12 Σεπτεμβρίου 1829: Η μάχη της Πέτρας στη Βοιωτία, η ελληνική νίκη και η αποχώρηση των Τούρκων
Πέτρα Βοιωτίας, 12 Σεπτεμβρίου 1829: Η τελευταία μάχη της Επανάστασης, η μεγάλη ελληνική νίκη, ο ρόλος του Καποδίστρια και η εξιλέωση του Δ. Υψηλάντη και των στρατιωτών του.
Υπάρχει η άποψη ότι η Ελληνική Επανάσταση τελείωσε με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου το 1827. Δεν ισχύει όμως κάτι τέτοιο. Ο Ιμπραήμ παρέμεινε στην Πελοπόννησο και μόνο μετά την άφιξη των γαλλικών στρατευμάτων υπό τον Μεζόν στον Μοριά και τις αλλεπάλληλες νίκες του σε βάρος του Αιγύπτιου αναγκάστηκε να αποχωρήσει από την Ελλάδα. Η Δυτική Ελλάδα βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων ενώ στην Ανατολική Στερεά η Αθήνα, η Θήβα και η Εύβοια ήταν ακόμα υπό τουρκικό έλεγχο.
Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, της 16ης Νοεμβρίου 1828, η Πελοπόννησος και οι Κυκλάδες θα έμπαιναν κάτω από την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων, μέχρι να αποφασιστεί οριστικά το μέλλον της Ελλάδας, με τη συγκατάθεση της Υψηλής Πύλης.
Αυτό όμως σήμαινε ότι ήταν πολύ πιθανό το νέο ελληνικό κράτος να περιλάμβανε μόνο τον Μοριά και τις Κυκλάδες. Ο Ιωάννης Καποδίστριας γνωρίζοντας πως αν καταλαμβάνονταν και άλλες περιοχές, θα ήταν πολύ δύσκολο να κληθεί να δοθούν ξανά στους Οθωμανούς έστειλε ισχυρές δυνάμεις στη Στερεά Ελλάδα για να την απελευθερώσει. Θα έφερνε έτσι τους Συμμάχους μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας
Οι Ρίτσαρντ Τσορτς και Αυγουστίνος Καποδίστριας ήταν επικεφαλής των Ελλήνων που κατέλαβαν τη Βόνιτσα, την Αμφιλοχία και τη Ναύπακτο, ενώ τον Μάιο του 1829 απελευθερώθηκε το Μεσολόγγι. Αυτό το γεγονός προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους Έλληνες και μεγάλη αίσθηση στο εξωτερικό.
Στις 22 Μαρτίου 1829, οι Μεγάλες Δυνάμεις, με το νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου αναγνώρισαν ως βόρειο σύνορο του αυτόνομου (όχι ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους) τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού (που τελικά αποτέλεσε την πρώτη συνοριακή γραμμή του νέου ελληνικού κράτους).
Εκτός όμως από το ότι δεν αναγνώριζαν ανεξαρτησία, αλλά αυτονομία έθεταν ως όρο τον άμεσο τερματισμό των συγκρούσεων. Ο ευφυής Καποδίστριας βλέποντας και ότι οι Ρώσοι θα επικρατήσουν των Οθωμανών στον μεταξύ τους πόλεμο ισχυρίστηκε ότι δεν έλεγχε τα στρατεύματα που πολεμούσαν κατά των Τούρκων, καθώς δεν ήταν κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά επαναστατημένοι ντόπιοι πληθυσμοί. Κι αν στη Δυτική Ελλάδα, οι στόχοι είχαν επιτευχθεί σε μεγάλο βαθμό, στην Ανατολική Στερεά τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα.
Οι δυσκολίες των Ελλήνων στην Ανατολική Στερεά
Ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν επικεφαλής των Ελλήνων στην Ανατολική Στερεά. Οι Τούρκοι κατείχαν την Αθήνα, περιοχές γύρω από τη Θήβα και την Εύβοια, με επικεφαλής εκεί τον ικανότατο Ομέρ πασά της Καρύστου. Ο Καποδίστριας έδωσε εντολή στον Υψηλάντη να στείλει 1.000 άνδρες στον Ανηφορίτη, μια οχυρή θέση, στη βοιωτική ακτή, απέναντι από το φρούριο του Καράμπαμπα, για να εμποδίσει τυχόν εκστρατεία του Ομέρ προς την Αττική και τη Βοιωτία, κάτι που έκανε και ο ίδιος να κατευθυνθεί προς την Αττική. Όμως, δεν υπάκουσε και προτίμησε να κατευθυνθεί προς τη Θήβα. Κατέλαβε το ερειπωμένο στρατόπεδο, αλλά οι Τούρκοι είχαν 1.500 πεζούς και 200 ιππείς γύρω από την πόλη: στο Πυρί, τον Πύργο και τους Αγίους Θεοδώρους.
