Πάσχα: Η καθιέρωση του εορτασμού, οι θρησκευτικές τελετές και τα λατρευτικά έθιμα
Το Πάσχα είναι μαζί με τα Χριστούγεννα οι δύο πιο σημαντικές γιορτές της Χριστιανοσύνης. Η λέξη προέρχεται από το εβραϊκό pesah (πέρασμα, παρέλευση). Η γιορτή του Πάσχα καθιερώθηκε από τους Αποστόλους, για την ανάμνηση της σταυρικής θυσίας του Χριστού, από την οποία πήγασε η σωτηρία του ανθρώπινου γένους.
Τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, οι διάφορες Εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Όμως, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) αποφάσισε να επιβάλλει τον κοινό εορτασμό του Πάσχα από όλες τις Εκκλησίες, κατά την Κυριακή που ακολουθεί μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας (21 Μαρτίου). Όμως οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, στην περίπτωση του Πάσχα δεν ακολούθησαν το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και γι’ αυτό το Πάσχα γιορτάζεται συνήθως διαφορετικές Κυριακές στις Ανατολικές Ορθόδοξες και στις Δυτικές Καθολικές Εκκλησίες. Φυσικά, έχει συμπέσει ο εορτασμός τους, ενώ γίνονται συζητήσεις, μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών να καθιερωθεί ο εορτασμός του Πάσχα από όλους τους Χριστιανούς την ίδια ημερομηνία.
Νερό, φωτιά και οι κύκλοι της ζωής
Στις πασχαλινές παραδόσεις υπάρχουν από τα πανάρχαια χρόνια δύο στοιχεία στα οποία αποδίδονταν εξαγνιστικές δυνάμεις: το νερό και η φωτιά. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.ά.) συνηθίζεται να ραντίζουν τους ανθρώπους και τα σπίτια, τη στιγμή ακριβώς που χτυπούν οι καμπάνες της Ανάστασης. Θεωρείται ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, το νερό ευλογείται και λαμβάνει προστατευτικές και θεραπευτικές ιδιότητες. Διαδεδομένη και σπουδαία, ανάμεσα στις πασχαλινές παραδόσεις είναι η χρήση της φωτιάς, την οποία άλλοτε ευλογούσαν τελετουργικά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου. Σε πολλά μέρη, συνήθιζαν να ανάβουν μεγάλες φωτιές στα γύρω υψώματα του οικισμού, με σκοπό να πετύχουν καλή συγκομιδή. Επίσης, στις στάχτες που διατηρούνταν όλο τον χρόνο, αποδίδονταν αποτρεπτικές, κατά του κακού, ιδιότητες.

Αν και το Πάσχα είναι ταυτισμένο με τη χριστιανική παράδοση, οι ρίζες των εθίμων αυτής της περιόδου έχουν πολύ μακρινή προέλευση: τις αρχέγονες τελετουργίες που αποτυπώθηκαν στις μυθολογίες όλων των λαών και οι οποίες βασίζονται στην έννοια της Ανάστασης, ως απόπειρας ερμηνείας των επαναλαμβανόμενων κύκλων της ζωής και της φύσης. Με τις διάφορες τελετουργίες, οι άνθρωποι γιόρταζαν την αναγέννηση της γης, την άνοιξη και υμνούσαν το φως του ήλιου, ενώ εξέφραζαν και την ανάγκη για καλυτέρευση της ζωής τους. Σαφής αναφορά σε αυτή την αρχέγονη λειτουργία αποτελεί η λέξη «Λαμπρή» που έχει αρχαίες ελληνικές ρίζες, η οποία εκφράζει πολύ περισσότερα από την εβραϊκής προέλευσης λέξη «Πάσχα». Άλλωστε, το λαμπρο- αποτελεί πρώτο συνθετικό πολλών λέξεων που σχετίζονται με το Πάσχα: λαμπριάτης (ψητό αρνί, γεμιστό που μαγειρεύεται κυρίως στην Άνδρο, τη μέρα του Πάσχα), λαμπροκουλούρα ή λαμπρόψωμο (πασχαλινό ψωμί), λαμπρόσκολα (οι ημέρες αργίας του Πάσχα), Λαμπροβδομάδα (η εβδομάδα της Διακαινησίμου κ.ά.).
Η Ανάσταση
Η διάθεση και η παράδοση για μια μεγάλη ανοιξιάτικη γιορτή υπήρχε πάντα στην Ελλάδα, αλλά η ψυχική και πνευματική χαρά από το θρησκευτικό γεγονός της Ανάστασης του Χριστού συναντήθηκε με τη φυσική αγαλλίαση της εποχής και δημιούργησαν το ελληνικό Πάσχα.
Ο Ιησούς Χριστός βγήκε θριαμβευτής με την ανάστασή Του, «θανάτω θάνατον πατήσας». Στον ελλαδικό χώρο, στα πολύ δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, η ανάσταση του Χριστού έδινε κάθε χρόνο την ελπίδα της απελευθέρωσης και συμβόλιζε με τα κείμενα και το περιεχόμενό τους, την απολύτρωση του Ελληνισμού από τον οθωμανικό ζυγό. Όταν η Ελλάδα απελευθερώθηκε, οι επαναστάτες γιόρτασαν το Πάσχα σαν να ήταν αυτοί οι «απ’ αιώνος δέσμιοι» που ο Χριστός έβγαλε από τον Άδη.

