Βία ανηλίκων: Πώς κλείνει ο φαύλος κύκλος - «Τα παιδιά θέλουν γονείς παρόντες»
Στην Ελλάδα του 2026, τα βίαια περιστατικά μεταξύ ανηλίκων δεν αποτελούν πια μεμονωμένα γεγονότα. Από τα σχολικά προαύλια μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα, η βία φαίνεται να διεκδικεί χώρο στην καθημερινότητα των εφήβων – όχι πάντα ως πράξη μίσους, αλλά συχνά ως κραυγή για προσοχή και αναγνώριση.
Όπως εξηγεί στο Newsbomb.gr ο ψυχολόγος και Επιστημονικός Σύμβουλος της ΑμΚΕ «Ίασις», Στέφανος Αλεβίζος, PhD, M.Ed., «η εκδραμάτιση είναι ένα φυσιολογικό στάδιο στην εφηβεία, όμως όταν χάνεται το μέτρο, μπορεί να οδηγήσει στη βία και την παραβατικότητα».
Ο κ. Αλεβίζος επισημαίνει μια ανησυχητική ποιοτική μετατόπιση: από τις «παραδοσιακές» μορφές νεανικής παραβατικότητας –όπως μικροκλοπές και βανδαλισμούς– σε πιο σκληρές εκδηλώσεις, που περιλαμβάνουν ληστείες και επιθέσεις. Παρότι η αυξημένη ευαισθητοποίηση γύρω από το bullying και η ενθάρρυνση των θυμάτων να μιλήσουν οδηγούν σε περισσότερες καταγραφές περιστατικών, ο ψυχολόγος τονίζει πως «η βία δεν είναι μόνο εκεί έξω, αλλά συχνά φωλιάζει μέσα στα σπίτια και μεταφέρεται στις οθόνες μας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η έλλειψη ορίων, ενσυναίσθησης και ουσιαστικής επικοινωνίας στην οικογένεια μπορεί να μετατρέψει ακόμη και ένα πληκτρολόγιο σε «όπλο», ενώ παιδιά που νιώθουν αόρατα ή παραμελημένα αναζητούν στη βία έναν τρόπο να «υπάρξουν». «Το πρώτο βήμα δεν είναι να διορθώσουμε το παιδί», υπογραμμίζει, «αλλά να του δείξουμε ότι είμαστε εκεί». Οι έφηβοι, λέει, δεν χρειάζονται τέλειους γονείς· χρειάζονται εκείνους που αντέχουν να σταθούν δίπλα τους, προσφέροντας συναισθηματική σύνδεση αντί για επίκριση.
Στη συνέντευξη του στο Newsbomb, ο Στέφανος Αλεβίζος μεταφέρει τα διδάγματα της εμπειρίας από αυτά τα περιστατικά και προτείνει στους γονείς τους ενδεδειγμένους τρόπους για να λάβουν τα μέτρα τους.

Newsbomb: Πώς ορίζετε εσείς, με την επιστημονική σας ματιά, την παιδική και εφηβική παραβατικότητα; Πού τελειώνει η «συνηθισμένη» εφηβική εκδραμάτιση και αρχίζει η πραγματική παραβατική συμπεριφορά;
Στέφανος Αλεβίζος: Νομίζω η ερώτηση σας είναι πολύ σημαντική, γιατί η παραβατικότητα σε αυτές τις ηλικίες είναι ένα φαινόμενο που εξελίσσεται μαζί με την ανάπτυξη του παιδιού και επηρεάζεται από ψυχολογικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς παράγοντες. Παραβατικότητα είναι το σύνολο των συμπεριφορών που παραβιάζουν τον νόμο ή σοβαρούς κοινωνικούς κανόνες και τα δικαιώματα των άλλων. Στην παιδική και εφηβική ηλικία, διακρίνουμε:
- κοινωνική παρέκκλιση, όπως φυγές από το σπίτι ή σοβαρή σχολική αποχή,
- και παραβατικότητα που σχετίζεται με το νόμο, δηλαδή πράξεις όπως π.χ. κλοπή, βία, βανδαλισμός κ.α.