Το επόμενο διάστημα, ως τα τέλη Ιουλίου 1829 πέρασε με διαδοχικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, κάποιες μάλιστα έγιναν στη Χασιά και το Μενίδι. Το θετικό από όλες αυτές τις μάχες ήταν η καταπόνηση των εχθρών, οι σημαντικές απώλειές τους (τουλάχιστον 1.000 νεκροί) και η διάθεσή τους να εγκαταλείψουν τη Θήβα, όπως και οι Έλληνες και να αποφασίσουν για την τύχη τους οι Μεγάλες Δυνάμεις. Κι ενώ οι διαπραγματεύσεις Ελλήνων και Τούρκων φαίνονταν ότι θα κατέληγαν σε συμβιβασμό, η ανταρσία των στρατιωτών του Υψηλάντη οδήγησε στη διάλυση του στρατοπέδου της Θήβας.
Ο Δημήτριος Υψηλάντης
Η ανταρσία των Ελλήνων στρατιωτών
Αιτίες της ανταρσίας ήταν η καταπόνηση των στρατιωτών και η καθυστέρηση της μισθοδοσίας τους. Η αντιπολίτευση βρήκε την ευκαιρία να χτυπήσει τον Καποδίστρια αναφέροντας ότι οι άνδρες των Τσορτς - Αυγουστίνου Καποδίστρια είχαν λάβει μισθούς 6 μηνών!
Ο Δ. Υψηλάντης διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Καποδίστρια. Το ίδιο έκανε και ο Μιχαήλ Γρίβας, ένας από τους τρεις πληρεξούσιους που είχε στείλει το στρατόπεδο της Θήβας στη Συνέλευση του Άργους. Επίσης, οι άνδρες του Υψηλάντη εφοδιάζονταν κάθε οκτώ μέρες με "σίτον άθλιον και πικρόν" (Σ. Τρικούπης). Ο Καποδίστριας προσπάθησε να επισπεύσει την καταβολή μισθών και εφοδίων, ενώ ο Υψηλάντης προσπαθούσε να πετύχει την ομαλή αποχώρηση των στρατευμάτων του από τη Θήβα.
Τη νύχτα της 7ης Αυγούστου 1829 όμως, πολλοί στρατιώτες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, συγκεντρώθηκαν έξω από τη σκηνή του Υψηλάντη και άρχισαν να φωνάζουν ότι οι αρχηγοί τους "δεν φροντίζουν δια τους μισθούς των, μόνον καταγίνονται εις ματαιοπονίας και συμβιβασμούς".
Όπως γράφει ο Κασομούλης, σύντομα η κατάσταση ξέφυγε τελείως: "... παρουσιασθέντες όλοι, με έναν λίθον εις τας χείρας, ρίπτοντας αυτόν κάτω, έμπροσθεν της σκηνής του Στρατάρχου, εφώναζον: -Ανάθεμα όποιος καθίσει το βράδυ εις Θήβας!". Οι στασιαστές έφεραν κι ένα Ευαγγέλιο στο οποίο ορκίζονταν. Οι πέτρες που έριχναν οι στρατιώτες σχημάτισαν σύντομα ολόκληρο λοφίσκο! Ο Υψηλάντης αιφνιδιάστηκε. Πριν καλά καλά καταλάβει τι γίνεται οι στρατιώτες του είχαν διασκορπιστεί προς την Ελευσίνα και τον Κιθαιρώνα εγκαταλείποντας τις θέσεις τους, αλλά και κανόνια, ακόμα δε και τον ατομικό του οπλισμό!
Ο Υψηλάντης έξαλλος αποφάσισε να παραμείνει εκεί και να αιχμαλωτιστεί ή να σφαχτεί από τους Τούρκους "προς καταισχύνην του στρατού". Ευτυχώς οι επιτελείς του, τον έπεισαν να αλλάξει γνώμη. Ακολουθούμενος από τους Σπυρομήλιο, Ευμορφόπουλο, Ρούκη κ.ά. έφτασε στον αυχένα της Κάζας στον Κιθαιρώνα. Εκεί βρήκε 600-700 αξιωματικούς και στρατιώτες που πείστηκαν να μείνουν μαζί του. Οι υπόλοιποι κινούνταν προς τα Κούντουρα και τη Σαλαμίνα (στη Μονή Φανερωμένης βρισκόταν η έδρα του Γενικού Φροντιστηρίου) "υβρίζοντες και Κυβερνήτην και Στρατάρχην και θεόν και διάβολον".
Οι χιλιαρχίες των Δυοβουνιώτη και Κριεζώτη, μετά τις εξελίξεις αυτές έφυγαν από τον Ανηφορίτη για τη Λοκρίδα, ενώ και η χιλιαρχία του Μαυροβουνιώτη εγκατέλειψε τον Άγιο Ιωάννη της Χασιάς για την Ελευσίνα. Ο Κασομούλης γράφει: "Ούτως αφείθησαν όλαι αι αιματοβαφείσαι θέσεις άνευ τινός κινδύνου και η Ανατολική Ελλάς πάλιν εφαίνετο το παιγνίδι της τύχης του πολέμου".
Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος
Εισβολή του Ασλάν μπέη και προέλασή του ως την Αττική - Ανασύνταξη των Ελλήνων
Καθώς οι Οθωμανοί χρειάζονταν εσπευσμένα δυνάμεις για να πολεμήσουν τους Ρώσους, ο Τουρκαλβανός Ασλάν μπέης Μουχουρδάρης έλαβε εντολή να κατευθυνθεί από τη Λάρισα προς την Αθήνα, με 1.500 άνδρες (4.000 κατά τον Κασομούλη), να ανεφοδιάσει τη φρουρά της πόλης και να συγκεντρώσει δυνάμεις από την υπόλοιπη Αττική για να τους μεταφέρει στη Βόρεια Ελλάδα.
Καθώς ο Τσάμης Καρατάσος είχε εγκαταλείψει το στενό των Θερμοπυλών, ο Ασλάν πέρασε ανενόχλητος από το Ζητούνι (Λαμία), τη Λιβαδειά και τη Θήβα και έφτασε στην Αθήνα. Η είδηση έφτασε στους πληρεξούσιους της Δ' Τακτικής Εθνοσυνέλευσης στο Άργος και τους αναστάτωσε. Ο Καποδίστριας έστειλε στη Σαλαμίνα τον Ανδρέα Μεταξά, αρμόδιο επί των στρατιωτικών του Γενικού Φροντιστηρίου και του ζήτησε να μάθει τι ακριβώς είχε γίνει. Αμέσως μόλις έμαθε τα συμβάντα, ο Καποδίστριας έδωσε εντολή στον Μεταξά να καταβληθεί το σιτηρέσιο έξι μηνών στους στρατιώτες και οι μισθοί τους για τρεις μήνες, ενώ στον Υψηλάντη δόθηκε διαταγή να κινηθεί προς τη Λιβαδειά.
Ο Ασλάν μπέης παρέδωσε τα εφόδια στη φρουρά της Αθήνας και συγκέντρωσε αρκετά στρατεύματα. Η επιστροφή του στη Λάρισα όμως ήταν οδυνηρή... Αν και οι ελληνικές δυνάμεις είχαν διαλυθεί, στην πραγματικότητα ήταν άθικτες. Οι Τούρκοι που βρίσκονταν γύρω απ' τη Θήβα έκαναν ένα μοιραίο λάθος. Δεν κυνήγησαν τους Έλληνες που έφευγαν άοπλοι. Είτε δεν αντιλήφθηκαν τι είχε γίνει είτε θεώρησαν ότι δεν είχαν αρκετές δυνάμεις για να τους καταδιώξουν. Αυτό στη συνέχεια αποδείχτηκε ολέθριο γι’ αυτούς και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των πραγμάτων. Ισχυρά ελληνικά τμήματα (Δ' και Ε' Χιλιαρχίες και τα τμήματα των Καρατάσου και Σκουρτανιώτη) βρίσκονταν στα μετόπισθεν των Τούρκων.
