Η γεύση μιας παράδοσης που ζυμώνεται στη Σαμοθράκη από το 1853
Για περισσότερα από 170 χρόνια, ο φούρνος-μνημείο του νησιού ενώνει γεύσεις, μνήμες και γενιές, με τους νεότερους να γράφουν το επόμενο κεφάλαιο - Η Ζωή Κιοσέογλου μιλά στο Newsbomb για τη συγκίνηση, την ευθύνη και τον φόβο πίσω από τη συνέχιση μιας μοναδικής οικογενειακής κληρονομιάς
Snapshot
- Ο φούρνος της οικογένειας Αντωνίου στη Σαμοθράκη λειτουργεί αδιάλειπτα από το 1853 και θεωρείται ο παλαιότερος φούρνος της Ελλάδας, έχοντας ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο.
- Η νέα γενιά της οικογένειας αναλαμβάνει τη διαχείριση του φούρνου με αίσθημα ευθύνης για τη διατήρηση της παράδοσης και των αυθεντικών συνταγών που κρατούνται αναλλοίωτες για πάνω από 170 χρόνια.
- Οι φημισμένες συνταγές, όπως το ψωμί από ρεβύθια και τα επτάζυμα παξιμάδια «γουργή», παρασκευάζονται με παραδοσιακό τρόπο και ξυλόφουρνο με κλαδιά ελιάς, διατηρώντας τις γεύσεις και το άρωμα του παρελθόντος.
- Η ανταπόκριση και η αναγνώριση από ντόπιους και επισκέπτες αποτελούν σημαντική επιβεβαίωση για τη διατήρηση της παράδοσης και τη συνέχιση της ιστορίας του φούρνου.
- Ο φούρνος αποτελεί ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής κληρονομιάς της Σαμοθράκης, συμβάλλοντας στην προστασία και τη διατήρηση της τοπικής ταυτότητας.
Υπάρχουν μέρη που δεν τα επισκέπτεσαι απλώς. Τα μυρίζεις, τα γεύεσαι, τα θυμάσαι. Στη Σαμοθράκη, ανάμεσα στην άγρια ομορφιά του βουνού, στα νερά που κατεβαίνουν από τις πλαγιές και στα χωριά που μοιάζουν να έχουν μάθει να συμβιώνουν με τον χρόνο, υπάρχει ένας φούρνος όπου η ιστορία δεν έχει μετατραπεί σε έκθεμα. Συνεχίζει να ζυμώνεται καθημερινά.
Η ιστορία του ξεκινά το 1853. Από τότε, γενιές ανθρώπων πέρασαν από την πόρτα του, ψωμιά βγήκαν ζεστά από τον φούρνο, οικογένειες μεγάλωσαν και εποχές άλλαξαν. Εκείνος, όμως, παρέμεινε στη θέση του. Ο παραδοσιακός φούρνος της οικογένειας Αντωνίου θεωρείται ο παλαιότερος φούρνος της Ελλάδας και σήμερα αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια οικογενειακή επιχείρηση. Είναι ένα ζωντανό κομμάτι της πολιτιστικής μνήμης της Σαμοθράκης, ένας χώρος τόσο δεμένος με την ιστορία του τόπου, που έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο του νησιού από το υπουργείο Πολιτισμού.
Ο παραδοασιακός φούρνος της Σαμοθράκης από το 1853 που έχει ανακηρυχθεί διατηρητέο μνημείο / Πηγή: Newsbomb
Σήμερα, η νεότερη γενιά της οικογένειας καλείται να αναλάβει κάτι που δύσκολα χωρά στον όρο «επιχείρηση». Γιατί μαζί με τα κλειδιά ενός φούρνου παραλαμβάνει μνήμες, συνταγές, προσδοκίες και μια ιστορία που μετρά περισσότερα από 170 χρόνια.
Η Ζωή Κιοσέογλου, νύφη της ιδιοκτήτριας του φούρνου, Ελένης Αντωνίου, περιγράφει στο Newsbomb τα συναισθήματα αυτής της μετάβασης, την συγκίνηση και την ευθύνη για τη συνέχιση μιας μοναδικής οικογενειακής κληρονομιάς μαζί με τον μέλλοντα σύζυγό της. Από τη μία βρίσκεται η βαθιά αγάπη για έναν χώρο με τον οποίο η οικογένεια έχει συνδέσει τη ζωή της και η απόφαση των νεότερων να δουλέψουν σκληρά ώστε να συνεχίσουν να τιμούν το έργο όσων προηγήθηκαν. Από την άλλη, υπάρχει ο φόβος. Ο φόβος που συνοδεύει κάθε μεγάλη κληρονομιά: αν θα μπορέσουν να φανούν αντάξιοι όσων παρέλαβαν, αν θα καταφέρουν να προστατεύσουν αυτό που άντεξε επί τόσες γενιές, αν η ιστορία θα συνεχίσει να γράφεται με την ίδια αυθεντικότητα. Γιατί εδώ δεν υπάρχει μόνο η ευθύνη απέναντι στην οικογένεια. Υπάρχει και εκείνη απέναντι σε ένα ολόκληρο νησί.
