Βία ανηλίκων: Τα 9 πρόσωπα της παιδικής παραβατικότητας – Πώς φτάσαμε στα βασανιστήρια

Η εγκληματολόγος Αγγελική Καρδαρά αναλύει στο τρίτο μέρος του αφιερώματος του Newsbomb τις πτυχές αυτού του νοσηρού φαινομένου
Βία ανηλίκων: Τα 9 πρόσωπα της παιδικής παραβατικότητας – Πώς φτάσαμε στα βασανιστήρια

Η αύξηση των περιστατικών βίας μεταξύ ανηλίκων δεν ανησυχεί μόνο τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς, αλλά πλέον προβληματίζει σοβαρά και τους ερευνητές του φαινομένου.

Η Αγγελική Καρδαρά, Διδάκτωρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ ΕΚΠΑ, Φιλόλογος, Εισηγήτρια-Συγγραφέας και Εκπαιδεύτρια Ε-Learning EΚΠΑ, Τακτική Επιστημονική Συνεργάτιδα Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, έχει πραγματοποιήσει ενδελεχείς μελέτες για το ζήτημα, ενώ έχει συγγράψει βιβλία σχετικά με την εγκληματικότητα. Όπως επισημαίνει στο Newsbomb, οι ρίζες της νεανικής επιθετικότητας δεν βρίσκονται μόνο στην προσωπικότητα των παιδιών, αλλά στους ίδιους τους θεσμούς που διαμορφώνουν την κοινωνική τους ταυτότητα: την οικογένεια, το σχολείο, την εργασία και το αξιακό περιβάλλον που τα περιβάλλει.

Ο τρόπος που οι θεσμοί αυτοί λειτουργούν –ή υπολειτουργούν– επηρεάζει άμεσα τη συμπεριφορά των νέων και τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν τα όριά τους.

Η κυρία Καρδαρά τονίζει την ανάγκη για περισσότερες δημιουργικές διεξόδους μέσα από το σχολικό περιβάλλον, όπου οι μαθητές θα μάθουν να συνεργάζονται, να θέτουν κοινούς στόχους και να ανακαλύπτουν τη δύναμη της ομαδικότητας μέσω δράσεων όπως το θέατρο, η μουσική, ο αθλητισμός και τα εικαστικά δρώμενα.

Τα παιδιά, όπως υπογραμμίζει, «συχνά δεν έχουν μάθει να θέτουν ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους όρια», ενώ η απουσία αξιών –όπως ο σεβασμός και η αλληλεγγύη– μπορεί να τα οδηγήσει σε μια επικίνδυνη εναλλαγή ρόλων ανάμεσα στον θύτη και το θύμα.

Η ίδια αναλύει τα εννέα βασικά σημεία που προβληματίζουν όχι μόνο τους γονείς, τους δασκάλους και του αστυνομικούς, αλλά και τους ακαδημαϊκούς ερευνητές του φαινομένου.

5f069cf6-6ddc-4eff-8258-b44a22b337f7.jpg

Newsbomb: Ποια θεωρείτε ότι είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τη σημερινή ενδοσχολική βία από αυτήν προηγούμενων δεκαετιών;

Αγγελική Καρδαρά: Η ενδοσχολική βία αποτελεί ένα διαχρονικό φαινόμενο. Ωστόσο, τα στοιχεία που μας προβληματίζουν περισσότερο σε ερευνητικό επίπεδο τα τελευταία χρόνια συνοψίζονται σε εννέα βασικά σημεία, τα οποία καταδεικνύουν ότι η εκδήλωση του φαινομένου σήμερα παρουσιάζει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Πρώτον, παρατηρείται μεγαλύτερη σκληρότητα και βιαιότητα στην εκδήλωση των συμπεριφορών, με δράστες και θύματα ανήλικα άτομα. Τα τελευταία χρόνια έχουν έρθει στη δημοσιότητα περιστατικά ενδοσχολικής βίας που χαρακτηρίζονται όχι μόνο από εκτεταμένη σωματική και λεκτική βία, αλλά και από σαδιστικά στοιχεία σε βάρος του παιδιού που θυματοποιείται, γεγονός που προκαλεί κοινωνικό προβληματισμό.

Δεύτερον, καταγράφεται έκφραση συναισθηματικής απάθειας απέναντι στον πόνο και τον εξευτελισμό του θύματος, τόσο από τους μαθητές που εκδηλώνουν τις βίαιες συμπεριφορές όσο και από παιδιά που είναι αυτόπτες μάρτυρες των εν λόγω περιστατικών. Η απουσία ενσυναίσθησης και η κανονικοποίηση της βίας αποτελούν ανησυχητικά στοιχεία της σύγχρονης σχολικής πραγματικότητας.

Τρίτον, διαπιστώνεται ότι τα ανήλικα άτομα δρουν πλέον περισσότερο ομαδικά και λιγότερο ατομικά. Οι επιθέσεις αυτές φέρουν έντονο το στοιχείο της ανισότητας, καθώς ομάδες στρέφονται εναντίον ενός ατόμου, σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και με τη χρήση επικίνδυνων μέσων, όπως μαχαίρια, μπαλτάδες ή δέσιμο με μονωτική ταινία. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά από εμπλεκόμενους, ακόμη και οι λεγόμενοι «άγραφοι νόμοι του δρόμου», που κάποτε ίσχυαν, σήμερα καταργούνται. Για παράδειγμα, στο παρελθόν, όταν ένα παιδί βρισκόταν πεσμένο στο έδαφος, δεν δεχόταν επίθεση με τέτοια βιαιότητα από τόσα άτομα, καθώς η ανισότητα δύναμης γινόταν σεβαστή. Στη σημερινή εποχή οι εικόνες που καταγράφονται σε κινητά τηλέφωνα από επιθέσεις ανηλίκων σε σχολικά προαύλια, δρόμους και πλατείες είναι σοκαριστικές και αποτυπώνουν την κλιμάκωση της βίας.

Τέταρτον, παρατηρείται εκτεταμένη χρήση της τεχνολογίας για την καταγραφή βίαιων περιστατικών στον χώρο του σχολείου και ακολουθεί η διαπόμπευση του θύματος μέσω της ανάρτησης των βίντεο σε διαδικτυακές πλατφόρμες. Άμεση συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι η ταχύτατη αναπαραγωγή των εικόνων βίας στον διαδικτυακό χώρο και ο στιγματισμός του παιδιού που θυματοποιείται, ενώ θα έπρεπε να προστατεύονται τα προσωπικά του δεδομένα και η ψυχική του ακεραιότητα.

Πέμπτον, εντοπίζεται ο μιμητισμός των βίαιων πράξεων, η «ηρωοποίηση» των δραστών και η περιθωριοποίηση των θυμάτων, με αποτέλεσμα τον επανατραυματισμό τους. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται ιδιαίτερα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Έκτον, δυσλειτουργικές συμπεριφορές που ξεκινούν από το σχολικό περιβάλλον ενδέχεται να μεταφερθούν εκτός σχολείου και να κλιμακωθούν, καθιστώντας τες ακόμη πιο βίαιες, επιθετικές και σκληρές, επηρεάζοντας ευρύτερα την κοινωνική ζωή των ανηλίκων.

Έβδομον, παρατηρείται απαξίωση του σχολείου και του εκπαιδευτικού ρόλου τόσο από μέρος της μαθητικής κοινότητας όσο και από έναν αριθμό γονέων. Η απαξιωτική αυτή στάση λειτουργεί ως επιβαρυντικός παράγοντας στην όξυνση του φαινομένου. Για τον λόγο αυτό, θεωρούμε σημαντική τη στάση που υιοθετούν οι γονείς απέναντι στο σχολείο και την εκπαιδευτική κοινότητα, καθώς επηρεάζει άμεσα τη στάση των παιδιών.

Όγδοον, μας απασχολεί η προβληματική σχέση με το σχολείο ενός αριθμού μαθητών και μαθητριών που υιοθετούν επιθετικές, εκφοβιστικές ή ακόμη και παραβατικές συμπεριφορές, τόσο εντός όσο και εκτός του σχολικού πλαισίου, γεγονός που υποδηλώνει βαθύτερα κοινωνικά και παιδαγωγικά ζητήματα.

Ένατον, καταγράφεται αύξηση επιθετικών και βίαιων συμπεριφορών από ανήλικα κορίτσια, ένα φαινόμενο που χρειάζεται να εξεταστεί προσεκτικά και σε βάθος, πέρα από στερεοτυπικούς και παραμορφωτικούς φακούς.

Έχετε κάνει λόγο σε ομιλία σας για «έναν κόσμο που αλλάζει». Ποιοι κοινωνικοί και οικογενειακοί παράγοντες τροφοδοτούν, κατά τη γνώμη σας, την έξαρση του σχολικού εκφοβισμού σήμερα;

Σε επίπεδο κοινωνικών παραγόντων, καταγράφονται ισχυροί κλυδωνισμοί στον κοινωνικό ιστό. Η κοινωνία μας έχει βιώσει πολλαπλές και διαδοχικές κρίσεις -οικονομική, αξιακή και υγειονομική- οι οποίες έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους τόσο στην παραβατικότητα ανηλίκων όσο και στο φαινόμενο της ενδοσχολικής βίας.

Σύμφωνα με τη θεωρία της θεσμικής δυσλειτουργίας, στο επίκεντρο τίθενται οι βασικοί κοινωνικοποιητικοί θεσμοί, όπως η οικογένεια, το σχολείο, η εργασία και η γενικότερη αξιακή ατμόσφαιρα της κοινωνίας. Ο τρόπος λειτουργίας ή υπολειτουργίας τους επηρεάζει άμεσα τα φαινόμενα αυτά. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να εξετάσουμε με ιδιαίτερη προσοχή και τον ρόλο του σχολείου.

Ειδικότερα, το εκπαιδευτικό σύστημα οφείλει να λάβει υπ’ όψιν τις σημαντικές διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στο προφίλ του μαθητικού πληθυσμού και να προσφέρει περισσότερες δημιουργικές διεξόδους στη νέα γενιά. Είναι ουσιαστικό να δοθούν περισσότερες ευκαιρίες στα παιδιά να έρθουν πιο κοντά στον χώρο του σχολείου, να συνεργαστούν δημιουργικά και να μάθουν να θέτουν κοινούς στόχους μέσα από σχολικές δραστηριότητες, όπως θεατρικές και μουσικές παραστάσεις, αθλητικούς αγώνες, εικαστικά δρώμενα.

Τα παιδιά που έχουν μια δυσλειτουργική σχέση με το σχολείο, που δεν έχουν μάθει να θέτουν στόχους, δεν έχουν ενδιαφέροντα ή φιλοδοξίες για προσωπική, ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξέλιξη, είναι πιο πιθανό να εμπλακούν σε επιθετικές και βίαιες συμπεριφορές σε σύγκριση με εκείνα που είναι προσηλωμένα στους στόχους τους και αγωνίζονται για την επίτευξή τους.

Σε ό,τι αφορά την οικογένεια, οι δυσλειτουργίες στο οικογενειακό περιβάλλον αναμφίβολα τροφοδοτούν το φαινόμενο. Οι δυσλειτουργίες αυτές διακρίνονται σε ορατές/εμφανείς και μη ορατές/λανθάνουσες. Το οικογενειακό περιβάλλον ασκεί ισχυρότατες επιδράσεις στις συμπεριφορές που εκδηλώνουν τα παιδιά στον χώρο του σχολείου.

Η οικογένεια αποτελεί τον πρώτο και καθοριστικό κοινωνικοποιητικό φορέα του ανηλίκου. Έτσι, ένα παιδί μπορεί να αντιγράφει επιθετικές και βίαιες συμπεριφορές που βιώνει στο οικογενειακό του περιβάλλον, από τον έναν ή και από τους δύο γονείς. Παράλληλα, παιδιά που μεγαλώνουν σε οικογενειακά περιβάλλοντα με προβλήματα επικοινωνίας, με γονείς αδιάφορους ή που δεν θέτουν σαφή όρια, αλλά και στον αντίποδα με γονείς που ασκούν υπερβολικά αυστηρή πειθαρχία χωρίς διάλογο, είναι πιθανό να εμπλακούν σε εκφοβιστικές συμπεριφορές. Τα παιδιά αυτά συχνά δεν έχουν μάθει να θέτουν ούτε και τα ίδια όρια ούτε έχουν εσωτερικεύσει αξίες όπως ο σεβασμός και η αλληλεγγύη.

Πώς επηρεάζουν τα social media και η ψηφιακή ζωή των παιδιών τις μορφές και την ένταση του bullying; Θα λέγατε ότι το cyberbullying είναι πλέον η «νέα κανονικότητα»;

Ο διαδικτυακός εκφοβισμός αποτελεί το νέο «πρόσωπο» του εκφοβισμού. Η νέα γενιά έχει εκτεθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από πολύ μικρή ηλικία και, δυστυχώς, σε αρκετές περιπτώσεις η χρήση της οθόνης από ανήλικα άτομα παραμένει ανεξέλεγκτη.

Όταν ένας ανήλικος χρησιμοποιεί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και γενικότερα το διαδίκτυο χωρίς εκπαίδευση και εποπτεία, είναι αναμενόμενο να εκτεθεί σε κινδύνους. Ένα παιδί που δεν έχει καλή επικοινωνία με την οικογένειά του και περνά απεριόριστες ώρες μπροστά από μια οθόνη χωρίς έλεγχο μπορεί ευκολότερα να πέσει θύμα διαδικτυακού εκφοβισμού ή να εμπλακεί σε παραβατικές συμπεριφορές.

Αν συνυπολογίσουμε την ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαπομπευθεί ένα ανήλικο θύμα στο διαδίκτυο και την εκτεταμένη αναπαραγωγή του υλικού, γίνεται σαφής η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της κατάστασης. Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προϋποθέτει ουσιαστική εκπαίδευση και ενεργή γονική εποπτεία, με σαφή όρια στον χρόνο χρήσης της οθόνης και έλεγχο των πλατφορμών που χρησιμοποιεί ο ανήλικος.

2d86fc91-538a-4ad7-8889-7656b1316fa6.jpg

Ποια είναι τα πρώτα σημάδια που μπορεί να δώσει ένα παιδί-θύμα ενδοσχολικής βίας και τι πρέπει να προσέχουν γονείς και εκπαιδευτικοί στην καθημερινότητα;

Υπάρχουν σαφώς σημάδια και είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί αυτό, ώστε γονείς και εκπαιδευτικοί να παραμένουν ευαισθητοποιημένοι και σε εγρήγορση. Το πρώτο βασικό σημάδι αφορά τις απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά και στις καθημερινές συνήθειες του παιδιού.

Μας προβληματίζουν, για παράδειγμα, περιπτώσεις όπου ένα παιδί που ήταν κοινωνικό κλείνεται ξαφνικά στον εαυτό του, αποφεύγει τις κοινωνικές επαφές, παρουσιάζει απότομη πτώση στις σχολικές του επιδόσεις ή αποσύρεται σταδιακά από σχολικές και εξωσχολικές δραστηριότητες.

Επιπλέον, ένα παιδί που εμφανίζεται στο σχολείο συνεχώς απομονωμένο, χωρίς παρέες, ανήσυχο ή φοβισμένο, οφείλει να κινητοποιήσει τους εκπαιδευτικούς του. Είναι σημαντικό να επιχειρείται η ένταξή του σε ομάδες, να πραγματοποιείται διάλογος μαζί του και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να ενημερώνονται οι γονείς.

Όταν οι παραπάνω συμπεριφορές δεν μπορούν να αποδοθούν απλώς σε εφηβικά «ξεσπάσματα», ενδέχεται να υποδηλώνουν κάτι βαθύτερο και, σε κάθε περίπτωση, απαιτείται διερεύνηση της αιτίας.

Υπάρχει ένα «προφίλ» θύτη και ένα «προφίλ» θύματος ή η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη; Βλέπετε συχνά ρόλους που εναλλάσσονται;

Ναι, οι ρόλοι μπορούν πράγματι να εναλλάσσονται. Έχουμε παρατηρήσει ότι παιδιά που έχουν θυματοποιηθεί και αισθάνονται περιθωριοποιημένα, χωρίς επαρκή στήριξη από την οικογένεια ή το σχολείο, μπορεί στη συνέχεια να εμπλακούν σε επιθετικές και βίαιες συμπεριφορές.

Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω, τόσο ως ερευνήτρια όσο και ως εκπαιδευτικός, ότι δεν εκδηλώνουν όλα τα παιδιά τέτοιες συμπεριφορές. Αν και ο μιμητισμός σε αυτές τις ηλικίες αποτελεί σημαντικό παράγοντα, μπορούν να εντοπιστούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που σκιαγραφούν το προφίλ των εμπλεκόμενων ανηλίκων.

Τα παιδιά που εκδηλώνουν εκφοβιστικές συμπεριφορές ενδέχεται να αντιγράφουν επιθετικά πρότυπα γονέων, να προέρχονται από δυσλειτουργικά οικογενειακά περιβάλλοντα με ανεπαρκή γονικό έλεγχο ή να έχουν βιώσει απόρριψη από την οικογένεια και το σχολείο. Συχνά προσπαθούν να επιβληθούν μέσα από ακραίες συμπεριφορές, καθώς δεν έχουν μάθει να εκφράζουν τα συναισθήματά τους με εποικοδομητικούς τρόπους ούτε έχουν αναπτύξει επαρκώς την ενσυναίσθηση.

Αντίστοιχα, τα παιδιά-θύματα ενδέχεται να έχουν ανεπαρκώς ανεπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες, να είναι απομονωμένα και να μην επικοινωνούν έγκαιρα τα συναισθήματά τους στους γονείς τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ύπαρξη ενός προσώπου αναφοράς, όπως ένας εκπαιδευτικός, είναι καθοριστικής σημασίας.

Τέλος, παιδιά χωρίς γονική εποπτεία στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι πιο ευάλωτα στους διαδικτυακούς κινδύνους. Πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι κάθε παιδί μπορεί να πέσει θύμα σχολικού ή διαδικτυακού εκφοβισμού. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως απαραίτητο τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί να παραμένουν διαρκώς ευαισθητοποιημένοι και σε εγρήγορση.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης