Κι αν τελικά… ηττηθούμε; Τρία σενάρια κατάρρευσης του δυτικού κόσμου - Η προειδοποίηση καθηγητή

Ο Δρ Κωνσταντίνος Τσέτσος, επικεφαλής στρατηγικής πρόβλεψης στο ινστιτούτο Metis του Πανεπιστημίου του Γερμανικού Στρατού, μιλώντας στο Newsbomb αναλύει τα δυσοίωνα σενάρια - ωστόσο υπάρχει ακόμα χρόνος για να αποκλειστούν
Κι αν τελικά… ηττηθούμε; Τρία σενάρια κατάρρευσης του δυτικού κόσμου - Η προειδοποίηση καθηγητή

Η σταθερότητα του δυτικού κόσμου, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Γεωπολιτικές εντάσεις, εσωτερικές πολιτικές κρίσεις και η αναδιαμόρφωση των διεθνών ισορροπιών δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξανόμενης αβεβαιότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, μιλώντας στο Newsbomb ο Δρ Κωνσταντίνος Τσέτσος, επικεφαλής στρατηγικής πρόβλεψης στο ινστιτούτο Metis του Πανεπιστημίου του Γερμανικού Στρατού στο Μόναχο, σκιαγραφεί τρία πιθανά «worst case» σενάρια για την πορεία της Δύσης τα επόμενα χρόνια.

Τα σενάρια αυτά δεν αποτελούν προβλέψεις, αλλά αναλυτικά μοντέλα που δείχνουν πώς διαφορετικές κρίσεις –γεωπολιτικές, πολιτικές και θεσμικές– θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε βαθιά αποδυνάμωση του δυτικού συστήματος.

e9ecf9cb-f635-43f1-91ee-4123c057c859.jpg

Όπως εξηγεί ο καθηγητής ο Κωνσταντινός Τσέτσος, οι πόλεμοι και οι εντάσεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια δεν αποτελούν μεμονωμένα γεγονότα, αλλά συμπτώματα μιας βαθύτερης γεωπολιτικής μεταβολής: της σταδιακής αποδυνάμωσης της αμερικανικής ηγεμονίας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, σχεδόν όλες οι μεγάλες κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας μπορούν να ερμηνευθούν μέσα από αυτή τη διαδικασία μετατόπισης ισχύος. Η Κίνα, που πριν από λίγες δεκαετίες ήταν μια φτωχή χώρα, αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς και σήμερα βρίσκεται σε τροχιά να ανταγωνιστεί –ακόμη και να ξεπεράσει– τη Δύση σε οικονομική ισχύ.

«Η εικόνα είναι σαν έναν αυτοκινητόδρομο», εξηγεί χαρακτηριστικά. Η Δύση βρίσκεται στη γρήγορη λωρίδα, αλλά μια ανερχόμενη δύναμη πλησιάζει με ταχύτητα από πίσω. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι επιλογές είναι τρεις: είτε ο σημερινός ηγεμόνας θα επιταχύνει για να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία του, είτε θα αποδεχθεί ότι κάποιος άλλος τον προσπερνά, είτε θα επιχειρήσει να τον σταματήσει πριν συμβεί αυτό.

Τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν, όπως σημειώνει, ότι η απόσταση μεταξύ Δύσης και ανερχόμενων οικονομιών μειώνεται σταθερά. Η Δύση έχει βρεθεί αντιμέτωπη με διαδοχικές οικονομικές κρίσεις, από τις οποίες χρειάζεται όλο και περισσότερο χρόνο για να ανακάμψει. Το 2004, υπενθυμίζει, οι δυτικές οικονομίες αντιπροσώπευαν περίπου το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ και ταυτόχρονα διατηρούσαν το υψηλότερο επίπεδο ποιότητας ζωής στον πλανήτη. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει περιοριστεί περίπου στο 15%, κατατάσσοντας τη Δύση στην τρίτη θέση, ενώ –αν συνεχιστεί η ίδια τάση– θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

evropi-senaria.jpg

Την ίδια στιγμή, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες καταγράφονται έντονες κοινωνικές πιέσεις. Η μεσαία τάξη, όπως επισημαίνει ο καθηγητής, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό κοντά στα όρια της φτώχειας, ενώ σε αντίθεση με την Ευρώπη δεν υπάρχει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που να λειτουργεί ως δίχτυ ασφαλείας.

Για τον ίδιο, αυτή είναι η «μεγάλη εικόνα»: μια ιστορική αλλαγή ισχύος που επαναλαμβάνεται περιοδικά στην παγκόσμια ιστορία. Όπως επισημαίνει, περίπου κάθε έναν αιώνα εμφανίζεται μια μεγάλη μεταβολή στην παγκόσμια ηγεμονία. Ο κυρίαρχος παίκτης είτε θα αντισταθεί –ενίοτε και μέσα από πόλεμο– για να διατηρήσει τη θέση του, είτε θα αναγκαστεί να παραδώσει τη σκυτάλη σε μια ανερχόμενη δύναμη.

«Το φαινόμενο αυτό το βλέπουμε ήδη από την αρχαιότητα», σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα τις συγκρούσεις που ακολούθησαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την άνοδο των Μακεδόνων.

Παράλληλα, ο καθηγητής υπογραμμίζει ότι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ιδιαίτερα μετά το 1990, η Ευρώπη υποτίμησε τη σημασία της άμυνας. Η μείωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων και η εξάρτηση από την αμερικανική ασφάλεια, εκτιμά, είναι παράγοντες που επηρεάζουν σήμερα την ικανότητα της ηπείρου να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές προκλήσεις.

Σενάριο 1: Κλιμάκωση στον πόλεμο για την Ταϊβάν και «πύρρειος νίκη» των ΗΠΑ

senario-1.jpg

Η πρώτη μεγάλη απειλή για τη διεθνή σταθερότητα, όπως εξηγεί ο καθηγητής Τσετσός, προέρχεται από την περιοχή της Ταϊβάν. Η Κίνα θα μπορούσε είτε να πραγματοποιήσει στρατιωτική εισβολή είτε να επιβάλει ναυτικό εμπάργκο, ενώ η Δύση θα δυσκολευόταν να την αντιμετωπίσει άμεσα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δυτικές κυβερνήσεις θα αναγκάζονταν να περιμένουν δύο ή τρεις εκλογικές αναμετρήσεις για να τοποθετήσουν πολιτικούς που θα μπορούσαν να χαράξουν στρατηγική αντίδραση.

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ενισχύσουν τη θαλάσσια ασφάλεια και δεν υποστηρίξουν το διεθνές δίκαιο, θα αλλάξουν ριζικά οι κανόνες του παγκόσμιου εμπορίου, οδηγώντας σε οικονομική κρίση που θα επηρεάσει ολόκληρο τον πλανήτη. Στο ενδεχόμενο άμεσης σύγκρουσης ΗΠΑ–Κίνας, η οικονομική αναταραχή θα είναι εκτεταμένη, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος πιθανότατα θα συνεχίσει να συνεργάζεται με την Κίνα, κερδίζοντας από αυτή τη νέα ισορροπία – αντίθετα με τη Δύση, η οποία θα αποδυναμωθεί.

Στο στρατιωτικό επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επικρατήσουν, αλλά η νίκη τους θα ήταν «πύρρειος», λόγω του τεράστιου κόστους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα εμφανιζόταν ανίκανη να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο, κυρίως λόγω περιορισμένης δυνατότητας προβολής ισχύος εκτός των συνόρων της. Παράλληλα, μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου θα παρέμενε ουδέτερο· μόνο οι δυτικές χώρες θα συμμετείχαν σε κυρώσεις κατά της Κίνας.

Η οικονομική διάσταση του σεναρίου είναι εξίσου κρίσιμη. Η Ευρώπη θα πλήττονταν περισσότερο από μια πιθανή παγκόσμια ύφεση, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έβγαιναν μόνιμα αποδυναμωμένες. Την ίδια περίοδο, οι χώρες του μπλοκ BRICS+ θα ενίσχυαν τη θέση τους στην παγκόσμια οικονομία. Η σχέση ΗΠΑ–ΕΕ θα δοκιμαζόταν σοβαρά, ενώ δεν θα έλειπαν οι υβριδικές απειλές, όπως εκτεταμένες κυβερνοεπιθέσεις και διαταραχές στις βασικές εμπορικές και εφοδιαστικές διαδρομές μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Πέρα από τις οικονομικές και στρατιωτικές διαστάσεις, η Κίνα διαθέτει σημαντικές δυνατότητες για κυβερνοεπιθέσεις, υβριδικές επιχειρήσεις και προπαγάνδα. Οι επιθέσεις αυτές δεν στοχεύουν μόνο τις φυσικές υποδομές, αλλά και το πνευματικό και πολιτικό επίπεδο των κοινωνιών, επηρεάζοντας τη συλλογική συνείδηση και την αντίληψη των λαών.

Για τον καθηγητή Τσέτσο, η προοπτική συνεργασίας με την Κίνα για την αποφυγή κρίσης προϋποθέτει την παραίτηση από πάνω από 3.000 χρόνια δυτικής κουλτούρας και αξιών. Το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι τεράστιο, ιδιαίτερα σε θέματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση κινδυνεύει να περιοριστεί σε ρόλο κυρίως περιφερειακής δύναμης, με σαφώς μειωμένη επιρροή στις παγκόσμιες εξελίξεις.

Το σενάριο αυτό δείχνει ότι η Δύση αντιμετωπίζει όχι μόνο στρατιωτικές και οικονομικές προκλήσεις, αλλά και έναν μακροπρόθεσμο αγώνα για την επιρροή στην κοινωνική και πνευματική σφαίρα, θέτοντας υπό δοκιμασία τα θεμέλια της δημοκρατίας και της ελευθερίας στην παγκόσμια σκακιέρα.

Σενάριο 2: Η «πέμπτη φάλαγγα» και ο υβριδικός πόλεμος της ψυχολογίας

senario-2.jpg

Το δεύτερο σενάριο δεν αφορά μια κλασική στρατιωτική σύγκρουση, αλλά μια βαθιά εσωτερική αποσταθεροποίηση των δυτικών κοινωνιών μέσω μορφών υβριδικού πολέμου πέμπτης γενιάς. Όπως τονίζει ο καθηγητής Τσετσός, οι σημερινές συγκρούσεις δεν μοιάζουν με αυτά που βλέπουμε στην Ουκρανία ή με τις επιθέσεις φθοράς της τέταρτης γενιάς πολέμου. Τώρα, η σύγκρουση διεξάγεται κυρίως μέσω κυβερνοεπιθέσεων, παραπληροφόρησης, κατασκοπείας, υβριδικών απειλών και συνδυασμού ψυχολογικών και φυσικών παρεμβάσεων.

Ένας από τους πιο κρίσιμους πυλώνες αυτής της στρατηγικής είναι η ψυχολογική επίδραση. Οι δυνάμεις που επιδιώκουν να υπονομεύσουν τη Δύση στοχεύουν στη διαμόρφωση αντιλήψεων και συνειδήσεων, καθιστώντας τους πολίτες και τη νεολαία πιο δεκτικούς σε αφηγήματα που δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Όπως εξηγεί ο καθηγητής, «αύριο μπορεί να βρεθούμε όλοι υπέρ της Κίνας αν εκτελεστεί σωστά η ψυχολογική επίθεση». Παραδείγματα τέτοιας χειραγώγησης παρατηρούνται ήδη σε φαινόμενα όπως η υποστήριξη τμημάτων της δυτικής νεολαίας σε κινήματα και κράτη που αγνοούν τη βία και τα εγκλήματα, λόγω επιλεκτικής αντίληψης και ψυχολογικών πιέσεων.

