέες. Ως ατομικές εκτελεστές διοικητικές πράξεις όμως χαίρουν το τεκμήριο νομιμότητας, παράγουν καθόλα τα έννομα αποτελέσματα τους, όπως εν προκειμένω βεβαίωση της σε αυτά αναφερόμενης φορολογικής οφειλής και δυνατότητα βίαιης είσπραξης αυτής ακόμη και με αναγκαστική εκτέλεση. Η έκδοση νέων διορθωμένων μετά από προσθαφαιρέσεις ή την υποβολή νέων Ε9 δεν αναιρούν τις έννομες συνέπειες των ήδη πρώτων εκκαθαριστικών ΕΝ.Φ.Ι.Α καθώς ισχύει η αρχή του μη ανακλητού της πράξης καταλογισμού. Επίσης μειώσεις, απαλλαγές ή εξαιρέσεις δε δύναται να θεσπιστούν με υπουργικές αποφάσεις ή εγκυκλίους αφού το ίδιο το κείμενο του Ν.4223/2013 δεν το προβλέπει ρητά. Μόνο με ψήφιση νέου νόμου από το βουλευτικό σώμα. Συνεπώς η προσφυγή είτε ατομικά είτε ομαδικά στη Δικαιοσύνη είναι μονόδρομος.

Αλλά ακόμη και έτσι να μην ήταν, σκοπίμως καθιδρύεται ανεπίτρεπτη ανασφάλεια Δικαίου. Ανακοινώνεται ότι θα εκδοθούν νέα εκκαθαριστικά σημειώματα όχι όμως στο σύνολο των φορολογουμένων. Έτσι κανένας φορολογούμενος που δεν έχει ιδιοκτησία στις επίμαχες προβληματικές περιοχές ,δεν ξέρει μετά βεβαιότητας αν θα λάβει νέο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου. Θα περιμένει. Αν λάβει. Όμως δεν θα λάβει. Αποτέλεσμα να χάσει την προθεσμία προσφυγής, και τελικά να αναγκαστεί μετά κόπων και βασάνων να καταβάλει έναν εξοντωτικό φόρο. Αν είναι τυχερός σε πολύ περισσότερες δόσεις. Ούτε η παράταση πληρωμής της πρώτης δόσης, αποτελεί δίχτυ προστασίας. Συνεπώς με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας προσβολής του εκκαθαριστικού σημειώματος, οι ίδιοι οι φορολογούμενοι παραιτούνται από τον πυρήνα της έννομης προστασίας τους.

Σε αυτή την περίπτωση και αν δεν ψηφισθεί νέος νόμος που να καταργεί εξολοκλήρου τον ΕΝ.Φ.Ι.Α οι φορολογούμενοι που δεν θα είναι συνεπείς στις δόσεις, κινδυνεύουν με αφαίρεση Α.Φ.Μ., φορολογικής ενημερότητας, αδυναμία μεταβίβασης των ακινήτων για οποιοδήποτε λόγο π.χ. λόγω πώλησης ή λόγω δωρεάς, κατάσχεση ενοικίων, κατάσχεση ακινήτων, ανεξάρτητα αν είναι πρώτη κατοικία ή όχι, εκπληστειριασμό αυτών, ποινική δίωξη, παραπομπή στην Επιτροπή Καταπολέμησης για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Συμπεράσματα: Η συνταγματικά κατοχυρωμένη φορολογική δικαιοσύνη και η νομιμότητα του φόρου δεν αποτελεί αντινομία. Η ύπαρξη ταμειακού συμφέροντος του Κράτους δεν καθιστά εκ των ων ουκ άνευ νόμιμη την επιβολή φόρου. Η θέσπιση μέτρων που αυξάνουν τα δημόσια έσοδα πλην όμως προσβάλλουν θεμελιώδη δικαιώματα δεν εμπίπτουν στην έννοια του δημόσιου συμφέροντος . Η φορολογική νομοθεσία οφείλει να εγγυάται το ελάχιστο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Οποίος φορολογούμενος στερείται φοροδοτικής ικανότητας είναι ανεπίτρεπτο να επιβαρύνεται με καταβολή φόρου. Κανείς δεν στερείται της ιδιοκτησίας του ακόμη και για λόγους δημοσίας ωφελείας. Αν δεν καταργηθεί ο νόμος με νεότερο, μόνη διέξοδος του φορολογούμενου η υποβολή αίτησης έννομης προστασίας ατομικά ή ομαδικά δια της δικαστικής οδού .