Doomscrolling, το ψηφιακό «ναρκωτικό» για μια τραυματισμένη γενιά – SOS από τους ειδικούς

Τι είπε η Ειρήνη Αγαπηδάκη για τον κίνδυνο μιας "χαμένης γενιάς" και τι δείχνει η πρώτη μεγάλη έρευνα της Marc για τον ψηφιακό εθισμό σε παιδιά, νέους και γονείς
Doomscrolling, το ψηφιακό «ναρκωτικό» για μια τραυματισμένη γενιά – SOS από τους ειδικούς

Στην εκδήλωση παρουσίασης των αποτελεσμάτων της Εθνικής Δράσης για την Προαγωγή της Υγείας Παιδιού και Οικογένειας, που συνδιοργάνωσαν το Υπουργείο Υγείας και η UNICEF, η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη έβαλε στο τραπέζι τη σκοτεινή πλευρά της ψηφιακής εποχής: τον εθισμό των παιδιών και των εφήβων στο doomscrolling.

Μπροστά σε επαγγελματίες υγείας, επιστήμονες, εκπροσώπους φορέων και νέους, η παρέμβασή της λειτούργησε σαν προειδοποίηση για μια γενιά που μεγαλώνει με το δάχτυλο κολλημένο στην οθόνη και τον εγκέφαλο σε μόνιμη πολιορκία από αρνητικά ερεθίσματα.

img3507.jpg

Η Αγαπηδάκη περιέγραψε το doomscrolling ως «ψηφιακό ναρκωτικό» που πατά πάνω στην ευαλωτότητα μιας γενιάς ήδη φορτωμένης με κρίση, ματαίωση και πανδημία. Τα παιδιά και οι έφηβοι που κλείστηκαν στα σπίτια για να προστατευθούν από τον Covid, στερήθηκαν το άγγιγμα, την αγκαλιά, την οπτική επαφή – κι εκεί ακριβώς ήρθαν οι πλατφόρμες να καλύψουν το κενό με μια ατελείωτη ροή περιεχομένου. Μόνο που αυτό το περιεχόμενο είναι, στη συντριπτική του πλειονότητα, σκοτεινό, αγχωτικό, φορτωμένο με φόβο και δυσφορία.

«Είναι σαν ναρκωτικό. Πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι ο μηχανισμός του doomscrolling βασίζεται στον ίδιο βιολογικό δρόμο με τις εθιστικές ουσίες: επαναλαμβανόμενη διέγερση, αναζήτηση όλο και πιο έντονων ερεθισμάτων, αδυναμία αποσύνδεσης. Δεν αφορά μόνο τα παιδιά – «κι εμείς οι ενήλικες δυσκολευόμαστε», παραδέχθηκε – αλλά στα παιδιά η ζημιά είναι βαθύτερη, γιατί ο εγκέφαλος βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης.

Η ίδια μίλησε για «τρομακτικά» πρώτα ευρήματα από έρευνα τα οποία –όπως είπε– πρέπει να σημάνουν συναγερμό για τη χώρα. Παράλληλα, παρουσίασε μια νέα ενημερωτική καμπάνια που επιχειρεί να δείξει με εικόνες τον εγκλωβισμό του χρήστη: ένας άνθρωπος κλεισμένος σε ένα γυάλινο δωμάτιο, ικανός μόνο να σκρολάρει, ανίκανος να αγγίξει πραγματικά τους άλλους.

img3508.jpg

Τι κάνει το doomscrolling στον παιδικό εγκέφαλο

Το χειρότερο από όλα είναι οι συνέπειες στα παιδιά. Ο παιδικός εγκέφαλος, εξήγησε, «εκπαιδεύεται» σιγά-σιγά να διεγείρεται από τις αρνητικές ειδήσεις. Τα κυκλώματα που σχετίζονται με το συναίσθημα –η αμυγδαλή και το πιο «πρωτόγονο» σύστημα– αναλαμβάνουν τον έλεγχο, καθώς βομβαρδίζονται από θυμό, θλίψη, φόβο, άγχος, στρες. Την ίδια στιγμή, ο προμετωπιαίος φλοιός, που είναι υπεύθυνος για τη σκέψη, τον έλεγχο, την αυτορρύθμιση, «αποδιοργανώνεται».

Το αποτέλεσμα είναι παιδιά που ζουν στο ίδιο τους το νευρικό σύστημα μια συναισθηματική υπερφόρτωση – και μάλιστα κυρίως με αρνητικά συναισθήματα – ενώ βιολογικά έχουν λιγότερη ικανότητα να το ελέγξουν και να το σκεφτούν. Ένα παιδί που σήμερα, σε ηλικία 2 ετών, ηρεμεί μόνο με μια οθόνη και μαθαίνει να σκρολάρει, σε λίγα χρόνια, προειδοποίησε, κινδυνεύει να βρεθεί με δύο κρίσιμα ελλείμματα: χωρίς γερά εργαλεία σκέψης και επίλυσης προβλημάτων και με φτωχή δυνατότητα ρύθμισης συναισθημάτων.

Σε αυτό το τοπίο έρχεται να προστεθεί και η τεχνητή νοημοσύνη. Όταν ένα παιδί μαθαίνει ότι η απάντηση «βρίσκεται» απλώς ρωτώντας ένα εργαλείο AI, χωρίς να χρειάζεται να παλέψει με την πληροφορία, να αμφισβητήσει, να κρίνει, χτίζεται ένας αυριανός ενήλικος που δυσκολεύεται να ξεχωρίσει το αληθές από το ψευδές, το τεκμηριωμένο από τον θόρυβο.

Η Αγαπηδάκη δεν έμεινε μόνο στο κλινικό σκέλος. Σύνδεσε ευθέως τον ψηφιακό εθισμό με τη λειτουργία της δημοκρατίας. Αν η επόμενη γενιά πολιτών μεγαλώνει χωρίς δεξιότητες κριτικής σκέψης, χωρίς ικανότητα να ελέγχει εάν κάτι είναι σωστό ή λάθος, αν ισχύει ή όχι, τότε –όπως είπε– το πρόβλημα δεν είναι μόνο ψυχιατρικό. Είναι βαθιά πολιτικό.

«Δεν μπορούμε να στερήσουμε από μία γενιά την ευκαιρία στη σκέψη», τόνισε, υπογραμμίζοντας την αντίφαση: η Ελλάδα, χώρα που γέννησε τη φιλοσοφία και τη δημοκρατία, κινδυνεύει να παραδώσει τα παιδιά της σε πλατφόρμες που πρακτικά «ξεμάθουν» τη σκέψη. Έτσι, το doomscrolling παύει να είναι απλώς ένα ακόμη θέμα «ψυχικής υγείας» και αναδεικνύεται σε παράγοντα που μπορεί να υπονομεύσει την ίδια την ποιότητα της δημόσιας σφαίρας.

Ταυτόχρονα, η υπουργός αναγνώρισε ότι ούτε το σχολείο ούτε το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι φτιαγμένα για αυτή την πραγματικότητα. «Σχεδιάστηκαν τον προηγούμενο αιώνα», είπε, και δεν έχουν ενσωματώσει τις τεράστιες αλλαγές που έχει φέρει το ψηφιακό περιβάλλον. Γι’ αυτό και κάλεσε για γενναίες αλλαγές: ένα σχολείο που θα αγκαλιάζει πρακτικές και μεθόδους που προάγουν την ψυχική υγεία και την ανθεκτικότητα, αντί να αφήνει τα παιδιά ανυπεράσπιστα απέναντι στον συνεχή θόρυβο της οθόνης.

img3506.jpg

Τι μπορούν (και τι πρέπει) να κάνουν οι γονείς

Στο κομμάτι που αφορούσε την πράξη, η Αγαπηδάκη ήταν ρεαλιστική: «Δεν υπάρχει μία συνταγή, μια πανάκεια για όλους». Ο τρόπος αντιμετώπισης εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, από το εάν ήδη υπάρχουν προβλήματα ψυχικής υγείας, από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Η «απεξάρτηση» από αυτό το ψηφιακό ναρκωτικό περνά μέσα από ένα μωσαϊκό παρεμβάσεων: ψυχοθεραπεία όταν χρειάζεται, υποστήριξη του γονεϊκού περιβάλλοντος, στοχευμένη ενημέρωση για το τι συμβαίνει στον εγκέφαλο του παιδιού, αλλά και νέες εκπαιδευτικές δομές μέσα στα σχολεία.

Το βασικό της μήνυμα προς τους γονείς ήταν να μην αγνοούν τα καμπανάκια: όταν η θλίψη και το άγχος επιμένουν, όταν το στρες φαίνεται να ξεφεύγει, όταν υπάρχουν διαταραχές ύπνου ή αλλαγές στη διατροφή και στη διαδικασία σίτισης – ιδιαίτερα σε έφηβες που επηρεάζονται από τα πρότυπα σώματος και εικόνας – ο δρόμος δεν είναι η επίπληξη, αλλά η αναζήτηση βοήθειας από ειδικούς. Δεν πρόκειται για «κακό χαρακτήρα» ή «καπρίτσιο», αλλά για άμεσες και έμμεσες επιδράσεις του ψηφιακού περιβάλλοντος στο νευρικό σύστημα του παιδιού.

Την ίδια στιγμή, η ίδια επέμεινε ότι ο στόχος δεν είναι ο «τέλειος» γονιός, αλλά ο παρών γονιός. Αυτός που αντέχει να ακούσει μια δύσκολη αλήθεια –όταν, για παράδειγμα, το παιδί αυτοτραυματίζεται– και δεν την σπρώχνει κάτω από το χαλί. Στο πλαίσιο της Εθνικής Δράσης, ήδη ένας σημαντικός αριθμός γονιών έχει απευθυνθεί στο Πρότυπο Κέντρο για την Ψυχική Υγεία των Νέων για βοήθεια, κίνηση που η υπουργός χαρακτήρισε γενναία και απολύτως αναγκαία.

Η ομιλία εντάχθηκε σε μια ευρύτερη παρουσίαση προγραμμάτων που αναπτύσσονται υπό την «ομπρέλα» της Εθνικής Δράσης: από το πρόγραμμα θετικής γονεϊκότητας Triple P, με εκατοντάδες επαγγελματίες υγείας ήδη εκπαιδευμένους σε όλη τη χώρα, μέχρι τις βιωματικές παρεμβάσεις για την έμμηνο ρύση στα σχολεία και τις συνεργασίες με μουσικά σχολεία και καλλιτέχνες, αξιοποιώντας τη μουσική ως προστατευτικό παράγοντα απέναντι στη βία, την κατάθλιψη και το στρες. Όλα αυτά, όπως υπογράμμισε, δεν είναι άσχετα με το doomscrolling: χτίζουν γύρω από το παιδί ένα πλέγμα υποστήριξης, που μπορεί να του δώσει πραγματικές άμυνες σε έναν κόσμο μόνιμης υπερδιέγερσης.

«Δεν είναι θέμα πειθαρχίας, είναι θέμα υγείας» – Η δήλωση της Ειρήνης Αγαπηδάκη στο Newsbomb.gr

img3574.jpg

Η Ειρήνη Αγαπηδάκη σε δηλώσεις της στο Newsbomb

Μιλώντας αποκλειστικά στο Newsbomb, η Ειρήνη Αγαπηδάκη άφησε στην άκρη τους τίτλους και απευθύνθηκε ευθέως στους γονείς, εξηγώντας με απλά λόγια τι ακριβώς συμβαίνει στον εγκέφαλο ενός παιδιού που βυθίζεται για ώρες στο doomscrolling. Όπως είπε, τα κυκλώματα του εγκεφάλου που «ανάβουν» τα έντονα συναισθήματα –θυμός, θλίψη, φόβος– υπερφορτώνονται, ενώ η περιοχή που είναι υπεύθυνη για τη σκέψη, τον έλεγχο και την αυτορρύθμιση χάνει τον συντονισμό της.

«Έχουμε νέους ανθρώπους, παιδιά, που βιώνουν στο νευρικό τους σύστημα μία υπερφόρτωση συναισθηματική, ειδικά σε αρνητικά συναισθήματα, και την ίδια ώρα έχουν λιγότερη ικανότητα βιολογικά να το ελέγξουν όλο αυτό και να το σκεφτούν», ανέφερε χαρακτηριστικά. Και ξεκαθάρισε ότι δεν μιλάμε για κάτι που έχει ξαναζήσει άλλη γενιά: για πρώτη φορά τα παιδιά εκτίθενται σε τόσο συνεχή, τόσο διαβρωτικά ερεθίσματα μέσω της οθόνης, κάτι που –όπως είπε– δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό «ναρκωτικό».

Στην ερώτηση πώς μπορεί ένα παιδί να απεξαρτηθεί, η απάντησή της ήταν απολύτως προσγειωμένη: «Αυτός ο τρόπος ανεξαρτησίας περιλαμβάνει πολλά πράγματα: και ψυχοθεραπεία και υποστήριξη του περιβάλλοντος, του γονικού». Δεν υπάρχει μία μαγική λύση για όλους, επέμεινε. Η προσέγγιση εξαρτάται από την ηλικία, από το αν υπάρχουν ήδη προβλήματα ψυχικής υγείας, από το τι δείχνει η καθημερινότητα του παιδιού.

Το κεντρικό της μήνυμα, όμως, ήταν ένα: να μην υποτιμούνται τα σημάδια. Επιμένουσα θλίψη, άγχος, στρες, διαταραχές ύπνου, αλλαγές στο φαγητό ή δυσκολίες στην ίδια τη διαδικασία σίτισης –ιδίως σε κορίτσια που επηρεάζονται από πρότυπα σώματος– είναι λόγοι για να αναζητηθεί άμεσα βοήθεια από ειδικούς. «Αυτό είναι το βασικό μήνυμα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται για «ιδιοτροπίες», αλλά για άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις ενός περιβάλλοντος που κατακλύζει τα παιδιά με εικόνες και απαιτήσεις.

Παράλληλα, στάθηκε και στον ρόλο του κράτους: μίλησε για μια «ομπρέλα παρεμβάσεων» που στηρίζει τους γονείς, ανοίγει επίσημα τη συζήτηση για το doomscrolling και δημιουργεί για πρώτη φορά το πλαίσιο μιας οργανωμένης εκπαίδευσης γύρω από αυτό το φαινόμενο. «Θέλουμε οι γονείς να καταλάβουν την επίδραση στο νευρικό σύστημα και την ψυχική υγεία για να τα χρησιμοποιήσουν αυτά τα εργαλεία και να μην νιώθουν ότι είναι κάτι για να πειθαρχήσουν τα παιδιά», κατέληξε.

Σοκαριστικά στοιχεία από έρευνα της MARC

Στην εκδήλωση της Εθνικής Δράσης για την Προαγωγή της Υγείας Παιδιού και Οικογένειας, μετά την πολιτική τοποθέτηση της Ειρήνης Αγαπηδάκη για το doomscrolling, ο Θωμάς Γεράκης από τη MARC παρουσίασε για πρώτη φορά τόσο εκτενή, αντιπροσωπευτικά στοιχεία για το φαινόμενο στην Ελλάδα, με δεδομένα από πρόσφατη έρευνα. Η εικόνα που προέκυψε είναι σαφής: το doomscrolling είναι ήδη καθημερινή πρακτική για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, με τους νέους και τα παιδιά να βρίσκονται στην αιχμή της έκθεσης.

img3568.jpg

Από το μεγάλο δείγμα 17–70 ετών, τα social media εμφανίζονται πλέον ως η κύρια πηγή ενημέρωσης για τον γενικό πληθυσμό, ενώ στις ηλικίες 17–24 περίπου 8 στους 10 ενημερώνονται αποκλειστικά από αυτά.

Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη επαφή με την «πραγματικότητα» για έναν νέο άνθρωπο δεν είναι ένα δελτίο ειδήσεων ή ένα ρεπορτάζ, αλλά η ατελείωτη ροή της πλατφόρμας – με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποσότητα και τη φύση του αρνητικού περιεχομένου στο οποίο εκτίθεται.

img3544.jpg

«Όλοι το κάνουμε» – το 40% πολύ τακτικά, το 20% με εθιστική συμπεριφορά

Παρότι ο όρος «doomscrolling» παραμένει άγνωστος στους περισσότερους, όταν δόθηκε ο ορισμός (συνεχόμενο σκρόλ σε αρνητικές ειδήσεις και δυσάρεστο περιεχόμενο), σχεδόν όλοι αναγνώρισαν τη συμπεριφορά στον εαυτό τους. Μόλις ένα μικρό ποσοστό δήλωσε «ποτέ», ενώ περίπου 1 στους 4 παραδέχθηκε ότι το κάνει «πολύ» ή «αρκετά συχνά». Αν συνυπολογιστεί και το «μερικές φορές», το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: το doomscrolling έχει γίνει σχεδόν καθολική πρακτική.

Ο Γεράκης στάθηκε σε δύο κρίσιμα μεγέθη: περίπου 40% του πληθυσμού έχει το doomscrolling «μέσα στην καθημερινότητά του, πολύ τακτικά», ενώ ένα 20% εμφανίζει καθαρά εθιστική, προβληματική συμπεριφορά, την οποία μάλιστα οι ίδιοι οι χρήστες παραδέχονται. Δεν πρόκειται απλώς για βαριεστημένο χάζεμα στην οθόνη. Είναι άνθρωποι που δηλώνουν ότι νιώθουν «εθισμένοι» στις αρνητικές ειδήσεις και στο αρνητικό πληροφοριακό περιεχόμενο – και αντί αυτό να τους απομακρύνει από την οθόνη, τους κολλάει ακόμη περισσότερο.

Πόσο κρατάει ένα «τυπικό» επεισόδιο doomscrolling

Στο ερώτημα για τη διάρκεια ενός συνεχόμενου scrolling, η εικόνα είναι επίσης ανησυχητική. Μόνο περίπου 1 στους 3 απάντησε «έως 15 λεπτά» – δηλαδή στο όριο των διεθνών συστάσεων. Τα υπόλοιπα ποσοστά μοιράζονται σε 16–30 λεπτά, 30–60 λεπτά και πάνω από 90 λεπτά, με ένα όχι αμελητέο 10% να παραδέχεται επεισόδια πάνω από μιάμιση ώρα.

Στους νέους, η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω: σχεδόν οι μισοί λένε ότι όταν ξεκινήσουν, σκρολάρουν πάνω από 30 λεπτά συνεχόμενα. Κι αυτό δεν είναι το συνολικό ημερήσιο άθροισμα, είναι η διάρκεια ενός μόνο «γύρου». Αν προσθέσει κανείς πολλαπλά επεισόδια την ημέρα, ο χρόνος που χάνεται μέσα στην οθόνη γίνεται ολόκληρο δεύτερο ωράριο – σε βάρος του ύπνου, του διαβάσματος, της δουλειάς, των κοινωνικών επαφών.

Ποιο περιεχόμενο μας κρατάει παγιδευμένους – και με τι κόστος

Στις ερωτήσεις για το τι είναι αυτό που τους κρατάει κολλημένους, οι απαντήσεις επιβεβαιώνουν το πιο σκοτεινό πρόσωπο του doomscrolling: εγκλήματα και βία, πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, θέματα υγείας και πανδημιών, πολιτικές εξελίξεις, οικονομική ανασφάλεια, κοινωνικές αδικίες, καθώς και έντονα φορτισμένες προσωπικές ιστορίες. Ελάχιστοι δηλώνουν ότι δεν μπαίνουν ποτέ σε αυτό τον φαύλο κύκλο.

Το συναισθηματικό «τιμολόγιο» είναι βαριά χρεωμένο: οι περισσότεροι αναφέρουν ότι μετά από παρατεταμένο scrolling σε αρνητικό περιεχόμενο νιώθουν λυπημένοι, αγχωμένοι, θυμωμένοι, κουρασμένοι. Η αίσθηση «είμαι ενημερωμένος» έρχεται πολύ χαμηλότερα, ενώ μόνο μια μικρή μειονότητα λέει ότι δεν βλέπει διαφορά στη διάθεσή της. Παράλληλα, μεγάλα ποσοστά δηλώνουν ότι επηρεάζονται ο ύπνος, η συγκέντρωση, η παραγωγικότητα και η γενικότερη ψυχική αντοχή.

«Δεν είναι ατομικό ελάττωμα, είναι κοινωνική παγίδα» – Η αποκλειστική δήλωση του Θωμά Γεράκη στο Newsbomb.gr

img3577.jpg

Ο Θωμάς Γεράκης συζήτησε τα πορίσματα της έρευνας με το Newsbomb

Σε δηλώσεις του στο Newsbomb.gr, ο Θωμάς Γεράκης προσπάθησε να αποδομήσει δύο βασικούς μύθους γύρω από το φαινόμενο. Ο πρώτος είναι ότι το doomscrolling αφορά μόνο παιδιά και εφήβους. «Ο όρος μπορεί να είναι καινούριος, αλλά η πρακτική είναι ήδη παντού – αφορά όλες τις ηλικίες», τόνισε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα παιδιά, οι έφηβοι και ειδικά τα κορίτσια είναι πιο ευάλωτοι γιατί εκτίθενται περισσότερο στο διαδίκτυο και σε αρνητικό περιεχόμενο.

Ο δεύτερος μύθος είναι ότι το doomscrolling είναι ένα ατομικό ελάττωμα, κάτι σαν «κακή προσωπική συνήθεια» που λύνεται με θέληση. «Δεν είναι έτσι», σημείωσε. «Βλέπουμε με σαφήνεια ότι υπάρχει ένα 40% που έχει αυτή τη συμπεριφορά πολύ τακτικά και ένα 20% με ξεκάθαρα εθιστικά χαρακτηριστικά – και το παραδέχονται οι ίδιοι. Δηλώνουν ότι είναι εθισμένοι στις αρνητικές ειδήσεις. Αντί το αρνητικό περιεχόμενο να τους απομακρύνει από την οθόνη, τους κάνει να κολλάνε περισσότερο. Αυτή είναι η λογική του εθισμού».

Σε ερώτηση για το αν αυτοί οι άνθρωποι έχουν διάθεση να αλλάξουν, ο Γεράκης απάντησε ότι η πρόθεση υπάρχει, αλλά δεν αρκεί: «Γίνονται προσπάθειες, ναι. Όμως από μόνοι τους, ο καθένας ξεχωριστά, δύσκολα τα καταφέρνουν. Δεν είναι ένα απλό, ατομικό πρόβλημα. Είναι συνολικά κοινωνικό. Χρειάζεται περισσότερη ενημέρωση, χρειάζεται βοήθεια». Και εκεί έδειξε δύο κατευθύνσεις: προς την πολιτεία και προς τις ίδιες τις πλατφόρμες.

«Η πολιτεία πρέπει να δώσει εργαλεία, στήριξη, πλαίσιο. Και οι πλατφόρμες οφείλουν να αναλάβουν μερίδιο ευθύνης, γιατί είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να προκαλούν ακριβώς αυτό το ατελείωτο scrolling», είπε. Σχολιάζοντας τις προτάσεις που τέθηκαν (αλλαγές στους αλγορίθμους, περιορισμοί στις λειτουργίες ατελείωτης κύλισης, ειδοποιήσεις μετά από παρατεταμένη χρήση), παραδέχθηκε ότι δεν είναι βέβαιο πόσο εύκολα μπορούν ή θέλουν να τις υιοθετήσουν οι εταιρείες, αλλά ήταν κατηγορηματικός ως προς την ανάγκη: «Είναι αναγκαίο. Σήμερα οι άνθρωποι παγιδεύονται. Χάνουν την αίσθηση του χρόνου, κοιμούνται λιγότερο, ζουν με μεγαλύτερο άγχος για το μέλλον. Οι επιπτώσεις είναι και ψυχολογικές και σωματικές».

Τέλος, χαρακτήρισε το doomscrolling «πρωτοφανή πρόκληση» για τις σύγχρονες κοινωνίες. «Μιλάμε για έναν όρο που μπήκε στη βιβλιογραφία περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 2010 και εκτοξεύτηκε μετά το 2020, με τον κορονοϊό. Το κρίσιμο για μένα είναι να μάθει ο καθένας να συνδέει τον ορισμό με την καθημερινότητά του – να καταλάβει ότι αυτό που κάνει έχει όνομα, έχει συνέπειες και δεν είναι απλώς "χαζεύω λίγο στο κινητό"», υπογράμμισε. «Χωρίς αυτή την επίγνωση, είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε σοβαρά για αλλαγή».

Δείτε αναλυτικά τα πορίσματα της έρευνας:

Σχόλια

Διαβάστε επίσης