Η Ζωή Κιοσέογλου / Πηγή: Newsbomb
Οι γεύσεις που έγιναν μέρος της ιστορίας
Κάθε παλιός φούρνος έχει και τις δικές του μυρωδιές. Εκείνες που γίνονται τόσο οικείες ώστε, χρόνια αργότερα, αρκεί μία γεύση για να επιστρέψει κανείς νοερά στον ίδιο τόπο. Στον φούρνο της Σαμοθράκης υπάρχουν συνταγές που έχουν αποκτήσει σχεδόν τη δική τους ιστορία όλα αυτά τα χρόνια. «Οι συνταγές και ο τρόπος παρασκευής τους είναι οι ίδιες εδώ και 1,5 αιώνα και αυτό είναι το μυστικό της επιτυχίας» ανέφερε η Ζωή μιλώντας για το ανάρπαστο ψωμί από ρεβύθια και τα περίφημα «γουργή», τα επτάζυμα παξιμάδια που εξαφανίζονται σε 2 ώρες. «Όλα ψήνονται στον φούρνο με κλαδιά ελιάς, όπως παλιά και αυτό είναι που τους δίνει το ιδιαίτερο άρωμα και τα κάνει να ξεχωρίζουν».
Όσες φορές διακόψαμε τη συζήτησή μας ήταν από πελάτες που έμπαιναν να ζητήσουν γουργή και έφευγαν απογοητευμένοι στο άκουσμα του «δυστυχώς, μας τελείωσαν».
Οι φημισμένοι «γουργή» είναι σημείο αναφοράς στον φούρνο, αφού πλέον παρασκευάζεται μόνο εκεί. Ήταν μία συνταγή που ξεκίνησε σαν έθιμο της Παναγίας. Το παρασκεύαζαν σαν ψωμί τον Δεκαπενταύγουστο στα σπίτια και το άφηναν να γίνει παξιμάδι που άντεχε έναν ολόκληρο χρόνο. Είναι αυτά που ζητούν ξανά και ξανά οι επισκέπτες και οι ντόπιοι, αυτά που έχουν γίνει ανάρπαστα και έχουν ταυτιστεί με τον φούρνο μέσα στις δεκαετίες.
Γεύσεις απλές που κουβαλούν κάτι από την εποχή στην οποία γεννήθηκαν: την ανάγκη να αξιοποιείται ό,τι πρόσφερε ο τόπος και να μετατρέπεται σε τροφή με γνώση, υπομονή και χρόνο. Ίσως γι’ αυτό η εμπειρία ενός τέτοιου φούρνου είναι διαφορετική από μια συνηθισμένη στάση για ψωμί. Για έναν ταξιδιώτη, το ρεβυθόψωμο ή ένα παξιμάδι μπορεί να είναι η γεύση μιας στιγμής. Για την οικογένεια που βρίσκεται πίσω από τον πάγκο, όμως, είναι ένας ακόμη κρίκος μιας αλυσίδας που φτάνει μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα.
Η Ζωή Κιοσέογλου / Πηγή: Newsbomb
«Μας λένε "μπράβο που συνεχίζετε"»
Μέσα σε όλη αυτή την ευθύνη, υπάρχει κάτι που λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι η προσπάθεια αξίζει: η αγάπη του κόσμου. «Μας λένε “μπράβο που συνεχίζετε και προσπαθείτε να κρατήσετε την παράδοση”», λέει η Ζωή Κιοσέογλου. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για τη νέα γενιά. Όχι απλώς το γεγονός ότι ένας φούρνος εξακολουθεί να λειτουργεί ύστερα από περισσότερα από 170 χρόνια, αλλά ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την αξία του. Να αναγνωρίζουν ότι πίσω από ένα καρβέλι ψωμί, ένα παξιμάδι ή μια παλιά πόρτα που ανοίγει κάθε πρωί υπάρχει η συνέχεια ενός τόπου.
Άλλωστε, τα ταξίδια δεν είναι μόνο τα τοπία που φωτογραφίζουμε. Είναι και οι γεύσεις που παίρνουμε μαζί μας. Οι ιστορίες που ακούμε τυχαία από έναν άνθρωπο πίσω από έναν πάγκο. Τα μέρη που υπήρχαν πολύ πριν φτάσουμε και, αν κάποιος φροντίσει να τα προστατεύσει, θα εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ μετά την αναχώρησή μας.
Η Ζωή Κιοσέογλου / Πηγή: Newsbomb
Ο φούρνος του 1853 στη Σαμοθράκη είναι ένα τέτοιο μέρος. Ένας χώρος όπου η παράδοση δεν αντιμετωπίζεται ως κάτι παλιό που πρέπει απλώς να διασωθεί, αλλά ως κάτι ζωντανό που πρέπει κάθε γενιά να ξανακερδίσει.
Και κάπως έτσι, ανάμεσα στη συγκίνηση και στον φόβο, στην ευθύνη και στην αγάπη, η σκυτάλη περνά στα χέρια των νεότερων. Για να συνεχίσει να ανοίγει η ίδια πόρτα. Να ψήνεται το ίδιο ρεβυθόψωμο. Να γεμίζουν τα ράφια με «γουργή». Και να μένει αναμμένη, σε μια γωνιά της Σαμοθράκης, μια φωτιά που καίει από το 1853.