Ο Δ. Υψηλάντης ενθαρρυνόμενος από τους επιτελείς του κινήθηκε από τα Βίλια και τη Δόμβραινα προχώρησε προς το στενό του Ζεμενού και το Δίστομο όπου βρισκόταν ήδη ο Σκουρτανιώτης. Έστειλε αγγελιοφόρους στις γύρω περιοχές όπου αδρανούσαν ελληνικά στρατεύματα και πέτυχε να συγκεντρώσει αρκετούς άνδρες με εκκλήσεις στη φιλοτιμία και τον πατριωτισμό τους. Ο Νικόλαος Κριεζώτης έφτασε με τους άνδρες της Ε' Χιλιαρχίας στο Στεβενίκο.
Επίσης, όσοι Έλληνες βρίσκονταν στη Σαλαμίνα, αφού πήραν τους μισθούς τους ξεκίνησαν από την ξηρά και τη θάλασσα (Περαχώρα και Στεφάνι) για να συναντήσουν τον Δ. Υψηλάντη. Συγκεντρώθηκαν όλοι στη Δόμβραινα κι από εκεί στο χωριό Κουτουμουλάς (σήμερα Κορώνεια Βοιωτίας), όπου είχε μεταφερθεί το στρατηγείο των Ελλήνων. Σε ελάχιστο χρόνο συγκεντρώθηκαν 3.000- 3.500 άνδρες, αριθμός ιδιαίτερα ικανοποιητικός . Όλοι ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν σκληρά ξεχνώντας τα, παραλίγο, μοιραία λάθη των τελευταίων ημερών.
Οι ελληνικές δυνάμεις αποτελούνταν από τη φρουρά του Υψηλάντη, με επικεφαλής τον Σπυρομήλιο, τα Σώματα των Ευμορφόπουλου και Σκουρτανιώτη, τη Β’ Χιλιαρχία του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, τμήμα της Γ’ Χιλιαρχίας, με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Γιαννάκη Στράτο, τμήμα της Ζ’ Χιλιαρχίας, υπό τον Τόλιο Λάζο, τη Δ’ Χιλιαρχία, με επικεφαλής τον Γεώργιο Δυοβουνιώτη και το Τμήμα του Σουλιώτη οπλαρχηγού Ιωάννη Μπαϊρακτάρη.
Μνημείο στην Πέτρα Βοιωτίας
Η μάχη της Πέτρας (12 Σεπτεμβρίου 1829)
Στις 28 Αυγούστου 1929, ο Δ. Υψηλάντης εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Μονή του Αγίου Νικολάου, πάνω από τα στενά της Πέτρας, απ’ όπου θα περνούσαν υποχρεωτικά οι Τούρκοι. Η Πέτρα βρίσκεται μεταξύ Θήβας και Λιβαδειάς. Με την τότε εδαφική διαμόρφωση της εξυπηρετούσε άριστα τα σχέδια του Δ. Υψηλάντη. Πριν από την αποξήρανση της Κωπαΐδας, τα νερά της λίμνης αυτής έφταναν ως τον βράχο (την Πέτρα δηλαδή) αφήνοντας μόνο ένα στενό πέρασμα.
Την οχύρωσή της, ο Υψηλάντης την ανέθεσε στον Πεντακοσίαρχο Κούστια Μάκου που φρόντισε να χτιστούν οχυρώματα στις πλέον κατάλληλες θέσεις. Κατασκευάστηκαν 6 οχυρώματα. Ο Υψηλάντης με το επιτελείο του παρέμεινε στη Μονή του Αγίου Νικολάου, ο Μπαϊρακτάρης με τους Σουλιώτες στάθμευσαν στη Μονή της Παναγιάς, στο δάσος του Ελικώνα, ενώ το ιππικό έμεινε ως εφεδρεία πιο πίσω, στο χωριό Σωληνάρι.
Μάχη της Πέτρας
Η οχύρωση με βάση όσα γράφει ο Κασομούλης ήταν εξαιρετική. Αλλά και οι στρατιώτες είχαν επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης, η οποία φάνηκε ξεκάθαρα στη συνέχεια και άριστο ηθικό. Με μετά από εκνευριστική αναμονή 12 ημερών, στις 10 Σεπτεμβρίου φάνηκε ο τουρκικός στρατός να πλησιάζει προς την Πέτρα. Ο Οσμάναγας Ουτσιάναγας, επικεφαλής των τουρκικών στρατευμάτων της Αττικής και ο Ασλάν μπέης, επικεφαλής των Τουρκαλβανών ήταν οι αρχηγοί του. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν συνολικά 8.000 (4.500 τακτικοί Τούρκοι και 3.500 άτακτοι Τουρκαλβανοί), ενώ ο Τρικούπης περιορίζει τον αριθμό τους σε 5.000.
Οι Τούρκοι στρατοπέδευσαν ανάμεσα στην Πέτρα και το χωριό Βρασταμίτες. Τα χαράματα της 12ης Σεπτεμβρίου, ο Ασλάν μπέης επιτέθηκε με όλες του τις δυνάμεις εναντίον των ελληνικών οχυρωμάτων 2 (Στράτος- Λάζος οι επικεφαλής των Ελλήνων σε αυτό) και 3 (Σκουρτανιώτης). Μαζί τους είχαν 2 από τα 4 πυροβόλα που διέθεταν συνολικά. Παρά τη λυσσαλέα ελληνική άμυνα, οι Τουρκαλβανοί έφτασαν μέχρι το οχύρωμα 1 (Χατζηπέτρος), μάλιστα κάποιοι εισχώρησαν σε αυτό.
Ο Χριστόδουλος Χατζηπέτρος το 1855
Τότε, 700 Έλληνες, με επικεφαλής τους Δυοβουνιώτη, Ιωάννη Μαμούρη, Κριεζώτη και Ψαροδήμο (οπλαρχηγός από τον Όλυμπο) έσπευσαν εκεί και οι Τούρκοι υποχώρησαν. Σε λίγο υποχώρησαν και οι Αλβανοί, από το οχύρωμα 2, μετά από επίθεση των ελληνικών επικουρικών στρατευμάτων. Ο Σπυρομήλιος τέλος, εκδίωξε τους Τούρκους από τους Βρασταμίτες. Ο Ασλάν μπέης έδωσε εντολή γενικής υποχώρησης, υπό την κάλυψη του ιππικού.
100 Τούρκοι σκοτώθηκαν και πολύ περισσότεροι τραυματίστηκαν. Οι Έλληνες είχαν 3 νεκρούς και 12 τραυματίες (επιστολή του Δ. Υψηλάντη προς τον Καποδίστρια στις 16/9). Ακόμα και αν ισχύει και για τη μάχη της Πέτρας, ότι γινόταν σε όλες τις μάχες (διόγκωση των τουρκικών απωλειών και μείωση των ελληνικών), καθώς η σύγκρουση ήταν σφοδρή και είχε διάρκεια 2 ώρες, οι Έλληνες ήταν οι μεγάλοι νικητές.
Ο Σπύρος Σπυρομήλιος
Η συνθηκολόγηση των Τούρκων
Ο Ασλάν μπέης κατάλαβε ότι η νέα επίθεση εναντίον των Ελλήνων θα είχε ανάλογη τύχη. Έπρεπε με κάθε τρόπο να φτάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν και με όσους περισσότερους στρατιώτες μπορούσε στη Λάρισα.
Από εκεί θα μετέβαιναν σε Μακεδονία και Θράκη. Κανένας όμως δεν γνώριζε ότι στις 2 Σεπτεμβρίου 1829, με τη Συνθήκη της Αδριανούπολης είχε λήξει ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος… Οι διαπραγματεύσεις ήταν πολύωρες. Από ελληνικής πλευράς ανέλαβε τη διεξαγωγή τους ο τουρκομαθής Φιλήμων. Το πρόβλημα ήταν, ότι οι Τούρκοι, αρχικά, για να περάσουν από την Πέτρα δέχονταν να παραδώσουν τη Λιβαδειά, το Χάνι του Κατίκου και το Τουρκοχώρι. Οι Έλληνες ζητούσαν επίσης τη Φοντάνα, τις Θερμοπύλες, την Αλαμάνα (Σπερχειό) και τη Βουδουνίτσα.
Ο Ασλάν μπέης απάντησε ότι χρειαζόταν άνωθεν εντολή για κάτι τέτοιο, ενώ ο Οσμάναγας συμφωνούσε! Είναι άγνωστο πού οφειλόταν η ασυνεννοησία των Τούρκων. Ο Υψηλάντης την εκμεταλλεύτηκε και επέμενε να ζητά τη Φοντάνα και τις Θερμοπύλες, για να προστατεύσει τη Λοκρίδα από εχθρικές επιθέσεις. Τελικά, οι Τούρκοι συμφώνησαν να δώσουν όλες τις περιοχές που ζητούσαν οι Έλληνες. Η συμφωνία υπογράφηκε τη νύχτα της 13ης προς 14η Σεπτεμβρίου.
Επιγραφή τοποθετημένη στο σημείο της συνθηκολόγησης.
Το επόμενο πρωί, οι Τούρκοι αναχώρησαν για τη Λάρισα. Ο Υψηλάντης έδωσε στον Οσμάναγα «αποδεικτικόν της καλής διευθύνσεως της μάχης και της ανδρείας του στρατού του», για να αποφύγει τις γνωστές συνέπειες (αποκεφαλισμό…).
Ο Οσμάναγας τον ευχαρίστησε και του χάρισε ένα ωραιότατο άλογο. Τους Τούρκους συνόδευαν ως τη Βουδουνίτσα ο Δυοβουνιώτης και ο Κριεζώτης. Πλέον, η Ανατολική Στερεά Ελλάδα, έως την Αλαμάνα, εκτός από την Αθήνα, την Εύβοια και το φρούριο του Καράμπαμπα είχαν ελευθερωθεί.
Ο Ιωάννης Δυοβουνιώτης
Η σημασία της νίκης των Ελλήνων στην Πέτρα
Η μάχη της Πέτρας ήταν ίσως σημαντικότερη της Ελληνικής Επανάστασης, γιατί ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που ολόκληρη επίλεκτη και πολύ ισχυρότερη αριθμητικά στρατιά υποχρεώθηκε να συνθηκολογήσει σε ανοιχτό πεδίο. Τα κέρδη από στρατιωτική και ηθική άποψη ήταν σημαντικά. Ο Καποδίστριας, ο οποίος σαν να ήταν παρών στη μάχη, έδινε με αριστοτεχνικό τρόπο εντολές στον Δ. Υψηλάντη. Αξιοποίησε το έγγραφο της συνθηκολόγησης των Τούρκων στις διαπραγματεύσεις για τα σύνορα του νέου κράτους.
Όταν ήρθε στην Ελλάδα, 20 μήνες νωρίτερα, φαινόταν ότι από την επανάσταση θα «γεννιόταν» ένα «αναιμικό» αυτόνομο κράτος, με την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. Τελικά, πέτυχε η Ελλάδα να γίνει ανεξάρτητο κράτος. Δυστυχώς, η δολοφονία του στέρησε πιθανότατα και άλλες περιοχές από το πρώτο ελληνικό κράτος (το όραμά του ήταν τουλάχιστον η γραμμή Καλαμά-Θερμαϊκού).
Ο Δημήτρης Υψηλάντης ολοκλήρωσε την επανάσταση, που είχε ξεκινήσει ο αδελφός του Αλέξανδρος από τη Μολδοβλαχία. Ήταν παρών όταν χρειάστηκε, ακόμη και σαν στρατιώτης (Δερβενάκια). Δεν συμμετείχε στις εμφύλιες διαμάχες, ενώ ήταν αυτός που νίκησε τον, ως τότε «αήττητο» Ιμπραήμ στους Μύλους της Λέρνης.
Στην Πέτρα έδειξε όχι μόνο στρατιωτικές, αλλά και διπλωματικές αρετές και πέτυχε να υπογραφεί μία συνθήκη με τους Τούρκους, με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους για τους Έλληνες, που αποδείχτηκε τελικά πολύτιμο διπλωματικό όπλο, για τον μεγάλο Ιωάννη Καποδίστρια.
Τέλος, θα πρέπει ο Καποδίστριας να πιστωθεί την άμεση επίλυση των προβλημάτων των στρατιωτών, οι οποίοι, έστω και αν έκαναν κάποια λάθη, στην πιο κρίσιμη, ίσως, μάχη της επανάστασης, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, κατάλαβαν την τεράστια σημασία της και με απαράμιλλη γενναιότητα επικράτησαν επί πολύ περισσότερων και καλύτερα εξοπλισμένων αντιπάλων τους…