Χ. Κλειώσης: Η ασκεπής ρωμιοσύνη

Έναν Μάη πριν από 548 χρόνια, 15 γενιές πίσω περίπου, οι πρόγονοι μας βίωσαν το αίσθημα της απώλειας της κρατικής υπόστασης. Την Άλωση της Πόλης. Δεν ήταν μια διαδικασία ραγδαία αλλά αναμενόμενη, αργή και επώδυνη. Το κράτος αυτό της «Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» στην παρηκμασμένη του εκδοχή δεν υπήρξε παρά ένας οργανισμός που δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τον λαό του. Η δυσπιστία μεταξύ της “ηρωικής φωνής” λαού που προτιμούσε το “Σαρίκι του Σουλτάνου” και της “λογικής φωνής” των εκπροσώπων του κράτους που απεγνωσμένα ζήτησε την στήριξη της “Παπικής Τιάρας”, έφερε την Ρωμιοσύνη σε αντιπαράθεση με τη «Βυζαντινή Αυτοκρατορία». Το κράτος αυτό δεν ήταν για την ρωμιοσύνη απλά ένας συμβιβασμός για να αποτραπεί η διαφαινόμενη υποδούλωση.

Οι Οθωμανοί Τούρκοι που αναθεματίζουμε για την συμφορά που προκάλεσαν στο έθνος δεν ήταν απλά οι τυχεροί της Ιστορίας και οι θεριστές των καρπών της βυζαντινής διαφθοράς. (βλ. ενδεικτικά ήττα Διογένη Ρωμανού και τον ρόλο του Μιχαήλ Ψελλού ως γνήσιου εκπροσώπου των πορφυρογέννητων Ρωμιοκτόνων).
Μετά την άλωση ήρθε το οθωμανικό κράτος να περιλάβει στους κόλπους του το σύνολο των προσώπων με την συνείδηση του Ρωμιού.

Για πολλές γενιές η συνύπαρξη με ένα κράτος εχθρικό προς την συνείδηση των Ρωμιών, με ένα κράτος που έδινε κίνητρα για την αλλαγή της συνείδησης αυτής, έπληξε ακόμη περισσότερο την σχέση του ιστορικού συνόλου των «Ρουμ» με την ιδέα του κράτους, το οποίο ταυτίστηκε με τον δυνάστη, την καταπίεση και την σκλαβιά.. Για άλλη μια φορά η Ρωμιοσύνη εκτός κρατικής υπόστασης.

Μετά ήρθε και η Ελληνική Επανάσταση. Οι Ρωμιοί που βαπτίστηκαν Έλληνες και Ευρωπαίοι, τέθηκαν αργά αλλά σταθερά σε μια διαδικασία συνειδησιακής μετάλλαξης. Οι δυνάμεις αυτής της μετάλλαξης ήταν αφενός η άρνηση της ρωμαίικης παράδοσης ως όρος εισδοχής στην Ευρωπαϊκή Οικογένεια, και αφετέρου η αντίθετη δύναμη της τυπολατρικής εμμονής σε δόγματα που στήριζαν την αυθεντία τους στην παράδοση, χωρίς όμως να διαλέγονται ουσιαστικά με την ουσία της παράδοσης. Η Ρωμιοσύνη ταλαντεύτηκε μεταξύ του Ρωμιοδιώκτη Φαναριώτη και του Χριστιανου Πασά – Κοτζαμπάση. Ο ένας πρότεινε μια νέα αρχή με την τραυματική άρνηση του ρωμέικου παρελθόντος και την σύνδεση με την κλασσική αρχαιότητα ως κοινό τόπο όλων των Ευρωπαίων, ο δεύτερος διατήρησε επιφανειακά την σχέση με την ρωμιοσύνη όχι όμως ως όραμα αλλά ως μέσο εξασφάλισης και διατήρησης της πολιτικής επιρροής επί των Ρωμιών, ως μέσο δηλαδή για να μη σβήσει το τζάκι του.

Γέννημα της εσπερολαγνείας του πρώτου ήταν η γέννηση της γραφειοκρατείας εξ αιτίας κακομεταφρασμένων και βιαίως φυτευμένων στην ελληνική πραγματικότητα θεσμών, γέννημα του τυχοδιωκτισμού του δεύτερου το ρουσφέτι.
Σε αυτό το δίπολο Φαναριώτη – Κοτζαμπάση βλέπω να κινείται κάθε ιστορική επιλογή του κράτους μας μέχρι της μέρες μας: Από το ανομιμοποίητο στις συνειδήσεις των Ελλήνων «Ανήκουμε εις της δύση» έως το ανειλικρινές και άκρως δημαγωγικής στόχευσης « η Ελλάς Ανήκει στους Έλληνες», από την μεθοδευμένη δυτικοποίηση των πάντων έως την στοχευμένη στο θυμικό των Ρωμιών δημαγωγία, πάντα οι Ρωμηοί υπήρξαμε αντικείμενα της ιστορίας, όχι υποκείμενα. Και ή αιτία ήταν μία: Τα κράτη στα οποία η ρωμιοσύνη στεγάστηκε ήταν πολιτισμικώς ξένα προς αυτή. Το πολιτισμικό σύνολο των Ρωμηών δεν ανέπτυξε βούληση να αποκτήσει δικό του κράτος, βασισμένο στις δικές του αρχές αλλά είχε ανάγκη από μια έξωθεν αυθεντία, μια κηδεμονία, είτε «ευρωπαϊκή» είτε «κοτζαμπάσικη».

Το ίδιο δίπολο αισθάνομαι να δηλώνει την παρουσία του και στην εποχή του Μνημονίου, όπου το όραμα των απογόνων των Φαναριωτών για μια Ελλάδα εκσυγχρονισμένη και πλήρως συνειδησιακά μεταλλαγμένη σε δυτική αποικία, να έρχεται σε αντίθεση με το κοτζαμπάσικο συμφέρον για έλεγχο των μαζών των Ρωμιών. Η βούληση της Ρωμηοσύνης όπως εκφράστηκε αυθεντικά από το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου από τον στρατηγό Μακρυγιάννη δεν φαίνεται ακόμα να έχει διαμορφωθεί σε πολιτικό αίτημα. Η ρωμιοσύνη είναι ακόμα ένοικος σε ξένο πολιτικό οίκημα.

Ας ευχηθούμε να αποκτήσει κάποτε την συνείδηση και την βούληση να αυτονομηθεί από το δίπολο που κατακερματίζει την ύπαρξή της και να βρει την δική της φλούδα γης.
“…Δική της είναι μια φλούδα γης, μα εσύ Χριστέ μου την οδηγείς, για να γλυτώσει αυτή τη φλούδα απ’ το τσακάλι και την αρκούδα …”

 

Ο Χρήστος Κλειώσης είναι δικηγόρος Αθηνών