Κρίσιμο ρόλο παίζει και το μεταναστευτικό ζήτημα, που σύμφωνα με τον καθηγητή λειτουργεί ως υβριδική απειλή, την οποία η Ευρώπη δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει λόγω των εντεινόμενων ψυχολογικών πιέσεων και των κοινωνικών αντιδράσεων. Η συνέπεια αυτού του συνδυασμού είναι ότι οι δυτικές κοινωνίες ενδέχεται να καταρρεύσουν από μέσα, μέσω οικονομικής κρίσης και εσωτερικής αποσταθεροποίησης, οδηγούμενες εθελοντικά στην «οχλοκρατία», που με τη σειρά της ανοίγει τον δρόμο στους τυράννους.

Ο καθηγητής τονίζει ότι η μόνη αποτελεσματική προστασία θα ήταν η μακροχρόνια επένδυση στην πολιτική παιδεία και στην καλλιέργεια της συνείδησης των πολιτών, με περίπου 10% του ΑΕΠ κάθε κράτους να κατευθύνεται σε τέτοιες δράσεις. Ωστόσο, σημειώνει, αυτό δεν γίνεται, καθώς οι σημερινές κοινωνίες εστιάζουν στις άμεσες ανάγκες και η επίτευξη αποτελεσμάτων απαιτεί δεκαετίες.

Αυτό που καθιστά το σενάριο τόσο επικίνδυνο είναι ότι ο τρόπος ζωής και η νοοτροπία μας αποτελούν το νέο πεδίο μάχης. Ο αντίπαλος στοχεύει ακριβώς εκεί όπου η Δύση είναι πιο τρωτή: στις αντιλήψεις, στις προσδοκίες και στις αξίες των κοινωνιών. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή αποδυνάμωση της δυτικής συνοχής, ενώ οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται σε πολιτικές και οικονομικές διαστάσεις, αλλά αφορούν βαθιά τις κοινωνικές και πνευματικές δομές της Δύσης.

Παράλληλα, ο καθηγητής επισημαίνει το παράδοξο ότι ακόμη και αν οι Ρώσοι ή οι Κινέζοι προσπαθήσουν να προσαρμόσουν τις δικές τους στρατηγικές στα δυτικά πρότυπα, η αποτελεσματικότητα τέτοιων κινήσεων περιορίζεται από τον αυστηρό έλεγχο της πληροφορίας στις χώρες τους, που καθιστά δύσκολη τη διαμόρφωση αντίστοιχων νοοτροπιών.

Οι συνέπειες αυτού του σεναρίου είναι σαφείς: η Δύση ενδέχεται να αποδυναμωθεί από μέσα, όχι μόνο λόγω εξωτερικών πιέσεων, αλλά κυρίως λόγω της δικής της αδυναμίας να επενδύσει στην εκπαίδευση και στην πολιτική καλλιέργεια των πολιτών, με αποτέλεσμα την αύξηση του λαϊκισμού, την κοινωνική πόλωση και τη σταδιακή διάβρωση της δημοκρατικής διακυβέρνησης.

Σενάριο 3: Η διάλυση των δυτικών συμμαχιών και η απειλή για τον τρόπο ζωής της Δύσης

senario-3.jpg

Το τρίτο σενάριο περιγράφει μια βαθιά δομική κρίση για τη Δύση, που δεν αφορά απλώς οικονομικές ή στρατιωτικές προκλήσεις, αλλά τη σταδιακή διάλυση των ίδιων των συμμαχιών που διασφάλιζαν την παγκόσμια επιρροή της. Όπως τονίζει ο καθηγητής Τσετσός, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη δεν λειτουργούν πλέον ως ενιαίο μέτωπο· υπάρχει χασμα στρατηγικής και πολιτικής κατανόησης.

Στην Ευρώπη, οι κοινωνικές μεταβολές είναι ραγδαίες: σε λίγα χρόνια, προβλέπεται ότι περίπου το 30% του πληθυσμού θα αποτελείται από ισλαμικές κοινότητες, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει θεμελιώδεις θεσμούς, ακόμη και το ίδιο το Σύνταγμα, με πιθανές αναφορές σε σαρία. Παράλληλα, η πολιτική στάση ηγετών όπως ο Τραμπ έχει αποδυναμώσει το ΝΑΤΟ, κυρίως επειδή φοβούνται οικονομικά την Ευρώπη, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες συνεχίζουν να εφαρμόζουν φιλελεύθερες αγορές ακολουθώντας τις αμερικανικές οδηγίες.

Ο ΟΗΕ, από την πλευρά του, έχει χάσει σχεδόν κάθε ρόλο αποτελεσματικής διαχείρισης ζητημάτων ασφαλείας. Η βοήθεια και οι μηχανισμοί διαιτησίας, π.χ. στις εμπορικές σχέσεις, εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά χρησιμοποιούνται με αδιαφανή τρόπο, δημιουργώντας αίσθηση ανασφάλειας.

Σε αυτό το νέο πλαίσιο, Ρώσοι και Κινέζοι δεν επιδιώκουν στρατιωτική νίκη – άλλωστε δεν μπορούν. Αντίθετα, εφαρμόζουν τη στρατηγική του «διαίρει και βασίλευε», επιτιθέμενοι στις δυτικές κοινωνίες μέσω της αποδυνάμωσης της εσωτερικής συνοχής, ιδιαίτερα μέσα από μεταναστευτικά και πολιτισμικά ζητήματα.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Τσετσό, για πρώτη φορά στην ιστορία η ηγεμονία της Δύσης απειλείται από έναν άλλο πολιτισμό, που δεν βασίζεται σε ελληνορωμαϊκές ή εβραιοχριστιανικές βάσεις. Ο δυτικός κόσμος έχει πλέον περίπου 3–10 χρόνια να «στρίψει το τιμόνι» και να ανακτήσει τον έλεγχο· διαφορετικά, ο τρόπος ζωής μας θα αμφισβητηθεί βαθιά, και η Δύση θα ζήσει την εμπειρία του να μην είναι πλέον ο πρώτος παγκόσμιος ηγεμόνας.

Η προοπτική είναι δυσοίωνη: ανελευθερία, περιορισμένη ελευθερία και η ψευδαίσθηση ότι ζούμε σε δημοκρατικό σύστημα – μια σύγχρονη «σπηλιά του Πλάτωνα». Η επίγνωση της πραγματικής κατάστασης είναι κρίσιμη: όποιος δεν κατανοεί τη θέση της Δύσης στην παγκόσμια σκακιέρα δεν θα προσπαθήσει ποτέ να ανακτήσει τη δυναμική της.

Για να αποφευχθεί αυτό, ο καθηγητής προτείνει σαφείς στρατηγικές:

  • Δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού και ισχυρότερης συλλογικής άμυνας.
  • Σύσταση Ηνωμένων Εθνών Ευρώπης ή Βόρειας Αμερικής για να ενισχυθεί η ρυθμιστική και στρατηγική ικανότητα.
  • Μετατροπή του ΝΑΤΟ σε δημοκρατική συμμαχία, πιθανόν χωρίς την Τουρκία, ώστε να ενισχυθεί η συνοχή και η αποτελεσματικότητα.
  • Στρατηγικές συμμαχίες με δημοκρατικά κράτη όπως η Ινδία και η Βραζιλία, που μπορούν να παραμείνουν σύμμαχοι της Δύσης.
  • Αλλαγή νοοτροπίας: η κοινωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εταιρεία με μοναδικό στόχο την οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, πρέπει να επικεντρωθούμε στην εκπαίδευση και ιδιαίτερα στην πολιτική παιδεία των πολιτών, ώστε να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της κοινωνίας απέναντι σε εξωτερικές και εσωτερικές επιρροές.

Ο καθηγητής Τσετσός καταλήγει ότι χωρίς άμεση αναστροφή της στρατηγικής και επένδυση σε θεσμούς, παιδεία και συμμαχίες, οι δυσκολίες για τη Δύση θα ενταθούν, ενώ η ηγεμονία της στον κόσμο θα υποχωρήσει μόνιμα. Το χρονικό περιθώριο για αλλαγή είναι περιορισμένο, και οι αποφάσεις που θα ληφθούν τώρα θα καθορίσουν αν η Δύση θα παραμείνει παγκόσμιος ηγεμόνας ή θα μετατραπεί σε παίκτη αντιδραστικό στις εξελίξεις άλλων πολιτισμών.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης