Δραγασάκης: Κρίσιμο σημείο για την ανάκαμψη της οικονομίας η χρηματοδότηση

Δραγασάκης: Κρίσιμο σημείο για την ανάκαμψη της οικονομίας η χρηματοδότηση

«Η οικονομία έπειτα από μια πρωτοφανή παρατεταμένη και βαθιά ύφεση έχει εισέλθει σε μια φάση ανάκαμψης, η οποία αναμένεται να επιταχυνθεί τα επόμενα έτη», τόνισε ο Γιάννης Δραγασάκης σε ημερίδα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, για να προσθέσει: «Με την τρίτη αξιολόγηση μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τον τερματισμό των μνημονίων και του ειδικού καθεστώτος επιτροπείας».

Στην ημερίδα με θέμα: «MiFID II - MiFIR: Αναγκαίες προσαρμογές στο νέο περιβάλλον», ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης υπογράμμισε ότι πέρα από την έγκαιρη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, «προτεραιότητα τώρα είναι ο σχεδιασμός της μεταμνημονιακής Ελλάδας» και στόχος της κυβέρνησης: «να αφήσουμε πίσω μας όχι μόνο την κρίση, αλλά και το οικονομικό μοντέλο, το πολιτικό σύστημα και τις λογικές που μας οδήγησαν σε αυτήν».

Τόνισε ότι σε αυτήν τη φάση, της ανάκαμψης αλλά και μετάβασης στο νέο υπόδειγμα ανάπτυξης, η ανάγκη πρόσβασης σε κεφάλαια και σε νέα χρηματοδοτικά προϊόντα είναι περισσότερο επιτακτική: «Πρώτον, για να επιταχυνθεί ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας και δεύτερον, για να στηριχθεί ο αναγκαίος μετασχηματισμός της τεχνολογικής βάσης, των παραγωγικών δομών και των θεσμών της οικονομίας και της κοινωνίας».

Επισήμανε ότι για τον σκοπό αυτόν, η κυβέρνηση σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σχεδίασε και υλοποιεί ένα σχέδιο, το οποίο αποσκοπεί στη δημιουργία ενός ευρύτατου φάσματος ειδικών χρηματοδοτικών εργαλείων, με στόχο αφενός τη μόχλευση πολλαπλάσιων ιδιωτικών πόρων και αφετέρου τη διάθεση των πόρων αυτών για τη στοχευμένη χρηματοδότηση, κατά προτεραιότητα, επενδύσεων και επιχειρήσεων που συμβάλλουν στην καινοτομία, την εξωστρέφεια, την απασχόληση, τη διακλαδική συνεργασία και τον αναγκαίο μετασχηματισμό της οικονομίας για μακροχρόνια βιωσιμότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο κ. Δραγασάκης ανέφερε ότι το πρώτο εξάμηνο του 2017 υλοποιήθηκε με επιτυχία η συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων για διοχέτευση πόρων από το ΕΣΠΑ άνω των 320 εκατ. ευρώ, που, μέσω της απαιτούμενης συμμετοχής των διαχειριστών και της επιδιωκόμενης μόχλευσης, εκτιμάται πως στην αγορά θα εισέλθουν περισσότερα από 600 εκατ. ευρώ. Πόροι που θα έχουν τη μορφή συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια, ενισχύοντας σημαντικά την κεφαλαιακή βάση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. «Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η στόχευσή τους, καθώς θα απευθύνονται σε καινοτόμες επιχειρήσεις με αυξημένες δυνατότητες ανάπτυξης» είπε.

Συγχρόνως η κυβέρνηση έχει δρομολογήσει τη δημιουργία Ταμείου Υποδομών, μέσω της αξιοποίησης πόρων του ΕΣΠΑ, που θα δώσει τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδυτικών έργων. Ειδικότερα, οι πόροι του θα ξεπεράσουν τα 450 εκατ. ευρώ και μέσω της συμμετοχής ευρωπαϊκών οργανισμών (όπως π.χ. της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) και της επιδιωκόμενης μόχλευσης, εκτιμάται πως στην αγορά θα διοχετεύουν πόροι με τη μορφή επιστρεπτέας χρηματοδότησης άνω των 1 δισ. ευρώ.

Πέραν αυτών, συνέχισε, το ΕΤΕΑΝ έχει πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στη χρηματοδότηση των ΜμΕ, αξιοποιώντας αποτελεσματικά πόρους από το ΕΣΠΑ. Μέσω των ταμείων Εγγυοδοσίας, Επιχειρηματικότητας, Συμμετοχών υπολογίζεται πως κεφάλαια άνω των 1,5 δισ. ευρώ θα ενισχύσουν τις δράσεις των ΜμΕ, πρόσθεσε.

Επιπλέον, ανέφερε ότι έχει συσταθεί ειδικό ταμείο για τη χρηματοδότηση της έρευνας και νεοφυών επιχειρήσεων, που θα αποσκοπούν στην αξιοποίηση αποτελεσμάτων της έρευνας και, τέλος, ότι έχει ήδη πραγματοποιηθεί η ενεργοποίηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων στη χρηματοδότηση μικρών έργων υποδομής, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας, ενώ προχωρά χωρίς καθυστερήσεις η ίδρυση της Αναπτυξιακής Τράπεζας.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σημείωσε ότι «η δημιουργία της Αναπτυξιακής Τράπεζας θα διευρύνει τις δυνατότητες αναπτυξιακής χρηματοδότησης». Τόνισε ότι πέρα από τον συντονισμό και τη βαθμιαία την ενσωμάτωση σ' ένα ενιαίο σχέδιο ποικίλων θεσμών, ταμείων και προγραμμάτων, η Αναπτυξιακή Τράπεζα θα μπορούσε να αποτελέσει το βασικό όχημα για τη συνεργασία με διεθνείς χρηματοδοτικούς θεσμούς, καθώς και για την αναπτυξιακή αξιοποίηση μέρους των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που διακρατούν οι Κεντρικές Τράπεζες ευρωπαϊκών χωρών.

Πρόσθεσε πως ένας άλλος πυλώνας αναπτυξιακής χρηματοδότησης είναι η αναβάθμιση της κεφαλαιαγοράς, η περαιτέρω ανάπτυξη του θεσμού των εταιρικών ομολόγων, καθώς και η διερεύνηση των δυνατοτήτων για την εισαγωγή ομόλογων έργων (Project Bonds) για τη χρηματοδότηση υποδομών. «Ειδικά για τα εταιρικά ομόλογα, μετά τις επιτυχείς εκδόσεις από μεγάλες κυρίως επιχειρήσεις, η κυβέρνηση σε συνεργασία με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και διεθνείς χρηματοδοτικούς θεσμούς διερευνά τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις ώστε το μέσο αυτό να γίνει προσιτό και στις μεσαίες και μικρές επιχειρήσεις».

Κατόπιν αυτών υπογράμμισε ότι «διαμορφώνεται ένα παράλληλο πλέγμα χρηματοδοτικών μέσων και θεσμών που συμπληρώνουν τη τραπεζική χρηματοδότηση και που στην παρούσα μεταβατική φάση αναμένεται να διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο» και πως «στόχος είναι κάθε αξιόπιστο επιχειρηματικό επενδυτικό σχέδιο να βρίσκει πρόσβαση σε χρηματοδότηση».

Αναφορικά με τις τράπεζες, είπε ότι «έπειτα από χρόνια συσσώρευσης μη εξυπηρετούμενων δανείων, έχουν πλέον αρχίσει τη σταδιακή μείωση των "κόκκινων" δανείων με βάση συμφωνημένους στόχους και χρονοδιαγράμματα». Επ' αυτού σημείωσε ότι «η κυβέρνηση, από την πλευρά της με τη νομοθέτηση του εξωδικαστικού διακανονισμού και άλλες ρυθμίσεις διαμόρφωσε τις θεσμικές προϋποθέσεις για την επιτάχυνση της μείωσης των "κόκκινων"δανείων, με ταυτόχρονη μέριμνα για τις ανάγκες των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων». «Ταυτόχρονα» συμπλήρωσε «εδώ και μερικούς μήνες παρατηρείται σταθερή αύξηση των καταθέσεων, μειώνεται η εξάρτηση των τραπεζών από τη χρηματοδότηση της ΕΚΤ, ενώ ενισχύεται παράλληλα η πρόσβαση των τραπεζών στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων», για να παρατηρήσει ότι «οι εξελίξεις αυτές, σε συνδυασμό με την ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, τους επιτρέπει να ανακτήσουν το ρόλο τους ως βασικός πυλώνας για τη χρηματοδότηση της οικονομίας και να τον ασκήσουν χωρίς τα λάθη και τις παθογένειες του παρελθόντος».

Διότι, είπε ο κ. Δραγασάκης, «δεν αρκεί να καλύψουμε το χρηματοδοτικό και επενδυτικό κενό, ούτε πρέπει να γίνει αυτό με τον τρόπο που έγινε στο παρελθόν», γιατί «εκείνο που χαρακτήριζε τα χρόνια πριν από την κρίση, δεν ήταν η έλλειψη, αλλά η ύπαρξη τεράστιων πόρων οι οποίοι, αντί να επενδυθούν για τη δημιουργία μιας βιώσιμης οικονομίας και μιας δίκαιης κοινωνίας, σπαταλήθηκαν με τρόπο κερδοσκοπικό και παρασιτικό από ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα που οδήγησε τη χώρα σε μια οδυνηρή και ταπεινωτική χρεοκοπία». Στο ίδιο πνεύμα, τόνισε ότι «δεν αρκεί να εκθειάζουμε τον ρόλο των αγορών και του ιδιωτικού τομέα, γενικώς, σαν μην υπήρξε ποτέ η κρίση ή σαν να μην υπήρξαν ευθύνες γι αυτήν», αλλά: «Πρέπει να προσδιορίσουμε τις κοινωνικές ευθύνες της επιχειρηματικότητας και τα ρυθμιστικά πλαίσια για την αποτελεσματική λειτουργία των αγορών με όρους δημοσίου συμφέροντος».

Συνοψίζοντας, υπογράμμισε: «Δεν αρκεί, λοιπόν, να μιλάμε για ανάπτυξη. Πρέπει να διασφαλίσουμε τους όρους που θα την καταστήσουν οικονομικά διατηρήσιμη, οικολογικά βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη, ως παράγοντα κοινωνικής συνοχής και βάση ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου».

Ο κ. Δραγασάκης ανέφερε ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η βελτίωση και η αναβάθμιση του τρόπου λειτουργίας των επιχειρήσεων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες αποκτά ουσιώδη βαρύτητα. «Το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, που προβλέπουν και οι υπό συζήτηση οδηγίες, σε συνδυασμό με τις αυξημένες δυνατότητες πρόσβασης σε επενδυτικά κεφάλαια που προωθούνται σήμερα και τις ευρύτερες αναπτυξιακές δράσεις, θα δημιουργήσουν ένα νέο επενδυτικό περιβάλλον, ικανό να διατηρήσει την οικονομία σε τροχιά αυξημένης μεγέθυνσης και μείωσης της ανεργίας» είπε. Διαβεβαίωσε ότι οι αναμενόμενες αλλαγές θα έχουν την ολόπλευρη στήριξη της κυβέρνησης.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