Απαγόρευση social media σε παιδιά: Τι λένε οι ειδικοί – Τα «ναι», τα «αλλά» και οι μεγάλες παγίδες

Ειδικοί στο Newsbomb αναλύουν τις επιπτώσεις, τα σημαντικά οφέλη αλλά και τα ενδεχόμενα «κενά» της εξαγγελίας – Ο ρόλος των ορίων, οι κίνδυνοι της απαγόρευσης και η ανάγκη για ψηφιακή παιδεία
Απαγόρευση social media σε παιδιά: Τι λένε οι ειδικοί – Τα «ναι», τα «αλλά» και οι μεγάλες παγίδες

Έφηβη κοιτάει το κινητό της τηλέφωνο

AP

Η απαγόρευση πρόσβασης στα social media για παιδιά κάτω των 15 ετών, που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, φέρνει στο προσκήνιο ένα σύνθετο ζήτημα που αφορά την ψυχική υγεία, την ασφάλεια και την καθημερινότητα των ανηλίκων στον ψηφιακό κόσμο. Οι ειδικοί αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα υπαρκτό πρόβλημα με σοβαρές προεκτάσεις, ωστόσο επισημαίνουν ότι η λύση δεν μπορεί να είναι μονοδιάστατη.

Μιλώντας στο Newsbomb, μια ψυχοθεραπεύτρια και μια εγκληματολόγος φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της συζήτησης, αναδεικνύοντας την ανάγκη για σαφή όρια, τονίζουν ότι το πρωτοποριακό μέτρο κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά αναδεικνύουν και τις δυσκολίες εφαρμογής, όπως επίσης και τους πιθανούς κινδύνους μιας καθολικής απαγόρευσης.

«Τα όρια είναι δομή ασφάλειας, όχι τιμωρία»

danae-papaioannou-1.jpg

Η Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας – Ψυχοθεραπεύτρια, Δανάη Παπαϊωάννου, εκτιμά ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αποτελεί έκπληξη για όσους εργάζονται καθημερινά με παιδιά και εφήβους, τονίζοντας ότι πρόκειται για μια κίνηση που έχει αργήσει, αλλά εξακολουθεί να είναι απαραίτητη.

Όπως εξηγεί, στην καθημερινή θεραπευτική πρακτική καταγράφεται έντονα η αδυναμία των παιδιών να οριοθετήσουν τον εαυτό τους απέναντι στις οθόνες, όχι λόγω έλλειψης θέλησης, αλλά λόγω του τρόπου με τον οποίο έχουν σχεδιαστεί οι ίδιες οι πλατφόρμες. Ο διασπαστικός τους χαρακτήρας, σημειώνει, δεν είναι τυχαίος, αλλά αποτέλεσμα αλγορίθμων που τροφοδοτούν διαρκώς τον εγκέφαλο με ερεθίσματα, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Η συνέπεια αυτής της συνεχούς διέγερσης είναι, σύμφωνα με την ίδια, η απορρύθμιση του ύπνου των παιδιών, η οποία δεν περιορίζεται στην απλή κόπωση, αλλά συνδέεται με διαταραχές της βιολογικής ωρίμανσης και της συναισθηματικής επεξεργασίας.

Παράλληλα, αναδεικνύει την ενίσχυση της βίας και του ακραίου ανταγωνισμού μέσα από τα social media, επισημαίνοντας ότι ο φανατισμός καλλιεργείται μέσα από «echo chambers» που επικυρώνουν ό,τι ο αλγόριθμος θεωρεί πιο εθιστικό. «Τα παιδιά δεν μαθαίνουν να διαφωνούν με επιχειρήματα, αλλά να αποκλείουν», τονίζει χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στο ζήτημα της συναισθηματικής έκφρασης. Όπως εξηγεί, όταν η επικοινωνία περιορίζεται σε emoji και πλατφορμικές νόρμες, δημιουργείται μια αόρατη απόσταση μεταξύ των ανθρώπων, με αποτέλεσμα να χάνεται η αμεσότητα, η ευαλωτότητα και η αυθεντική ανθρώπινη επαφή. Την ίδια στιγμή, μέσα σε ένα περιβάλλον με αμέτρητες επιλογές ταυτότητας, πολλά παιδιά δυσκολεύονται να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα «ποιος είμαι».

Στο πλαίσιο αυτό, η Δανάη Παπαϊωάννου υπογραμμίζει τον καθοριστικό ρόλο της γονεϊκότητας, επισημαίνοντας ότι τα όρια δεν συνιστούν τιμωρία, αλλά δομή ασφάλειας. Ένα παιδί που μεγαλώνει με σαφείς κανόνες, όπως λέει, μαθαίνει ότι η ελευθερία δεν είναι απουσία ορίων, αλλά εμπιστοσύνη που κατακτάται μέσα από αυτά. Ο νόμος, προσθέτει, δεν αντικαθιστά τον γονέα, αλλά ενισχύει την παρουσία του.

Αναφερόμενη σε διεθνείς και εγχώριες πρωτοβουλίες, όπως το «Wait Until 8th» και το «Περιμένουμε» στην Ελλάδα, επισημαίνει ότι εδώ και χρόνια αναδεικνύεται η ανάγκη τα παιδιά να έχουν λιγότερα ερεθίσματα και περισσότερο ποιοτικό χρόνο με φίλους και οικογένεια, χώρο για παιχνίδι, ακόμη και για ανία, προκειμένου να ωριμάσουν χωρίς τη συνεχή πίεση της σύγκρισης.