Η εφηβεία, από τη άλλη, είναι αναμενόμενα μια περίοδος έντασης. Η λεγόμενη εκδραμάτιση (acting out) είναι ένας τρόπος με τον οποίο ο έφηβος και η έφηβη εκφράζει εσωτερικές συγκρούσεις μέσω της συμπεριφοράς. Συνήθως είναι συμπεριφορά πειραματισμού, είναι παροδική και σχετίζεται με την ανάγκη για αυτονόμηση και αναζήτηση ταυτότητας. Η διάκριση ανάμεσα στις δύο καταστάσεις γίνεται όταν εξετάσουμε τέσσερις βασικούς δείκτες:
- Συχνότητα και διάρκεια: αν η συμπεριφορά επαναλαμβάνεται και παγιώνεται.
- Ένταση και σοβαρότητα: αν προκαλεί σοβαρή βλάβη ή κίνδυνο.
- Ενσυναίσθηση και στάση: αν υπάρχει μεταμέλεια ή πλήρης αδιαφορία για τις συνέπειες.
- Λειτουργικότητα: αν ο έφηβος, η έφηβη διατηρεί σχέσεις, έχει συνεπή σχολική παρουσία και ενδιαφέροντα ή αν η παραβατικότητα γίνεται ο βασικός τρόπος ζωής.
Μιλάμε για παραβατική συμπεριφορά όταν οι πράξεις είναι συστηματικές, σοβαρές και γενικευμένες όπου η παραβίαση των δικαιωμάτων των άλλων δεν είναι μόνο αντίδραση αλλά και σταθερή επιλογή. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, γιατί καθορίζει την παρέμβαση:
- η εκδραμάτιση χρειάζεται όρια, κατανόηση και σταθερές σχέσεις·
- η παραβατικότητα χρειάζεται έγκαιρη, οργανωμένη και συστημική παρέμβαση.
Βλέπουμε τα τελευταία χρόνια περισσότερα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων να φτάνουν στη δημοσιότητα. Πρόκειται για πραγματική αύξηση ή για καλύτερη καταγραφή και μεγαλύτερη δημοσιογραφική ορατότητα;
Το ερώτημα αν η βία των ανηλίκων αυξάνεται πραγματικά ή αν απλώς τη «βλέπουμε» περισσότερο είναι επίσης εξαιρετικά καίριο. Η απάντηση όμως δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Αν θέλουμε να δώσουμε μια ειλικρινή εικόνα για το τι συμβαίνει σήμερα, θα έπρεπε να σταθούμε σε τρία βασικά σημεία
Πρώτον, είναι ενδιαφέρον ότι, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, οι έρευνες και οι αριθμοί δείχνουν πως η συνολική παραβατικότητα των νέων παρουσιάζει μια τάση μείωσης. Δηλαδή, αριθμητικά, λιγότερα παιδιά εμπλέκονται σε πράξεις παραβατικότητας σε σχέση με παλιότερες δεκαετίες. Ωστόσο, εδώ κρύβεται μια «παγίδα»: ενώ τα νέα άτομα που παραβατούν είναι λιγότερα, οι πράξεις τους φαίνεται να γίνονται πιο βίαιες. Παρατηρούμε μια ποιοτική μετατόπιση από τις «παραδοσιακές» μικροκλοπές ή τους βανδαλισμούς σε πιο σκληρά εγκλήματα, όπως ληστείες ή σοβαρές σωματικές βλάβες.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα πρέπει να δούμε το ρόλο της δημοσιότητας. Τα περιστατικά βίας ανηλίκων έχουν μια «σκοτεινή γοητεία» για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Συχνά βλέπουμε μια δυσανάλογη κάλυψη: μια συμπλοκή εφήβων μπορεί να παίζει για μέρες στα δελτία ειδήσεων, δημιουργώντας την αίσθηση μιας «επιδημίας» βίας, ακόμα και αν τα στατιστικά δεν το επιβεβαιώνουν πλήρως. Όταν η ενημέρωση εστιάζει μόνο στο σοκαριστικό γεγονός και όχι στα αίτια ή στο κοινωνικό πλαίσιο, καλλιεργείται ένας «ηθικός πανικός». Οι έφηβοι παρουσιάζονται συλλήβδην ως επικίνδυνοι, κάτι που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα και εντείνει τον φόβο των πολιτών.
Τέλος, θα πρέπει όπως να παραδεχτούμε ότι τα επίσημα στοιχεία της Αστυνομίας είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό περιστατικών —ακόμα και σοβαρών— που δεν καταγγέλλονται ποτέ. Αυτά είναι τα «κρυφά στατιστικά». Από την άλλη, η αύξηση που βλέπουμε στα χαρτιά μπορεί να οφείλεται και στο ότι πλέον μιλάμε περισσότερο. Η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση για το bullying και η ενθάρρυνση των θυμάτων να σπάσουν τη σιωπή τους οδηγούν σε περισσότερες καταγραφές περιστατικών που παλαιότερα θα έμεναν «εντός των τειχών» του σχολείου ή της γειτονιάς.
Το στοίχημα για εμάς στην ΙΑΣΙΣ και το Connect Thessaloniki δεν είναι μόνο να μετράμε τα περιστατικά, αλλά να καταλάβουμε τι ωθεί αυτά τα παιδιά στη βία, πριν η «παραβατικότητα» γίνει τρόπος ζωής.
Ποια είναι τα βασικά ποιοτικά στοιχεία που σας ανησυχούν σήμερα: η ένταση της βίας, η ηλικία έναρξης, ο αριθμός των περιστατικών ή κάτι άλλο;
Όντως, αν και οι αριθμοί των περιστατικών μάς απασχολούν, η πραγματική ανησυχία κρύβεται στα «ποιοτικά» χαρακτηριστικά της βίας. Δεν είναι μόνο το πόσοι και πόσες παραβατούν, αλλά το πώς και το πότε ξεκινούν. Τρία είναι τα σημεία που μας χτυπούν το «καμπανάκι»:
Η αγριότητα των περιστατικών: Βλέπουμε μια μετατόπιση προς πιο σκληρές μορφές βίας. Οι επιθέσεις γίνονται πιο σοβαρές και συχνά οι νέοι και οι νέες επιδεικνύουν μια πρωτόγνωρη έλλειψη ενσυναίσθησης. Μάλιστα, η τεχνολογία έχει μπει κι εδώ στο παιχνίδι: πολλοί έφηβοι καταγράφουν τις πράξεις τους σε βίντεο για να τις μοιραστούν στα social media, αναζητώντας την προσοχή ή εκβιάζοντας τα θύματά τους.
Η ηλικία που ξεκινά το πρόβλημα: Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι όσο πιο νωρίς ξεκινά ένα παιδί (πριν τα 12-13 του χρόνια) να παρουσιάζει παραβατική συμπεριφορά, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος αυτή η συμπεριφορά να το ακολουθήσει και στην ενήλικη ζωή του. Σε αυτά τα παιδιά είναι 2 με 3 φορές πιο πιθανό να παγιωθεί η παραβατική συμπεριφορά.
Μας προβληματίζει επίσης ιδιαίτερα η αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας αλλά και ο ψηφιακός εκφοβισμός (cyberbullying). Η βία δεν είναι μόνο «εκεί έξω» στον δρόμο, αλλά μεταφέρεται μέσα στα σπίτια και στις οθόνες μας.
Τα ψηφιακά περιβάλλοντα, τα social media και τα βιντεοπαιχνίδια πώς συνδέονται – αν συνδέονται – με την αύξηση της βίας και της παραβατικότητας σε μικρές ηλικίες;
Αν θα θέλαμε να δώσουμε μια ειλικρινή απάντηση, θα λέγαμε ότι τα social media και τα βιντεοπαιχνίδια δεν «γεννούν» απαραίτητα τη βία, αλλά λειτουργούν ως καταλύτες που την επιταχύνουν ή της δίνουν νέες μορφές. Είναι σημαντικό να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν γίνει το πεδίο όπου η επιθετικότητα των νέων παίρνει άλλη μορφή. Πολλά νέα άτομα καταγράφουν πράξεις βίας και τις ανεβάζουν online μόνο και μόνο για τα «likes» και το status, θεωρώντας ότι έτσι κερδίζουν σεβασμό.
Ωστόσο οι απόψεις για τα βιντεοπαιχνίδια διίστανται. Ενώ υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι η συνεχής έκθεση σε πολύ βίαια παιχνίδια μπορεί να «απευαισθητοποιήσει» ένα παιδί απέναντι στον πόνο, πολλοί ειδικοί από την άλλη τονίζουν ότι το παιχνίδι από μόνο του δεν φτάνει. Η οικογενειακή κατάσταση και το περιβάλλον του παιδιού παίζουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από μια οθόνη.
Κοινός παρονομαστής σε όλες τις προσεγγίσεις είναι ότι η βία είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Τα ψηφιακά περιβάλλοντα δεν είναι εγγενώς κακά –προσφέρουν γνώση και επικοινωνία– όμως μπορούν να γίνουν επικίνδυνα. Με απλά λόγια, ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι μια ξεχωριστή πραγματικότητα. Ό,τι συμβαίνει online έχει άμεσες συνέπειες στην αληθινή ζωή των παιδιών μας και εκεί είναι που πρέπει να εστιάσουμε.

Υπάρχει ένα «τυπικό προφίλ» ανήλικου δράστη ή μιλάμε για πολύ διαφορετικές ιστορίες πίσω από κάθε περιστατικό;
Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο «όχι». Αν κάτι μάθαμε όλο αυτό το διάστημα στο Connect Thessaloniki, είναι ότι πίσω από κάθε δικογραφία ή κάθε παραπομπή που φτάνει σε εμάς, κρύβεται μια μοναδική ανθρώπινη ιστορία. Δεν υπάρχουν «γεννημένοι εγκληματίες». Υπάρχουν, όμως, διαδρομές που οδηγούν στο περιθώριο. Στην καθημερινή μας δουλειά στο πεδίο, βλέπουμε ότι η παραβατικότητα είναι ένας «χαμαιλέοντας». Εκδηλώνεται διαφορετικά σε κάθε παιδί. Άλλη είναι η ιστορία ενός παιδιού που μεγαλώνει σε ένα σπίτι με βία και άλλη ενός εφήβου που παρασύρεται από την ανάγκη να ανήκει σε μια ομάδα (peers) για να νιώσει αποδοχή.
Στο Connect βλέπουμε αγόρια που συχνά εξωτερικεύουν την πίεση με επιθετικότητα, αλλά και κορίτσια που εκφράζουν την ευαλωτότητα τους μέσα από πιο «σιωπηλές» αλλά εξίσου επικίνδυνες συμπεριφορές, όπως ο αυτοτραυματισμός ή η έκθεση σε κινδύνους στο διαδίκτυο. Πλέον, το προφίλ του νέου που παραβατεί δεν περιορίζεται σε «κακόφημες γειτονιές». Η παραβατικότητα μπορεί να ξεκινήσει από ένα πληκτρολόγιο σε ένα παιδικό δωμάτιο, όταν λείπουν τα όρια και η ουσιαστική επικοινωνία με τους γονείς.
Για εμάς όμως η παραβατική πράξη δεν είναι το τέλος της ιστορίας, αλλά ένα σήμα κινδύνου. Όταν ένα παιδί παραπέμπεται σε εμάς από την Εισαγγελία Ανηλίκων, δεν βλέπουμε έναν «δράστη», αλλά έναν νέο άνθρωπο σε κρίση.
Έτσι η δουλειά μας επικεντρώνεται σε τρεις άξονες που σπάνε το «τυπικό» σχήμα της τιμωρίας:
- Εξατομίκευση: Δεν εφαρμόζουμε «συνταγές». Κάθε μία από τις θεραπευτικές πράξεις που έχουμε υλοποιήσει είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες του συγκεκριμένου παιδιού.
- Πρόληψη στο πεδίο: Με το street outreach, βγαίνουμε εμείς εκεί που συχνάζουν οι νέοι. Δεν περιμένουμε να έρθουν αυτοί στο γραφείο. Τους συναντάμε στον δικό τους κόσμο, πριν η παραβατικότητα γίνει η «ταυτότητά» τους.
- Ολιστική στήριξη: Η ιστορία του παιδιού δεν αλλάζει αν δεν αλλάξει και το περιβάλλον του. Γι' αυτό δουλεύουμε συστηματικά με 128 οικογένειες, βοηθώντας τους γονείς να ξαναχτίσουν γέφυρες εμπιστοσύνης με τα παιδιά τους.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Αν αντιμετωπίσουμε τους νέους με βάση ένα «τυπικό προφίλ», θα αποτύχουμε. Η παραβατικότητα δεν αντιμετωπίζεται με φόβο ή γενικεύσεις, αλλά με δουλειά στο πεδίο, σταθερά όρια και –κυρίως– με το να προσφέρουμε σε αυτά τα παιδιά μια εναλλακτική διαδρομή πριν ο κύκλος της βίας παγιωθεί.
Πώς βιώνει το ίδιο το παιδί τη συμμετοχή του σε πράξεις βίας όταν περάσει ο πρώτος «θόρυβος»; Υπάρχουν ενοχές, άρνηση, υπερηφάνεια;
Όταν η ένταση ενός περιστατικού υποχωρήσει, αυτό που μένει στο παιδί δεν είναι ένα ξεκάθαρο συναίσθημα, αλλά ένας εσωτερικός «πόλεμος». Στο Connect βλέπουμε ότι ο έφηβος παλεύει να διαχειριστεί την εικόνα του. Η άρνηση που δείχνει συχνά, δεν είναι απαραίτητα ψέμα. Είναι ένας μηχανισμός όπου το παιδί προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ότι «δεν φταίει αυτό» ή ότι «δεν είχε άλλη επιλογή», ακριβώς επειδή δεν αντέχει να νιώσει την τρομερή ντροπή τού να είναι ο θύτης.
Από την άλλη, η υπερηφάνεια που μπορεί να εκδηλώσει –ειδικά μπροστά σε φίλους ή στα social media– είναι ένα «προσωπείο» δύναμης. Για ένα παιδί που νιώθει παραμελημένο ή αδύναμο, η βία γίνεται ο μόνος τρόπος να νιώσει ότι «υπάρχει» και ότι το υπολογίζουν. Στην πραγματικότητα όμως, αυτή η υπερηφάνεια είναι πολύ εύθραυστη και χρησιμοποιείται για να καλύψει βαθιά τραύματα και ανασφάλειες.
Οι ενοχές λοιπόν υπάρχουν, αλλά συχνά είναι καλά κρυμμένες. Εμφανίζονται όταν το παιδί ηρεμήσει και αρχίσει να συνειδητοποιεί τον πόνο που προκάλεσε. Εκεί είναι που παρεμβαίνουμε εμείς. Στόχος μας δεν είναι να μείνει το παιδί «κολλημένο» στις τύψεις, αλλά να το βοηθήσουμε να καταλάβει γιατί έδρασε έτσι και πώς μπορεί να επανορθώσει. Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι αυτά τα παιδιά δεν είναι «όντα που προκαλούν φόβο και τρόμο», αλλά έφηβοι σε συναισθηματική σύγχυση. Χρειάζονται καθαρά όρια, αλλά και κάποιον να δει πίσω από τη βίαιη πράξη, ώστε να τα βοηθήσει να βγουν από τον φαύλο κύκλο της επιθετικότητας.
Συχνά, στο δημόσιο διάλογο ακούγεται η πρόταση «να αυστηροποιηθούν οι ποινές». Τι δείχνει η διεθνής επιστημονική εμπειρία για την αποτελεσματικότητα της αυστηρής τιμωρίας στους ανηλίκους;
Το αίτημα για «αυστηρότερες ποινές» ακούγεται συχνά ως μια αυτονόητη λύση στην παραβατικότητα των νέων. Ωστόσο, αν κοιτάξουμε τι λέει η διεθνής επιστημονική εμπειρία, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική: η αυστηρή τιμωρία, από μόνη της, όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά συχνά το κάνει χειρότερο. Στο Connect, βλέπουμε στην πράξη αυτό που η επιστήμη ονομάζει «αποκαταστατική προσέγγιση». Αντί να εστιάζουμε μόνο στην τιμωρία για ό,τι έγινε, εστιάζουμε στο τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα.
Η εμπειρία μας δείχνει ότι οι παρεμβάσεις που έχουν πραγματικό αποτέλεσμα είναι αυτές που:
- Προσφέρουν εργαλεία: Βοηθούν τον νέο να αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεται και να πάρει ευθύνη για τις πράξεις του.
- Εκπαιδεύουν: Δίνουν κοινωνικές δεξιότητες και ευκαιρίες ένταξης, ώστε ο ανήλικος να μη νιώθει ότι ο μόνος του δρόμος είναι η παραβατική συμπεριφορά.
- Είναι εξατομικευμένες: Κάθε παιδί έχει μια ιστορία. Η «θεραπευτική» προσέγγιση, που συνδυάζει όρια με υποστήριξη, είναι αυτή που μειώνει ουσιαστικά την παραβατικότητα και προστατεύει τη δημόσια ασφάλεια μακροπρόθεσμα.
Η πολιτική της αυστηρής τιμωρίας μπορεί να ικανοποιεί προσωρινά το αίσθημα δικαίου της κοινής γνώμης, αλλά επιστημονικά είναι μια συνταγή που συνήθως δεν αποδίδει. Αν θέλουμε λιγότερα θύματα και ασφαλέστερες γειτονιές, η λύση δεν είναι περισσότερη φυλακή και ποινές, αλλά περισσότερη στοχευμένη αποκατάσταση.

Τι θα λέγατε σε έναν γονιό που αρχίζει να βλέπει ανησυχητικές συμπεριφορές στο παιδί του; Ποια είναι τα «καμπανάκια» που δεν πρέπει να αγνοήσει;
Αν μιλούσα σε έναν γονιό που αρχίζει να ανησυχεί, θα του έλεγα πρώτα το εξής: Το να παρατηρείς είναι φροντίδα, όχι πανικός. Κανείς δεν ξέρει το παιδί σας καλύτερα από εσάς. Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα δεν είναι να «διορθώσετε» το παιδί, αλλά να του δείξετε ότι είστε εκεί —πραγματικά παρόντες και παρούσες— έτοιμοι και έτοιμες να ακούσετε χωρίς την απειλή της κριτικής.
Στο Connect, πιστεύουμε ότι η αλλαγή ξεκινά από τη σχέση. Ακούστε για να καταλάβετε, όχι για να απαντήσετε: Όταν το παιδί σάς δίνει ένα «σήμα» ότι θέλει να μιλήσει, αφήστε ό,τι κάνετε. Το μήνυμα πρέπει να είναι: «Είμαι εδώ για σένα», όχι «Είμαι εδώ για να σε κρίνω».
Φωτίστε τα «μικρά καλά»: Μην περιμένετε το μεγάλο κατόρθωμα για να πείτε έναν καλό λόγο. Αναγνωρίστε μια θετική κίνηση, μια στιγμή συνέπειας. Η αυτοεκτίμηση του εφήβου χτίζεται όταν νιώθει ότι οι γονείς του βλέπουν και το φως του, όχι μόνο τις σκιές του.
Οι κανόνες ως «συμφωνία»: Ειδικά στην εφηβεία, οι αυθαίρετες απαγορεύσεις φέρνουν αντίσταση. Δοκιμάστε να συμφωνήσετε μαζί τους κανόνες και τις συνέπειες. Δεν είναι θέμα απώλειας εξουσίας, είναι μάθημα σεβασμού και υπευθυνότητας.
Η παρουσία σας ως «αθόρυβο δίχτυ ασφαλείας»: Είναι φυσικό ο έφηβος να απομακρύνεται. Μην τον κυνηγάτε, αλλά μην εξαφανίζεστε.
Ζητήστε βοήθεια νωρίς – είναι προνοητικότητα, όχι αδυναμία: Όταν βλέπετε ότι μια δύσκολη συμπεριφορά παγιώνεται, μην περιμένετε την κρίση. Μια συζήτηση με έναν ειδικό είναι μια πράξη προστασίας. Είναι ο τρόπος σας να πείτε στο παιδί: «Σε νοιάζομαι τόσο, που θα ψάξω τα καλύτερα εργαλεία για να σε στηρίξω». Μπορείτε πάντα να απευθυνθείτε στο εξειδικευμένο Κέντρο Ημέρας «Connect Thessaloniki» (Διεύθυνση: Μοναστηρίου 12, Θεσσαλονίκη / Τηλέφωνο: 231 3115034 / Email: connect.thessaloniki@iasismed.eu)
Αλλάξτε τη γλώσσα σας: Αντί για ανάκριση, δοκιμάστε την ειλικρίνεια: «Παρατήρησα ότι τελευταία είσαι λίγο πιο κλειστός και ανησυχώ γιατί σε αγαπώ. Πώς νιώθεις εσύ;». Ακόμα κι αν δεν απαντήσει αμέσως, ο σπόρος της εμπιστοσύνης έχει φυτευτεί.
Το συμπέρασμα; Οι έφηβοι δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται γονείς που «αντέχουν» να μείνουν δίπλα τους στα δύσκολα, προσφέροντας σύνδεση αντί για κρίση.
Αν σας ζητούσαν να σχεδιάσετε από την αρχή μια εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση της βίας και της παραβατικότητας ανηλίκων, ποιες προτεραιότητες θα βάζατε πρώτες;
Η χώρα μας διαθέτει ήδη την «Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων 2025–2030», η οποία παρουσιάστηκε τον Μάιο του 2025 από την αρμόδια Επιστημονική Επιτροπή, με πρόεδρο την καθηγήτρια κυρία Αρτινοπούλου. Πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο κείμενο, πλήρως ευθυγραμμισμένο με τα σύγχρονα διεθνή πρότυπα.
Στο παρόν στάδιο, η προσοχή και η ενέργειά μας δεν θα πρέπει να επικεντρώνονται στη διατύπωση νέων θεωρητικών προσεγγίσεων, αλλά στην πλήρη και συνεπή εφαρμογή των 29 πολιτικών και 69 μέτρων που έχουν ήδη αποφασιστεί. Η Στρατηγική υιοθετεί μια ολιστική προσέγγιση, καλύπτοντας το σύνολο του φαινομένου — από την ενδοσχολική και διαδικτυακή βία έως τη δράση συμμοριών και την οπαδική βία.
Το πλαίσιο υπάρχει και είναι σαφές και επαρκές. Η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί πλέον από την ταχύτητα, τη συνέπεια και την αποφασιστικότητα με τις οποίες θα υλοποιηθούν όσα έχουν ήδη σχεδιαστεί.