Η λέξη «Ανάσταση» έχει ταυτιστεί γενικά με τη μέρα του Πάσχα, ειδικότερα όμως με την ώρα του «Χριστός Ανέστη», τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Έχουμε όμως τρεις «αναστάσεις»: την πρώτη, που είναι η προαναγγελτική, τις πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, την κυρίως Ανάσταση, που γίνεται τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου ή τα χαράματα της Κυριακής του Πάσχα, ιδιαίτερα στα Επτάνησα (αυτή η «εωθινή Ανάσταση» γινόταν στα χρόνια της τουρκοκρατίας και της γερμανοιταλικης κατοχής) και τη «δεύτερη Ανάσταση», που γίνεται το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα.
Φυσικά, η νυχτερινή Ανάσταση έχει στην Ελλάδα τη μεγαλύτερη γραφικότητα, γιατί γίνεται στο ύπαιθρο, οι πιστοί κρατούν ένα αναμμένο κερί («προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι») φορώντας τα «καλά» τους, λαμπριάτικα ρούχα και εκδηλώνουν τη χαρά τους με κοινωνικά αισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης. Μόλις ο ιερέας πει το «Χριστός Ανέστη», ακολουθούν πυκνές, δυνατές και χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες και η ρίψη βεγγαλικών κ.λπ. από τους πιστούς που παρακολουθούν τη λειτουργία της Ανάστασης. Όλο αυτό το πανδαιμόνιο που επικρατεί δεν είναι πρόσφατη συνήθεια. Εξηγείται από την επιθυμία να διωχθούν τα δαιμόνια, τα «κακά πνεύματα». Από τα πανάρχαια χρόνια, υπήρχε η πίστη ότι αυτό γίνεται με εκφοβιστικούς θορύβους. Οι αρχαίοι Έλληνες χτυπούσαν χάλκινα σκεύη, ενώ σε όλους τους λαούς υπάρχει ανάλογη τελετουργία. Ουσιαστικά πρόκειται για ξόρκια απέναντι στα δαιμόνια που ξέμειναν από τον χειμώνα, αλλά και σε αυτά της άνοιξης που επιβουλεύονται την υγεία των ανθρώπων και τη σοδειά τους.

Το «φιλί της αγάπης» αποτελεί συχνά αφορμή για επανασύνδεση προσώπων ή διάλυση παρεξηγήσεων, ενώ το «Χριστός Ανέστη» έχει ως απάντηση το «Αληθώς ανέστη» ή «Αληθώς ο Κύριος». Εκτός από τους θορύβους, τις κωδωνοκρουσίες κ.λπ., ένα άλλο, δεύτερο μεγάλο στοιχείο που συνοδεύει και πλαισιώνει την Ανάσταση είναι το φως. «Το νυν πάντα πεπλήρωται φως» από τους ψάλτες και το εκκλησίασμα, ακολουθείται από το «Δεύτε λάβετε φως» του ιερέα προς τους πιστούς, λίγο πριν την Ανάσταση. Το αναστάσιμο φως πρέπει να είναι «καινούργιο». Σβήνονται όλα τα φώτα του ναού και ξανανάβονται από το φως του ιερέα (κατά τη σχετική παράδοση του Αγίου Φωτός και του Πανάγιου Τάφου).
Το φως στη συνέχεια μοιράζεται από τον έναν πιστό στον άλλο. Παλαιότερα, πρόσεχαν από ποιον το έπαιρναν και προτιμούσαν όποιον θεωρούσαν τυχερό. Τα κορίτσια έπαιρναν φως από άντρα, για να παντρευτούν μέσα στον ίδιο χρόνο. Η επιστροφή στο σπίτι συνδυάζεται μέχρι σήμερα, με τελετουργία. Συνήθως, πριν την αναχώρηση για την εκκλησία κάθε οικογένεια έσβηνε όλα τα εσωτερικά φώτα του σπιτιού, ακόμα και το τζάκι. Μέχρι και σήμερα, το αναστάσιμο φως μεταφέρεται στο σπίτι με προσοχή, να μην σβήσει. Πρώτα σταυρώνεται το ανώφλι της πόρτας με το φως από την εκκλησία. Ακολουθεί το καντήλι στο εικονοστάσι, ενώ γίνεται περιφορά του φωτός στα δωμάτια του σπιτιού σαν να τα αγιάζουν μ’ αυτό. Οι κτηνοτρόφοι και γενικότερα όσοι έχουν ζώα, μεταφέρουν το αναστάσιμο φως στον στάβλο ή τη στάνη.
Το αναστάσιμο δείπνο έχει ως κύριο έδεσμα τη μαγειρίτσα, καθώς έχει προηγηθεί η νηστεία, τουλάχιστον της Μεγάλης Εβδομάδας και κυρίως παλαιότερα, η νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Στο τραπέζι υπάρχουν και τα κόκκινα αβγά τα οποία τσουγκρίζουν οι συνδαιτυμόνες. Έχουν βαφτεί τη Μεγάλη Πέμπτη με χρώμα κόκκινο, παγανιστικό και εξορκιστικό. Σε μερικά χωριά της Μακεδονίας, τα αβγά βάφονται με κόκκινο ξύλο, την μπακάμη.

Η μέρα του Πάσχα – Η «δεύτερη Ανάσταση»
Η μέρα του Πάσχα, η Πασχαλιά, είναι μέρα γιορτινή. Μέρα χαράς, γλεντιού και υπερβολικής, συχνά, κατανάλωσης φαγητού. Από νωρίς το πρωί οι σούβλες παίρνουν… φωτιά. Το ψήσιμο του οβελία είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ελληνικό Πάσχα. Και μαζί και άλλοι κρεατομεζέδες (κοκορέτσι, κοντοσούβλι κ.ά.) που θα «πλαισιώσουν» τον οβελία, το πασχαλινό αρνί, μαζί με τα απαραίτητα, αλκοολούχα συνήθως ποτά. Τα τραγούδια και οι χοροί, σε επίπεδο οικογένειας, γειτονιάς ή και ευρύτερα, χωριού, κέντρων διασκέδασης κ.λπ. συνεχίζονται όλη τη μέρα του Πάσχα, με τα δημοτικά και λαϊκά τραγούδια να έχουν την τιμητική τους. Η «δεύτερη Ανάσταση» γίνεται το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα. Στο παρελθόν, τη μέρα του Πάσχα γίνονταν οι «αδελφοποιίες». Έτσι, οι αδελφοποιτοί ή βλάμηδες αισθάνονταν ιερότερο τον δεσμό τους.

Τέλος, στο παρελθόν εκτός από τους χορούς, περίοπτη θέση είχαν τη μέρα του Πάσχα και τα αγωνίσματα. Διεξάγονταν στην ύπαιθρο με τη συμμετοχή όλου του χωριού και περιλάμβαναν ιππασία, με τα άλογα να καβαλικεύονται χωρίς σέλα, ενώ σε ορισμένα μέρη, σημείο τερματισμού ήταν το καφενείο του χωριού όπου ο νικητής είχε το δικαίωμα να μπει με το άλογό του, τρέξιμο, με έπαθλο ένα ολόκληρο αρνί, άλμα (σε μήκος) με φόρα ή χωρίς, άλμα εις ύψος, πάλη, ρίψη πέτρας, άρση βαρών, διελκυστίνδα, αλλά και κούνια για τις γυναίκες. Αυτό δεν αποτελούσε απλό παιχνίδι ή ψυχαγωγία, αλλά ήταν συνήθεια, όχι σπάνια, σε αγροτικές γιορτές, που είχε, αρχικά τουλάχιστον, μαγικό μάλλον χαρακτήρα και αποσκοπούσε στην επίτευξη ευφορίας. Συνοδευόταν δε από σχετικά τραγούδια, όπως:
Κουνήσετε τις έμορφες, κουνήσετε τις άσπρες,
Κουνήσετε τις λεμονιές, που’ ναι ανθούς γεμάτες.
Πολλά απ’ όσα αναφέρθηκαν ανήκουν σ’ ένα παρελθόν, όχι και τόσο μακρινό. Το Πάσχα εξακολουθεί να γιορτάζεται με λαμπρότητα σε όλη την Ελλάδα και τα βασικά στοιχεία του παραμένουν αναλλοίωτα. Άλλα έχουν εκλείψει, άλλα έχουν περιοριστεί σε χωριά της επαρχίας. Ο εορτασμός του Πάσχα συνεχίζεται όλη τη βδομάδα της Διακαινησίμου (Λαμπροβδομάδα ή Ασπροβδομάδα) και κλείνει την Κυριακή του Θωμά.