Η δολοφονία του Ιταλού Στρατηγού Τελίνι στην Κακαβιά και η κατάληψη της Κέρκυρας από τους Ιταλούς
Η δολοφονία Τελίνι
Μετά το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17/30/1913), με το οποίο καθορίζονταν τα σύνορα του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, οι Βορειοηπειρώτες αντέδρασαν έντονα και στις 28 Φεβρουαρίου 1914 επαναστάτησαν και σχημάτισαν κυβέρνηση με πρωτεύουσα το Αργυρόκαστρο και πρόεδρο τον Γεώργιο Χρηστάκη Ζωγράφο.
Οι Αλβανοί αναγκάστηκαν να υπογράψουν το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας στις 17/30 Μαρτίου 1914, με το οποίο αναγνώριζαν την αυτονομία της Βορείου Ηπείρου και δεσμεύονταν για τη θρησκευτική ελευθερία του πληθυσμού και για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία.
Το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η αλβανική κυβέρνηση κατέρρευσε και ο πρίγκιπας Βιντ εγκατέλειψε τη χώρα. Στις 27 Οκτωβρίου 1914 ο Ελληνικός Στρατός μπήκε πάλι στη Βόρεια Ήπειρο και την έθεσε υπό την προστασία της Ελλάδας. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αυλώνα και -επωφελούμενοι από τον Εθνικό Διχασμό- ολόκληρη τη Βόρεια Ήπειρο και τμήμα της ελληνικής, σήμερα, Ηπείρου.
Ωστόσο, με την είσοδο της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1917, ο ελληνικός Στρατός απελευθέρωσε το Αργυρόκαστρο, την Πρεμετή, τη Χιμάρα, τη Μοσχόπολη, το Λεσκοβίκι κ.ά. Μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το θέμα παραπέμφθηκε μετά από μια σειρά συζητήσεων, με απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου των Συμμάχων στις 13/1/1920, να εξεταστεί μαζί με τα εκκρεμή θέματα ανάμεσα σε Ιταλία και Γιουγκοσλαβία.
Στις 12/11/1920 στην ιταλική πόλη Ραπάλο υπογράφηκε η ομώνυμη Συνθήκη, μεταξύ Ιταλίας και Γιουγκοσλαβίας που ρύθμιζε όλες τις διαφορές των δύο χωρών στην Αδριατική και «συμπαρέσυρε» και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα. Αντί η κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη να εφαρμόσει απλά την απόφαση και να στείλει στρατό στη Βόρειο Ήπειρο προτίμησε να δώσει βάρος στο δημοψήφισμα για την επάνοδο του βασιλιά Κωνσταντίνου.
Η επάνοδος του βασιλιά Κωνσταντίνου εξόργισε τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η Ιταλία επωφελήθηκε και φρόντισε το θέμα της Βορείου Ηπείρου να παραπεμφθεί στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη. Τι ήταν όμως αυτή; Επρόκειτο για έναν θεσμό που υπήρχε στην Ευρώπη από τον 19ο αιώνα και όπου παραπέμπονταν για συζήτηση και επίλυση όποια θέματα προέκυπταν όπως το Κρητικό Ζήτημα (1896), ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος (1897) κ.ά.
Δυστυχώς, η απόφαση της 9/11/1921 της Συνδιάσκεψης ήταν ολέθρια για την Ελλάδα, καθώς η Βόρεια Ήπειρος δινόταν οριστικά στην Αλβανία. Την απόφαση υπέγραψαν οι αντιπρόσωποι Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ιαπωνίας (!). Επίσης, αποφασίστηκε η σύσταση διασυμμαχικής Επιτροπής για τον καθορισμό των νότιων και νοτιοανατολικών συνόρων της Αλβανίας. Η διασυμμαχική Επιτροπή περιλάμβανε αντιπροσώπους της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και των τριών ενδιαφερομένων χωρών: Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας.
Η προκλητική συμπεριφορά των Ιταλών που ανέλαβαν τον καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων
Η χάραξη των συνόρων με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας του 1913 είχε γίνει πάνω σ’ ένα χάρτη. Έπρεπε τώρα να γίνει και χάραξή τους επί τόπου (in loco) σύμφωνα βέβαια με τη χάραξη του 1913. Το πρώτο άσχημο μαντάτο για την Ελλάδα ήταν ότι τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων ανέλαβαν οι Ιταλοί-προστάτες των Αλβανών- ενώ οι Αγγλογάλλοι ανέλαβαν τη χάραξη των αλβανογιουγκοσλαβικών συνόρων.

Οι εργασίες της Επιτροπής ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου 1922 και αφού διακόπηκαν, λόγω του χειμώνα, τον Δεκέμβριο του 1922 συνεχίστηκαν από την 1/5/1923. Έδρα της Επιτροπής ήταν τα Ιωάννινα (από τον Αύγουστο του 1923). Από ελληνικής πλευράς σε αυτήν μετείχαν ο ηπειρωτικής καταγωγής Αντισυνταγματάρχης Δήμος Νότης Μπότσαρης (πρόεδρος), ο Ταγματάρχης Κοσμάς, οι Λοχαγοί Λαμπρόπουλος, Παπαηλιού και Τσίγγανος και ο Νομάρχης Κοζάνης Μόδης. Επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας και πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Ιταλός Στρατηγός Ενρίκο Τελίνι.

Ο Ενρίκο Τελίνι
Ο Τελίνι έδειξε από νωρίς τις προθέσεις του παραχωρώντας αμιγώς ελληνικά χωριά που βρίσκονταν στα σύνορα με την Αλβανία, στη γειτονική χώρα. Ο Μπότσαρης έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου στην ελληνική κυβέρνηση με τηλεγραφήματα. Το ίδιο έκαναν ο Μόδης, αλλά και ο απεσταλμένος εφημερίδας «Ελεύθερον Βήμα» Τσαμόπουλος στις ανταποκρίσεις του, ήδη από τον Μάιο του 1923…
Ωστόσο, μόλις είχε υπογραφεί η Συνθήκη της Λωζάνης και η Επαναστατική Κυβέρνηση Γονατά είχε να ασχοληθεί και με άλλα σημαντικά θέματα, ιδιαίτερα αυτό των Μικρασιατών προσφύγων.
27 Αυγούστου 1923: Η δολοφονία του Τελίνι και των συνοδών του κοντά στην Κακαβιά
Στις 26/8/1923 ο Τελίνι γιόρτασε τα γενέθλιά του… Το επόμενο πρωί οι αντιπροσωπείες ξεκίνησαν για τον ποταμό Δρίνο που ρέει κοντά στην Κακαβιά.

Η δολοφονία Τελίνι
Πρώτη ξεκίνησε η αλβανική αντιπροσωπεία. Ακολούθησε η ελληνική, με τους Μπότσαρη, Τσίγγανο και έναν στρατιώτη οδηγό. Μετά από 15 χιλιόμετρα, το ελληνικό αυτοκίνητο υπέστη βλάβη. Το ιταλικό που ακολουθούσε σταμάτησε και οι επιβάτες του προσφέρθηκαν να βοηθήσουν τους Έλληνες. Όμως ο στρατιώτης-οδηγός είπε ότι μπορεί να επιδιορθώσει μόνος του τη βλάβη.
Έτσι, οι Ιταλοί συνέχισαν τη διαδρομή τους. Έκαναν μία στάση στο 50ο χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού Ιωαννίνων-Κακαβιάς στο Χάνι Δελβινακίου και συνέχισαν. Στις 9.55 π.μ. η ελληνική αντιπροσωπεία έφτασε στο 54ο χλμ. της διαδρομής, στη θέση Ζέπη. Ο οδηγός φρέναρε απότομα, καθώς μπροστά του αντίκρισε μια αποτρόπαια εικόνα.

Οι τέσσερις Ιταλοί και ο διερμηνέας τους νεκροί
Το ιταλικό αυτοκίνητο σταματημένο και όλοι οι επιβάτες του νεκροί, έξω απ’ αυτό: ο Στρατηγός Tellini, ο Υπασπιστής του Υπολοχαγός Mario Bonaccini (που εντοπίστηκε αργότερα νεκρός μέσα στο αυτοκίνητο), ο Επίατρος Corti, ο Βορειοηπειρώτης (από το Λεσκοβίκι) διερμηνέας Αθανάσιος Κράβαρης (αλλού αναφέρεται με το επώνυμο Γκαζίρης) και ο οδηγός Fkermati (ή Φαρνέτι και εδώ υπάρχει διχογνωμία).
Συγκλονισμένος, ο Μπότσαρης μετέφερε τηλεγραφικά τα τραγικά νέα στην ελληνική κυβέρνηση, τη Γενική Διοίκηση Ιωαννίνων και το Ε’ Σώμα Στρατού.
Οι έρευνες και ο τρόπος που έγινε η πενταπλή δολοφονία
Ο τότε υπουργός Εσωτερικών Γεώργιος Παπανδρέου διέταξε να μεταβούν στη θέση Ζέπη άμεσα, ο Διοικητής της Χωροφυλακής Φλωριάς, ο Διευθυντής Χωροφυλακής Ιωαννίνων Πλατής και άλλοι αξιωματούχοι. Από την έρευνα που έγινε προέκυψαν ορισμένα ενδιαφέροντα συμπεράσματα.
Οι δολοφόνοι των Ιταλών ήταν 8-10. Τοποθέτησαν κορμούς δέντρων πάνω στον δρόμο και ανάγκασαν το αυτοκίνητο να σταματήσει. Φυσικά, στόχος τους ήταν οι επιβαίνοντες. Δεν είχαν κίνητρο τη ληστεία καθώς δεν έλειπε τίποτα από τους Ιταλούς.

Ο Τελίνι και τα άλλα θύματα της δολοφονίας
Ίχνη από τσαρούχια και αρβύλες που βρέθηκαν οδηγούσαν σ’ έναν δρόμο που καταλήγει στην πεδιάδα του όρους Μακρύκαμπος στην Αλβανία. Βρέθηκαν επίσης κάλυκες από 30-40 φυσίγγια Μάνλιχερ, υπολείμματα από τσιγάρα τύπου Virginia, ένα κομμάτι από γραμματόσημο και άλλα μικροπράγματα χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία.
Ο Μουσολίνι δίνει εντολή να βομβαρδιστεί και να καταληφθεί η Κέρκυρα
Η Ελλάδα βρέθηκε σε δύσκολη θέση γιατί το έγκλημα έγινε στο έδαφός της. Η κυβέρνηση Γονατά εξέφρασε τα ειλικρινή της συλλυπητήρια στην ιταλική, μέσω του Ιταλού πρέσβη στην Αθήνα Montagna και υποσχέθηκε πως θα κάνει ό,τι ήταν δυνατόν να συλληφθούν οι ένοχοι της πενταπλής δολοφονίας και να τιμωρηθούν παραδειγματικά.
Ωστόσο, οι Ιταλοί εκμεταλλευόμενοι τη χαώδη κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα, λόγω του Μικρασιατικού ζήτησαν, μέσω του Montagna στις 28/8/1923 την ικανοποίηση έξι εξωφρενικών αιτημάτων. Η Ελλάδα δέχτηκε να ικανοποιήσει μόνο τα δύο, καθώς οι υπόλοιπες αξιώσεις ήταν απαράδεκτες και ταπεινωτικές για τη χώρα μας.
Ο Μουσολίνι βλέποντας τη δύσκολη θέση που βρισκόταν η Ελλάδα και θέλοντας να δείξει πυγμή, έδωσε εντολή να καταληφθεί η Κέρκυρα.
Έτσι, στις 31 Αυγούστου 1923 έφτασαν στην Κέρκυρα 20-25 ιταλικά πλοία με επικεφαλής τον Ναύαρχο Σολάρι. Μοίρα του στόλου, υπό τον Πλοίαρχο Φοσκίνι, μετέφερε τελεσίγραφο για παράδοση του νησιού. Ο Νομάρχης Πέτρος Ευριπαίος αρνήθηκε κατηγορηματικά.

Απόκομμα φύλλου της «Καθημερινής» με αναφορά στην κατάληψη της Κέρκυρας
Στις 17:00 οι Ιταλοί βομβάρδισαν το Παλαιό Φρούριο της Κέρκυρας, όπου διέμεναν Μικρασιάτες πρόσφυγες και το Νέο Φρούριο, όπου υπήρχαν εγκαταστάσεις και μαθητές της Σχολής της Αστυνομίας Πόλεων. 15-16 άτομα σκοτώθηκαν και τουλάχιστον 30 τραυματίστηκαν. Υπάρχουν αναφορές ακόμα και για 200 τραυματίες. Ανάμεσά τους πολλά γυναικόπαιδα.
Η Κέρκυρα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση. Μητροπολίτης του νησιού ήταν τότε ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Σημαντική ήταν η συμβολή στην αποκλιμάκωση της έντασης, του Δημάρχου Μανιαρίζη και του Φρούραρχου Παναγόπουλου. Τις επόμενες ημέρες οι Ιταλοί κατέλαβαν τους Παξούς, τους Αντίπαξους και τα Διαπόντια νησιά (Οθωνοί, Μαθράκι, Ερεικούσα κ.ά.)

Ο Αθηναγόρας, Μητροπολίτης Κέρκυρας μεταξύ 1922-1930 και μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης
Η διεθνής κατακραυγή για τους Ιταλούς- Η αποχώρησή τους από την Κέρκυρα
Οι Ιταλοί με τον βομβαρδισμό των φρουρίων της Κέρκυρας και τον θάνατο αμάχων προκάλεσαν παγκόσμια κατακραυγή. Όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και η κοινή γνώμη σε Ευρώπη και ΗΠΑ, Αυστραλία, ακόμα και στο... Περού ξεσηκώθηκαν.
Η Ελλάδα προσέφυγε στην Κοινωνία των Εθνών που είχε ιδρυθεί το 1920 με έδρα τη Γενεύη. Εκεί, η Ιταλία δέχθηκε σφοδρά πυρά από χώρες όπως η Ουρουγουάη! Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο διπλωμάτης Νικόλαος Πολίτης που έφερε σε δύσκολη θέση τους Ιταλούς.
Τελικά, αποφασίστηκε να δώσει η χώρα μας 50.000.000 λιρέτες (120 εκατ. δραχμές) στην Ιταλία και με την αποχώρηση των Ιταλών από την Κέρκυρα, στις 27/9/1923, το επεισόδιο της Κακαβιάς και τα παρεπόμενά του, τερματίστηκαν…
Πάντως, 103 χρόνια μετά, δεν έχει γίνει in loco (επί τόπου) χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων!
Ποιοι σκότωσαν τον Τελίνι και τους υπόλοιπους;
Μέχρι σήμερα κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το ποιοι ήταν οι δολοφόνοι του Τελίνι και των άλλων τεσσάρων που επέβαιναν στο αυτοκίνητο.
Η ελληνική κυβέρνηση κατηγόρησε την αλβανική, η οποία είχε κατηγορηθεί για φόνους και στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία. Όμως η στάση του Τελίνι ήταν φιλοαλβανική και, λογικά, οι Αλβανοί δεν είχαν συμφέρον να τον δολοφονήσουν, εκτός κι αν επρόκειτο για στημένη προβοκάτσια με στόχο να ενοχοποιηθεί η ελληνική πλευρά.
Ιταλοί και Αλβανοί κατηγόρησαν την Ελλάδα και συγκεκριμένα τον Δήμο Νότη Μπότσαρη ως ηθικό αυτουργό. Ο Μπότσαρης όμως, λίγα χρόνια αργότερα παρασημοφορήθηκε με τον ιταλικό Μεγαλόσταυρο. Θα παρασημοφορούσε ο Μουσολίνι τον ηθικό αυτουργό της δολοφονίας του Στρατηγού του;
Οι Αλβανοί, αργότερα, θεώρησαν υπαίτιο τον ιδιοκτήτη των θειούχων λουτρών Βρωμονερίου Φίλιο. Αυτός όντως θα καταστρεφόταν οικονομικά από την παραχώρηση της περιοχής στην Αλβανία. Με βάση τη στοιχειώδη λογική, ο Φίλιος δεν είχε τη δυνατότητα σε καμία περίπτωση να οργανώσει τη δολοφονία.

Ιταλικά στρατεύματα στην Κέρκυρα
Ο Κερκυραίος δημοσιογράφος και συγγραφέας Γρηγόριος Δαφνής θεωρεί ότι τον Τελίνι δολοφόνησαν άνθρωποι του Μουσολίνι, με τον οποίο ο Ιταλός Στρατηγός είχε πολιτική αντιπαλότητα. Έτσι, ο Μουσολίνι θα δικαιολογούσε κάθε ενέργεια σε βάρος της Ελλάδας και θα μπορούσε να επιβάλλει τις φιλοαλβανικές θέσεις του.
Έκανε όμως το μοιραίο λάθος, να βομβαρδίσει την Κέρκυρα σκοτώνοντας και τραυματίζοντας δεκάδες αμάχους και βρέθηκε τελικά απολογούμενος…
Ληστές Ρεντζαίοι: Οι άγνωστοι της «εξίσωσης» Τελίνι
Υπάρχει τέλος και μια άλλη εκδοχή, που έχει λογική, δεν μπορεί όμως να αποδειχθεί. Στην Ήπειρο, στις αρχές της δεκαετίας του 1920 δρούσαν οι διαβόητοι ληστές Ρεντζαίοι. Αυτοί, με τους άνδρες τους μπορούσαν να είναι οι δολοφόνοι, αλλά για ποιο λόγο, αφού δεν πήραν τίποτα απολύτως από τον Τελίνι και τους άλλους;
Τα ίχνη των δραστών ξεκινούσαν από την Αλβανία και επέστρεφαν σ’ αυτή. Οι Ρεντζαίοι πολύ δύσκολα θα έκαναν αυτό το έγκλημα με τέτοια διαδρομή. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής εστιάζουν στο ότι λίγο μετά τη δολοφονία Τελίνι το 1924, οι Ρεντζαίοι αφέθηκαν ελεύθεροι. Αυτό όμως είχε γίνει, αφού κατέδωσαν κάποιους άλλους λήσταρχους.

Οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι
Η ίδια μέθοδος, με τους κορμούς δέντρων στο δρόμο, εφαρμόστηκε αποδεδειγμένα από τους Ρεντζαίους στη ληστεία της Πέτρας το 1926 (στον δρόμο από Πρέβεζα προς Γιάννενα), με 8 νεκρούς και λεία 15 εκατ. δραχμών. Προφανώς όμως, η μέθοδος αυτή δεν ήταν «πανενταρισμένη» από τους Ρεντζαίους, οι οποίοι μάλλον μιμήθηκαν στην Πέτρα τους δολοφόνους του Τελίνι.

Οι Ρεντζαίοι λίγο πριν την εκτέλεσή τους
Οι Ρεντζαίοι διέφυγαν σε βαλκανικές χώρες και τελικά συνελήφθησαν. Καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στην Κέρκυρα το 1930.
Ο τότε μητροπολίτης Κερκύρας Αθηναγόρας, ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης, λίγο πριν την εκτέλεσή τους, εξομολόγησε τους δύο ληστές και τους ρώτησε για το έγκλημα στη Ζέπη. Και οι δύο αρνήθηκαν κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή τους στην υπόθεση.
Αν δεχτούμε ότι οι μελλοθάνατοι δεν έχουν λόγο να πουν ψέματα, τότε οι Ρεντζαίοι όντως, δεν είχαν σχέση με την υπόθεση Τελίνι…