Όπως καταλήγει, μια τέτοια μεταρρύθμιση μπορεί να συμβάλει στο να «επιστρέψουν τα παιδιά στην ηλικία τους», κάτι που –σε θεραπευτικούς όρους– αποτελεί ένα πολύτιμο δώρο.

«Προσοχή: Η απαγόρευση δεν εξαλείφει τη χρήση – τη μετακινεί»

6278d7eb-53d8-418e-b477-d9d58190812a.jpg

Από την πλευρά της, η Καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Δρ. Κέλλυ Ιωάννου, προσεγγίζει το ζήτημα αναγνωρίζοντας ότι η απαγόρευση παρουσιάζεται ως άμεση λύση σε ένα υπαρκτό και σύνθετο πρόβλημα, επιβεβαιώνοντας ότι η διεθνής έρευνα καταγράφει τα social media ως πιθανό παράγοντα κινδύνου, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν άλλες ευαλωτότητες.

Όπως σημειώνει, μελέτες έχουν συνδέσει την υπερβολική χρήση με αυξημένα επίπεδα άγχους, διαταραχές ύπνου, χαμηλή αυτοεκτίμηση, έκθεση σε κυβερνοεκφοβισμό και εξαρτητικές συμπεριφορές. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελούν αυτόνομη αιτία, αλλά λειτουργούν σε συνδυασμό με παράγοντες όπως το οικογενειακό περιβάλλον, η ψυχολογική κατάσταση, η έλλειψη εποπτείας και η περιορισμένη ψηφιακή παιδεία.

Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, εκφράζει επιφυλάξεις για μια οριζόντια απαγόρευση, θέτοντας ως πρώτο κρίσιμο ζήτημα την εφαρμογή της. Όπως εξηγεί, η αξιόπιστη επαλήθευση ηλικίας προϋποθέτει αυξημένη συλλογή προσωπικών δεδομένων, ακόμη και βιομετρικών, κάτι που ενέχει σοβαρούς κινδύνους σε ένα περιβάλλον όπου ήδη παρατηρούνται διαρροές δεδομένων, απάτες και παραβιάσεις λογαριασμών ακόμη και με απλά στοιχεία όπως email και τηλέφωνο.

Δεύτερο βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, είναι ότι η απαγόρευση δεν εξαλείφει τη χρήση, αλλά την μετακινεί. Οι ανήλικοι, όπως τονίζει, μπορούν εύκολα να παρακάμψουν τους περιορισμούς μέσω VPN, ψευδών στοιχείων ή μετακίνησης σε λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες, γεγονός που –από εγκληματολογική σκοπιά– μειώνει την ορατότητα και δυσχεραίνει την πρόληψη.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει και στο επιχείρημα του «εθισμού», επισημαίνοντας ότι αν αναγνωρίζεται εξαρτητική συμπεριφορά, τότε η αντιμετώπιση δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια απότομη διακοπή πρόσβασης χωρίς υποστηρικτικούς μηχανισμούς. Σε κανένα πεδίο εξαρτήσεων, όπως τονίζει, η επιστήμη δεν προτείνει απλή απαγόρευση χωρίς πρόληψη, εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική υποστήριξη.

Αναφορά κάνει και στο παράδειγμα της Αυστραλίας, όπου, παρά την υιοθέτηση αυστηρών μέτρων, η εφαρμογή βασίστηκε σε αποσπασματικές τεχνικές επαλήθευσης και μεταφορά ευθύνης στις πλατφόρμες, χωρίς να εξαλειφθεί η πρόσβαση των ανηλίκων και με σημαντικά ζητήματα συμμόρφωσης.

Παράλληλα, θέτει ένα ακόμη πρακτικό ερώτημα: σε ποιες ακριβώς πλατφόρμες θα εφαρμοστεί η απαγόρευση; Όπως σημειώνει, ακόμη και αν αφορά τα κλασικά social media, όπως Facebook, Instagram ή TikTok, παραμένει το ζήτημα πλατφορμών όπως το YouTube, όπου η πρόσβαση σε περιεχόμενο είναι εφικτή ακόμη και χωρίς λογαριασμό.

Το διαδίκτυο, υπογραμμίζει, δεν είναι ένα κλειστό και ελεγχόμενο σύστημα, αλλά ένα απέραντο και πολυεπίπεδο περιβάλλον, στο οποίο οι ανήλικοι ήδη εκτίθενται –συχνά σε ακατάλληλο περιεχόμενο– χωρίς καν να απαιτείται εγγραφή. Συνεπώς, η στόχευση συγκεκριμένων πλατφορμών δεν εξαλείφει την έκθεση, αλλά αφήνει ανεξέλεγκτα μεγάλα τμήματα του ίδιου οικοσυστήματος.

Καταλήγοντας, η Κέλλυ Ιωάννου επισημαίνει ότι η διεθνής εμπειρία δείχνει πως οι πιο αποτελεσματικές πολιτικές δεν είναι οι απαγορεύσεις, αλλά τα ολοκληρωμένα συστήματα πρόληψης, που περιλαμβάνουν ψηφιακή παιδεία από μικρή ηλικία, επιμόρφωση εκπαιδευτικών, ενεργή συμμετοχή γονέων, τεχνικά εργαλεία προστασίας και μηχανισμούς αναφοράς.

Σε έναν κόσμο όπου τα παιδιά μεγαλώνουν ήδη μέσα στην τεχνολογία, το ζητούμενο –όπως τονίζει– δεν είναι ο αποκλεισμός τους από αυτήν, αλλά ο εξοπλισμός τους με τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε να τη διαχειρίζονται με ασφάλεια, τόσο για τον εαυτό τους όσο και για τους άλλους.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης