28η Οκτωβρίου: Ο άγνωστος «πόλεμος των αμάχων» στον Πειραιά – Η ζωή στα καταφύγια και η αντίσταση
Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου στρέφει τη μνήμη στους στρατιώτες που πολέμησαν στο μέτωπο, στις μάχες και στις θυσίες τους. Πίσω τους, όμως, υπήρχε μια ολόκληρη κοινωνία που έδινε τον δικό της αγώνα. Ένας πόλεμος χωρίς χαρακώματα, αλλά με σειρήνες, συσκοτισμένους δρόμους και καταφύγια. Με οικογένειες που αποχωρίζονταν τους ανθρώπους τους, γυναίκες που αναζητούσαν τροφή για τα παιδιά τους και γειτονιές που προσπαθούσαν να επιβιώσουν ανάμεσα στα ερείπια.
Αυτή την πλευρά της ιστορίας φωτίζουν οι Στέφανος Μίλεσης και Κωνσταντίνος Κυρίμης, συγγραφείς του βιβλίου «Ο πόλεμος των αμάχων», από τις εκδόσεις Κυριακίδη, στη συνέντευξή τους στο Newsbomb.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ο Πειραιάς: μια πόλη που, όπως περιγράφουν οι δύο συγγραφείς, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του κινδύνου εξαιτίας του λιμανιού και των υποδομών της. Για τους κατοίκους της, ο πόλεμος δεν ήταν μια μακρινή είδηση. Ήταν ο συναγερμός που διέκοπτε τον ύπνο, η βιαστική κάθοδος στο υπόγειο, η αγωνία για όσα θα αντίκριζαν επιστρέφοντας στο σπίτι.
Ο Στέφανος Μίλεσης ξετυλίγει αυτή την πορεία μέσα από τη γερμανική αεροπορική επιδρομή της νύχτας της 6ης προς 7η Απριλίου 1941, τον λιμό του 1941-1942 και τον καταστροφικό συμμαχικό βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου 1944.
Ο Κωνσταντίνος Κυρίμης περιγράφει την προετοιμασία για την παθητική αεράμυνα, την εκπαίδευση των πολιτών και την καθημερινότητα μέσα στα καταφύγια, τα οποία έγιναν και «χώροι αναγκαστικής συντροφιάς». Αναφέρεται ακόμη στη συμβολή των μετόπισθεν στην υποστήριξη των μαχητών, στη συμμετοχή της νεολαίας και στους περιορισμούς που άλλαξαν τη ζωή των πολιτών — από τη διασκέδαση και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες μέχρι τις νεκρικές πομπές και τους ήχους της πόλης.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η αλληλεγγύη αναδεικνύεται σε κεντρικό νήμα της αφήγησης. Οι συγγραφείς μιλούν για τις γυναίκες που κράτησαν όρθιες τις οικογένειες, για τα συσσίτια και τα δίκτυα βοήθειας, αλλά και για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην καθημερινή βιοπάλη και την οργανωμένη αντιστασιακή δράση. Χαρακτηριστική είναι η ιστορία του Μανώλη Παρλαμά, του ταβερνιάρη της Πειραϊκής, ο οποίος, όπως αναφέρει, συγκέντρωνε πληροφορίες για τα γερμανικά πλοία, συνελήφθη και εκτελέστηκε.
Με αφορμή την εθνική επέτειο, οι δύο συγγραφείς επαναφέρουν στο προσκήνιο τους ανθρώπους που συχνά μένουν στο περιθώριο της πολεμικής αφήγησης. Εκείνους για τους οποίους η προστασία της οικογένειας, η βοήθεια στον γείτονα και η άρνηση της εξαθλίωσης έγιναν καθημερινός αγώνας. Όπως το θέτουν χαρακτηριστικά: «Οι πόλεις δεν είναι μόνο τα ντουβάρια και τα λιμάνια τους. Είναι οι άνθρωποί τους».
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Ο τίτλος του βιβλίου σας είναι «Ο πόλεμος των αμάχων». Ποιον πόλεμο έζησε ο απλός κάτοικος του Πειραιά από την 28η Οκτωβρίου 1940 έως την Απελευθέρωση;
Στέφανος Μίλεσης: Ο «πόλεμος των αμάχων» στον Πειραιά ήταν η πορεία μιας κοινωνίας που, χωρίς να κρατά όπλο, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της καταστροφής, έχασε τα σπίτια και τους ανθρώπους της, αλλά κατάφερε να διασώσει την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά της μέσα από τις στάχτες.
Για τον άμαχο Πειραιώτη, ο πόλεμος δεν ήταν μια μακρινή είδηση από το μέτωπο, αλλά μια καθημερινή, αδυσώπητη μάχη επιβίωσης στην πρώτη γραμμή των γεγονότων, καθώς η στρατηγική σημασία του μεγαλύτερου λιμανιού της χώρας μετέτρεψε την πόλη του σε έναν διαρκή και αιματηρό στόχο. Η έλευση του πολέμου έφερε τους Πειραιώτες αντιμέτωπους με μια νέα πραγματικότητα, που περιλάμβανε σειρήνες, αντιαεροπορικά πυρά, καθεστώς αυστηρής συσκότισης, καλυμμένα τζάμια και σκοτεινά φανάρια. Η ζωή μεταφέρθηκε στα καταφύγια και στα υπόγεια των σπιτιών.
Η επιδρομή της γερμανικής αεροπορίας τη νύχτα της 6ης προς 7η Απριλίου 1941 ήταν η μεγαλύτερη σε σφοδρότητα εναντίον ελληνικής πόλης. Και συνέβη μόνο στον Πειραιά! Ισοπέδωσε συνοικίες και βύθισε δεκάδες πλοία, αφήνοντας πίσω της μια πόλη που φλεγόταν για μέρες, πνιγμένη στους μαύρους καπνούς και στα συντρίμμια.
Στην Κατοχή, ο Πειραιάς, ως κατεξοχήν εργατική πόλη, βίωσε το φρικτότερο πρόσωπο του λιμού του 1941-1942. Οι άνθρωποι μετατράπηκαν σε ζωντανές σκιές και το «κάρο του δήμου» έγινε μέρος του σκηνικού, μαζεύοντας κάθε πρωί από τα Μανιάτικα, την Κοκκινιά, την Αγία Σοφία και το Χατζηκυριάκειο εκείνους που δεν άντεξαν την πείνα και το ψύχος. Η επιβίωση μετατράπηκε σε τέχνη.
Η κορύφωση του δράματος γράφτηκε με αίμα την 11η Ιανουαρίου 1944, κατά τον καταστροφικό συμμαχικό βομβαρδισμό. Στην προσπάθειά τους να πλήξουν τις γερμανικές δυνάμεις, αγγλικά και αμερικανικά αεροπλάνα ισοπέδωσαν για μία ακόμη φορά τον Πειραιά.
Όταν τελικά έφτασε η Απελευθέρωση στον Πειραιά, στις 14 Οκτωβρίου 1944, με δύο ημέρες καθυστέρηση σε σχέση με την Αθήνα, οι Πειραιώτες βγήκαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν. Αντίκρισαν, όμως, ένα λιμάνι πλήρως κατεστραμμένο, καθώς οι Γερμανοί, φεύγοντας, ανατίναξαν τις προβλήτες, το τελωνείο και τις βασικές υποδομές. Το στεφάνι που κατέθεσαν οι Γερμανοί φεύγοντας από τον Πειραιά δεν ήταν σε μνημείο. Ήταν αγκάθινο, φτιαγμένο από τόνους εκρηκτικής ύλης και πολυβολισμούς αμάχων.
Όταν μιλάμε για την 28η Οκτωβρίου, η προσοχή στρέφεται συνήθως στο μέτωπο. Ποια είναι η άγνωστη ή λιγότερο φωτισμένη ιστορία των ανθρώπων που έμειναν πίσω, στις πόλεις και στις γειτονιές;
Κωνσταντίνος Κυρίμης: Ένας πόλεμος είναι μια πολυδιάστατη υπόθεση. Εξίσου σημαντικός με τον «πόλεμο στο μέτωπο» είναι και ο «πόλεμος των μετόπισθεν».
Ειδικά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κάτοικοι της Αθήνας και του Πειραιά κλήθηκαν να αναλάβουν σύνθετα και δύσκολα καθήκοντα. Μεταξύ άλλων, ανέλαβαν εν μέρει τη διοικητική μέριμνα των μαχομένων, όπως το πλέξιμο μάλλινου ρουχισμού και την αποστολή πακέτων στο μέτωπο. Φρόντισαν τις οικογένειες των μαχητών, παρέχοντας υγειονομική περίθαλψη, οικονομική υποστήριξη κ.ά., και κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν τον «εσωτερικό εχθρό», όπως κατασκόπους και ηττοπαθείς.
Παράλληλα, εφάρμοσαν σωρεία μέτρων που διασφάλιζαν, παρά τις δύσκολες συνθήκες του πολέμου, την επάρκεια αγαθών, τη διατήρηση ενός ακμαίου και μαχητικού ηθικού και την ομαλή συνέχεια των λειτουργιών των πόλεων. Κανένας πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί στο μέτωπο, εάν δεν έχουν πρώτα εξασφαλιστεί τα μετόπισθεν.
Οι σειρήνες, τα καταφύγια και η προετοιμασία των πολιτών
Πώς προετοιμάστηκε ο Πειραιάς για τον πόλεμο και τι σήμαιναν πρακτικά για τους πολίτες η παθητική αεράμυνα, οι σειρήνες και τα καταφύγια;
Κ. Κυρίμης: Η παθητική αεράμυνα κατέστη «δεύτερη φύση» για τους Πειραιώτες, αλλά και για τους Αθηναίους. Αυτό δεν αποτέλεσε κάποιο «θαύμα» ούτε ήταν απόρροια κάποιας «παρθενογένεσης».
Το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά, ήδη από το 1936, όταν ανέλαβε την εξουσία, αντιλήφθηκε τον κρίσιμο ρόλο που θα έπαιζαν τα πολεμικά αεροσκάφη στον επερχόμενο πόλεμο, καθώς και το ενδεχόμενο βομβαρδισμού αστικών κέντρων. Έτσι, επένδυσε πολύ στην παθητική αεράμυνα.
Πέραν του κατασκευαστικού σκέλους —ορύγματα, καταφύγια κ.λπ.—, εστίασε ιδιαίτερα στην εκπαίδευση του πληθυσμού. Η παθητική αεράμυνα εισήχθη ως μάθημα στα σχολεία και στα πανεπιστήμια. Στις γειτονιές οργανώνονταν από τις Αρχές «λαϊκά μαθήματα παθητικής αεράμυνας». Όλες οι μεγάλες εταιρείες, καθώς και το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών, υποχρεούνταν να εκπαιδεύουν τους εργαζομένους τους στην παθητική αεράμυνα. Επίσης, γίνονταν τακτικά ασκήσεις αεράμυνας, στις οποίες συμμετείχαν το σύνολο του κρατικού μηχανισμού —νοσοκομεία, υπουργεία, σώματα ασφαλείας— αλλά και οι πολίτες.
Με αυτή την ενδελεχή προετοιμασία, κάθε πολίτης γνώριζε εγκαίρως, τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά, πώς έπρεπε να δράσει σε περίπτωση αεροπορικής προσβολής.
Πώς άλλαζε η ζωή μιας οικογένειας όταν άρχιζε ένας βομβαρδισμός; Τι βίωναν οι άνθρωποι μέσα στα καταφύγια και τι αντίκριζαν όταν έβγαιναν ξανά στην πόλη;
Κ. Κυρίμης: Σε χρονογράφημα του 1941, ο λογοτέχνης Κώστας Βάρναλης έκανε λόγο για «καταφυγιώτες», που αντιλαμβάνονταν το καταφύγιο ως το δεύτερο σπίτι τους.
Όλη αυτή η σιωπηλή αλλά άοκνη προετοιμασία, που ξεκίνησε το 1936, είχε ως αποτέλεσμα, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, να μην υπάρχει καθόλου πανικός ή φόβος. Κατά κοινή ομολογία, το 1940, όταν ηχούσαν οι σειρήνες συναγερμού, οι κάτοικοι εισέρχονταν στα καταφύγια με ακμαίο ηθικό, χωρίς πανικό, τηρώντας τις προβλεπόμενες διαδικασίες και, κυρίως, παραχωρώντας προτεραιότητα σε γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους.
Αυτό ασφαλώς δεν θα μπορούσε να είχε καταστεί εφικτό, εάν δεν είχε προβλεφθεί και οργανωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Τα καταφύγια λειτούργησαν ως εστίες κοινωνικοποίησης και συνεργασίας και στον Τύπο της εποχής αποκαλούνταν «χώροι αναγκαστικής συντροφιάς».
Κάποια προβλήματα που ανέκυψαν την τελευταία στιγμή αντιμετωπίστηκαν δυναμικά από το καθεστώς Μεταξά και επιλύθηκαν εν τη γενέσει τους. Ενδεικτικά, με την πόλη συσκοτισμένη και τους πολίτες στα καταφύγια, κάποιοι βρήκαν μια «χρυσή ευκαιρία» για να πραγματοποιήσουν κλοπές στις αφύλακτες οικίες.
Άμεσα, η κλοπή εν ώρα συναγερμού κατέστη ιδιώνυμο αδίκημα και τιμωρούνταν από στρατοδικείο με 15 χρόνια φυλάκισης, χωρίς δυνατότητα μείωσης της ποινής. Μετά τη δημοσιοποίηση μίας-δύο τέτοιων περιπτώσεων, το φαινόμενο έπαψε άμεσα.
Πώς επηρέασαν οι βομβαρδισμοί και, στη συνέχεια, η Κατοχή την καθημερινότητα του Πειραιά — τη δουλειά, την τροφή, τις μετακινήσεις, την οικογένεια και την αίσθηση ασφάλειας;
Κ. Κυρίμης: Η Αθήνα δεν βομβαρδίστηκε, καθώς θεωρήθηκε «ανοχύρωτη πόλη» — η ύπαρξη της Ακρόπολης δεν ήταν άσχετη με αυτή την απόφαση. Αντιθέτως, ο Πειραιάς, λόγω της ύπαρξης της βιομηχανικής ζώνης, του λιμανιού και του Ναυστάθμου, βομβαρδίστηκε σφοδρότατα.
Πολλοί βομβαρδισμοί ήταν νυχτερινοί, με αποτέλεσμα οι Πειραιώτες κυριολεκτικά «να χάσουν τον ύπνο τους», σπεύδοντας στα καταφύγια για προστασία.
Υπό τον φόβο των αεροπορικών επιδρομών, απαγορεύτηκαν ακόμη και οι νεκρικές πομπές, καθώς θα μπορούσαν να εκληφθούν από την εχθρική αεροπορία ως «φάλαγγες στρατιωτών». Μόνο σε ελάχιστους συγγενείς επιτρεπόταν να συνοδεύουν τον νεκρό.
Επίσης, στις περιοχές όπου δεν υπήρχαν σειρήνες συναγερμού, το σχετικό σήμα μεταδιδόταν με εναλλακτικά μέσα, όπως κουδούνια, καμπάνες κ.λπ. Συνεπώς, απαγορεύτηκε κάθε ηχητικό σήμα —κουδούνια εργοστασίων ή σχολείων, καμπάνες εκκλησιών—, παρά μόνο για τη σήμανση του συναγερμού.
Ποια ήταν η εμπλοκή της νεολαίας στον «πόλεμο των μετόπισθεν»;
Κ. Κυρίμης: Το καθεστώς Μεταξά οργάνωσε τη νεολαία στους κόλπους της ΕΟΝ, της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας. Ο Μεταξάς αποκαλούσε τα μέλη της ΕΟΝ «παιδιά του» και ο Τύπος της εποχής «μικρούς στρατιώτες». Η ΕΟΝ γαλουχούνταν με εθνικά ιδανικά και με το αίσθημα ότι το κοινό καλό ήταν υπεράνω του ατομικού συμφέροντος.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, αλλά και νωρίτερα, ανέλαβε έναν δυσανάλογα δύσκολο και απαιτητικό ρόλο στον «πόλεμο των μετόπισθεν». Ενδεικτικά, οι φαλαγγίτες και οι φαλαγγίτισσες της ΕΟΝ ίδρυσαν την ΚΥΑΜ, την Κεντρική Υπηρεσία Αλληλεγγύης Μετώπου, που ανέλαβε τη διεκπεραίωση εκατοντάδων χιλιάδων γραμμάτων και δεμάτων προς το μέτωπο. Χωρίς την ΚΥΑΜ, χιλιάδες στρατιώτες θα έπρεπε να αναλάβουν αυτό το έργο και, κατά συνέπεια, θα «έλειπαν» από το μέτωπο.
Ανέλαβαν επίσης τη φροντίδα του πληθυσμού και κυρίως των οικογενειών των πολεμιστών. Συγκέντρωναν χρήματα και τρόφιμα, ενώ παρείχαν ακόμη και υπηρεσίες κατ’ οίκον βοήθειας σε πολύτεκνες μητέρες.
Τέλος, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην παθητική αεράμυνα, αναλαμβάνοντας την ασφάλεια των καταφυγίων και την επάνδρωση συνεργείων παθητικής αεράμυνας ως τραυματιοφορείς, διασώστες, πυροσβέστες κ.λπ.
Ποιες απαγορεύσεις και ποιοι περιορισμοί επιβλήθηκαν στους πολίτες πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου;
Κ. Κυρίμης: Ένα πλήθος απαγορεύσεων και περιορισμών θεσπίστηκε πριν από την έναρξη του πολέμου, κυρίως από το 1938 και μετά, καθώς και κατά τη διάρκειά του. Στόχος τους ήταν να θωρακιστούν τα «μετόπισθεν» και να μην κινδυνεύσει η πολεμική προσπάθεια.
Ενδεικτικά, προπολεμικά απαγορεύτηκε σε ανώτατους αξιωματικούς να νυμφεύονται αλλοδαπές, λόγω του κινδύνου διαρροής μυστικών. Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, οι περιορισμοί εντάθηκαν. Αρχικά, επιβλήθηκαν τα πρώτα capital controls, για να μην καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα.
Απαγορεύτηκαν οι κάθε είδους δημόσιες χοροεσπερίδες και άλλες μορφές διασκέδασης, καθώς αυτό θα αποτελούσε πρόκληση για τους μαχόμενους στο μέτωπο. Κάποιοι επιτήδειοι σκέφτηκαν τότε να ενδύσουν τις χοροεσπερίδες με έναν «φιλανθρωπικό» μανδύα —για παράδειγμα, ότι μέρος των εσόδων θα διατίθετο για πολεμικούς σκοπούς—, συνεχίζοντας να διασκεδάζουν εν μέσω πολέμου. Έτσι, η κυβέρνηση προέβη σε ρύθμιση που όριζε σαφώς ότι η όποια υποτιθέμενη «φιλανθρωπία» δεν μπορούσε να άρει την απαγόρευση.
Απαγορεύτηκε η φυγή στο εξωτερικό, επειδή θα έδινε μια εικόνα ηττοπάθειας και αποσύνθεσης. Επίσης, δεδομένου ότι το πρωτόγονο, τότε, τηλεφωνικό δίκτυο έπρεπε να διεκπεραιώσει μεγάλο όγκο κλήσεων σχετικά με την αεράμυνα και την έγκαιρη προειδοποίηση, τέθηκε χρονικό πλαφόν στα αστικά τηλεφωνήματα.
Για να παρακάμψουν αυτόν τον περιορισμό, κάποιοι «έξυπνοι» ανέφεραν στο τηλεφωνικό κέντρο ότι καλούσαν «για λόγους αεράμυνας», προκειμένου να εξυπηρετηθούν κατά προτεραιότητα, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξουν έντονες συστάσεις από τις Αρχές.
Οι γυναίκες και τα δίκτυα αλληλεγγύης
Μέσα στην πείνα, στον φόβο και στην καταστροφή, πώς εκφράστηκε η αλληλεγγύη; Ποιος ήταν ο ρόλος των γυναικών, των γειτόνων και των τοπικών δικτύων βοήθειας;
Σ. Μίλεσης: Οι γυναίκες του Πειραιά υπήρξαν οι αθόρυβες ηρωίδες του «πολέμου των αμάχων». Στις προσφυγικές και εργατικές συνοικίες, οι Πειραιώτισσες μετατράπηκαν στους πραγματικούς στυλοβάτες της επιβίωσης.
Ενώ οι άνδρες συχνά κρύβονταν, διώκονταν ή έπεφταν θύματα των κατοχικών δυνάμεων, οι γυναίκες ανέλαβαν το τιτάνιο έργο να κρατήσουν την κοινωνία όρθια μέσα στα ερείπια. Μετέτρεπαν το «τίποτα» σε τροφή. Εφηύραν συνταγές με μπομπότα, κουκόζουμο και σταφίδες, ενώ μετρούσαν με το δράμι το λιγοστό αλεύρι για να κρατήσουν ζωντανά τα παιδιά τους.
Οι γυναίκες αποτέλεσαν την ψυχή των τοπικών δικτύων βοήθειας. Στελέχωσαν εθελοντικά τα λαϊκά συσσίτια που στήθηκαν σε σχολεία, εκκλησίες και άδεια εργοστάσια από τον ΕΟΧΑ, την Εθνική Αλληλεγγύη και τα εργατικά σωματεία.
Ήταν εκείνες που ανακάτευαν τα καζάνια, που μοίραζαν τις κούπες με τη ζεστή σούπα και που μετέφεραν κρυφά τρόφιμα, τα οποία είχαν αφαιρέσει εργάτες από τα καράβια των κατακτητών στο λιμάνι.
Να σημειωθεί πως στον Πειραιά τα εργατικά σωματεία, όπως εκείνα των λιμενεργατών, των τροχιοδρομικών και των ναυτεργατών, οργανώθηκαν γρήγορα. Με τη συνδρομή του Εθνικού Οργανισμού Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ) και, αργότερα, της Εθνικής Αλληλεγγύης (ΕΑ), στήθηκαν καζάνια σε σχολεία, εκκλησίες και άδεια εργοστάσια.
Η γυναίκα του Πειραιά στον πόλεμο δεν υπήρξε απλώς ένας παθητικός θεατής της δυστυχίας. Υπήρξε η ασπίδα της πόλης. Με το πείσμα, την εφευρετικότητα και την αυταπάρνησή της, κράτησε τη φλόγα της ζωής αναμμένη μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι της Κατοχής.
Από την καθημερινή επιβίωση στην αντίσταση
Μπορούμε να μιλάμε για αντίσταση και πέρα από τις οργανωμένες ένοπλες ή πολιτικές δράσεις; Ήταν η καθημερινή επιβίωση, η προστασία της οικογένειας και η βοήθεια προς τον διπλανό μια μορφή αντίστασης;
Σ. Μίλεσης: Στον «πόλεμο των αμάχων», η καθημερινή επιβίωση, η προστασία της οικογένειας, η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και η αλληλεγγύη προς τον διπλανό δεν ήταν απλώς πράξεις ανάγκης, αλλά αποτελούσαν μια βαθιά, ουσιαστική και υπαρξιακή μορφή αντίστασης.
Το να μη λυγίζεις, να στέκεσαι όρθιος, να μη συνεργάζεσαι, αλλά να καταφέρνεις να επιβιώσεις μέχρι το τέλος σημαίνει πως είσαι ο οριστικός νικητής!
Τα όρια ανάμεσα στην καθημερινή βιοπάλη και την οργανωμένη δράση ήταν εξαιρετικά λεπτά. Ο ιδανικότερος εκφραστής αυτής της διπλής μάχης στον κατοχικό Πειραιά ήταν ο Μανώλης Παρλαμάς, που διατηρούσε μια πασίγνωστη προπολεμική ταβέρνα στην Πειραϊκή, στην Ακτή Θεμιστοκλέους, σε ένα στρατηγικό σημείο ακριβώς απέναντι από το στόμιο του λιμανιού.
Για τους Γερμανούς και τους ανυποψίαστους περαστικούς, ο Παρλαμάς ήταν απλώς ένας καθημερινός βιοπαλαιστής, ένας άμαχος που προσπαθούσε να επιβιώσει και να κρατήσει το μαγαζί του ανοιχτό μέσα στη γενική καταστροφή. Εκείνος, όμως, όταν σέρβιρε ή συζητούσε με τους θαμώνες, είχε το βλέμμα του στραμμένο στη θάλασσα. Οι πληροφορίες που συγκέντρωνε για τα φορτία και τους προορισμούς των γερμανικών πλοίων μεταδίδονταν σε αντιστασιακές οργανώσεις, οδηγώντας το συμμαχικό στρατηγείο σε καίρια σαμποτάζ και βυθίσεις πλοίων του Άξονα.
Η δράση του Μανώλη Παρλαμά αποδεικνύει ότι, για τον άμαχο πληθυσμό, οι χώροι της καθημερινής επιβίωσης —ένα καφενείο, ένας φούρνος, μια ταβέρνα— γίνονταν τα οχυρά της αντίστασης.
Ο Παρλαμάς συνελήφθη από τους Γερμανούς τον Μάρτιο του 1944, βασανίστηκε σκληρά και εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι. Μετά τον πόλεμο, η περιοχή γύρω από την ταβέρνα του έμεινε στην ιστορία των Πειραιωτών με το όνομά του: «Στου Παρλαμά».
Τι θα θέλατε να θυμάται σήμερα ένας νέος άνθρωπος για τους ανώνυμους αμάχους του Πειραιά και ποιο είναι το διαχρονικό μήνυμα αυτής της ιστορίας;
Σ. Μίλεσης: Για έναν νέο άνθρωπο σήμερα, το μήνυμα που εκπέμπει το βιβλίο μας είναι πως, απέναντι σε κάθε μεγάλη κρίση —οικονομική, κοινωνική ή ανθρωπιστική—, η ατομική ιδιώτευση οδηγεί στην ήττα, ενώ η κοινωνική αλληλεγγύη είναι το μόνο πραγματικό δίχτυ ασφαλείας.
Αντίσταση είναι η καθημερινή άρνηση να συμβιβαστείς με την εξαθλίωση, τον συμβιβασμό, τον εξαναγκασμό σε συνεργασία. Οι πόλεις δεν είναι μόνο τα ντουβάρια και τα λιμάνια τους. Είναι οι άνθρωποί τους.
Ο Πειραιάς ισοπεδώθηκε, πείνασε, εκτελέστηκε, βιάστηκε, ανατινάχθηκε, αλλά ξαναγεννήθηκε! Η ψυχή των ανώνυμων αμάχων του έμεινε αλώβητη.
Το διαχρονικό μήνυμα για τη νέα γενιά είναι να μη θεωρεί ποτέ την ειρήνη, την ελευθερία και την κοινωνική συνοχή δεδομένες, αλλά αξίες που κερδίζονται και διατηρούνται μέσα από τη συλλογική συνείδηση και την προσφορά στον διπλανό μας.