Κι όμως, η πολιτική μάς αρρωσταίνει και το σώμα «ακούει» την ένταση – Τι έδειξε μεγάλη έρευνα
Διαδηλώτρια σε πολιτική συγκέντρωση
Μια είδηση που μας εξοργίζει, μια πολιτική αντιπαράθεση που συνεχίζεται στο οικογενειακό τραπέζι, η αγωνία για το αποτέλεσμα των εκλογών που δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε. Η πολιτική δεν περιορίζεται στις κάλπες και στη δημόσια συζήτηση: για πολλούς ανθρώπους γίνεται καθημερινό βάρος, επηρεάζοντας το σώμα, τη συναισθηματική τους κατάσταση και τις σχέσεις τους.
«Δεν πρόκειται για μεταφορά», λέει στο Newsbomb ο Μάνος Τσακίρης, καθηγητής Ψυχολογίας στο Royal Holloway και διευθυντής του Centre for the Politics of Feelings στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, ενός κέντρου που μελετά την αμφίδρομη σχέση συναισθημάτων και πολιτικής.
Μαζί με τη συνάδελφό του Mariana von Mohr, ο Έλληνας επιστήμονας μελέτησε περισσότερους από 2.000 Αμερικανούς γύρω από τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 και τις προεδρικές του 2024, καταγράφοντας την επιβάρυνση που απέδιδαν στην πολιτική σε τέσσερα πεδία:
- σωματικό,
- συναισθηματικό,
- συμπεριφορικό
- και κοινωνικό.
Όπως εξηγεί στη συνέντευξή του, η επιβάρυνση ήταν μεγαλύτερη κοντά στην προεδρική αναμέτρηση του 2024, ενώ οι ψηφοφόροι της Κάμαλα Χάρις ανέφεραν υψηλότερο κόστος ήδη πριν από την κάλπη — ένδειξη ότι το βάρος δεν περιοριζόταν στην αντίδραση απέναντι σε μια εκλογική ήττα.
Στο επίκεντρο των ευρημάτων βρίσκεται η ενδοδεκτικότητα, η αντίληψη των σημάτων που έρχονται από το εσωτερικό του σώματός μας. Η κρίσιμη διαφορά, σύμφωνα με τον καθηγητή, δεν ήταν απλώς πόσο παρατηρούσαν οι συμμετέχοντες τον καρδιακό παλμό ή τη σωματική τους ένταση, αλλά κατά πόσο εμπιστεύονταν το σώμα τους και μπορούσαν να βιώνουν τη δυσφορία χωρίς υπερβολική ανησυχία. Αυτή η σχέση συνδεόταν με λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις από την πολιτική, αλλά και με μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον — όχι με απόσυρση από τα κοινά.
Το ζητούμενο, τονίζει ο Μάνος Τσακίρης, είναι να παραμένουμε ενημερωμένοι και ενεργοί χωρίς να μας κατακλύζουν η οργή και ο φόβος, καλλιεργώντας αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «κριτικό αίσθημα»: να αναγνωρίζουμε όσα νιώθουμε και να ανταποκρινόμαστε συνειδητά, αντί να αντιδρούμε αυτόματα. Χωρίς, όμως, η ευθύνη να μετακυλίεται στον πολίτη και να μένουν στο απυρόβλητο η πολιτική, τα μέσα ενημέρωσης και οι πλατφόρμες που τροφοδοτούν την ένταση.
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Λέμε συχνά ότι “η πολιτική μάς αρρωσταίνει”. Από όσα καταγράψατε στην έρευνά σας, τι σημαίνει αυτό στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου; Πώς περνά η πολιτική ένταση από την οθόνη και τη δημόσια συζήτηση στον ύπνο, στο σώμα και στις σχέσεις του;
Μάνος Τσακίρης: Δεν πρόκειται για μεταφορά. Περίπου τέσσερις στους δέκα Αμερικανούς δηλώνουν ότι η πολιτική είναι σημαντική πηγή άγχους στη ζωή τους. Πολλοί αναφέρουν ότι χάνουν ύπνο, νιώθουν εξάντληση, δυσκολεύονται να ελέγξουν τα συναισθήματά τους ή πως οι διαπροσωπικές τους σχέσεις επιβαρύνονται. Στην έρευνά μας μετρήσαμε αυτό το κόστος σε τέσσερα πεδία: σωματικό, συναισθηματικό, συμπεριφορικό και κοινωνικό.
Στην πράξη, αυτό μοιάζει με κάτι πολύ οικείο. Ελέγχεις ξανά και ξανά τις ειδήσεις, ξυπνάς το βράδυ σκεπτόμενος μια εξέλιξη, λες πράγματα που μετανιώνεις σε μια συζήτηση, απομακρύνεσαι από φίλους ή συγγενείς λόγω πολιτικών διαφωνιών. Το σώμα μας αντιδρά στις πολιτικές απειλές όπως σε κάθε απειλή: με αυξημένο καρδιακό ρυθμό, ένταση και ορμόνες του στρες. Το πρόβλημα είναι ότι η σημερινή πολιτική δεν σταματά ποτέ, ιδίως για όσους ενδιαφέρονται για τις πολιτικές εξελίξεις. Η απειλή είναι συνεχής, και ένας βιολογικός μηχανισμός φτιαγμένος για τις σύντομες κρίσεις που μπορεί να ζήσουμε λειτουργεί πλέον διαρκώς. Χαρακτηριστικά, στο δείγμα μας το κόστος για την υγεία ήταν σημαντικά υψηλότερο κοντά στις προεδρικές εκλογές του 2024 απ' ό,τι γύρω από τις ενδιάμεσες εκλογές του 2022.
Στο επίκεντρο της μελέτης σας βρίσκεται η ικανότητα να “ακούμε” το σώμα μας. Μπορείτε να μας δώσετε ένα απλό παράδειγμα του πώς αυτό βοηθά απέναντι στο πολιτικό άγχος; Και πού βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε τα σήματα του σώματος και στο να ανησυχούμε υπερβολικά γι’ αυτά;
Με τη συνάδελφό μου Mariana von Mohr παρακολουθήσαμε περισσότερους από 2.000 Αμερικανούς στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 και στις προεδρικές εκλογές του 2024. Εκτός από τις πολιτικές τους στάσεις και το κόστος που είχε η πολιτική για την υγεία τους, τους ζητήσαμε να μας πουν πόσο προσέχουν και πόσο εμπιστεύονται τα σήματα που έρχονται από το εσωτερικό του σώματός τους. Οι ψυχολόγοι ονομάζουν αυτή την ικανότητα ενδοδεκτικότητα.
Στο επίπεδο της φυσιολογίας, η ενδοδεκτικότητα είναι ζωτικής σημασίας, γιατί ο εγκέφαλος τη χρησιμοποιεί για να ρυθμίζει λειτουργίες απαραίτητες για την επιβίωσή μας: από τον καρδιακό ρυθμό, την αρτηριακή πίεση και τη θερμοκρασία του σώματος μέχρι την πείνα και τις ορμόνες του στρες, όπως η κορτιζόλη και η αδρεναλίνη.
Ταυτόχρονα, τα σήματα αυτά έχουν μεγάλη ψυχολογική σημασία. Αποτελούν την πρώτη ύλη των συναισθημάτων μας και τη βάση για να καταλάβουμε πώς νιώθουμε: πόσο προσέχουμε τις αισθήσεις του σώματος, ευχάριστες ή δυσάρεστες· πόσο ρυθμίζουμε τη δυσφορία μας στρέφοντας την προσοχή στο σώμα ή το «ακούμε» για να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει· και πόσο βιώνουμε το σώμα μας ως ασφαλές και αξιόπιστο. Σε αυτά τα σήματα βασιζόμαστε όταν νιώθουμε ότι δεν είμαστε καλά ή ότι κάτι μας αναστάτωσε. Και, όπως αποδεικνύεται, το νόημα που δίνουμε σε αυτά τα σήματα έχει σημασία και για την πολιτική.
Ένα απλό παράδειγμα: φανταστείτε ότι διαβάζετε έναν τίτλο που σας εξοργίζει. Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα, το στήθος σφίγγεται, η αναπνοή κονταίνει. Κάποιος με καλή ενδοδεκτικότητα το προσέχει: «το σώμα μου αντιδρά μ’ έναν συγκεκριμένο τρόπο σε αυτό που διάβασα» και το εξετάζει. Αυτή η μικρή παύση κάνει τη διαφορά ανάμεσα στο να αντιδράσουμε και στο να ανταποκριθούμε. Η αντίδραση είναι αυτόματη: απαντάμε αμέσως με θυμό, κοινοποιούμε, σχολιάζουμε, παρασυρόμαστε από την ένταση. Η ανταπόκριση είναι συνειδητή: αφήνουμε την ένταση να κατακάτσει, διερευνούμε από πού προέρχεται αυτή η αντίδραση και τι σημαίνει, και τότε αποφασίζουμε τι θα κάνουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θυμώνουμε. Σημαίνει ότι ο θυμός μας γίνεται πληροφορία και όχι εντολή.
Η διάκριση που ρωτάτε είναι ακριβώς το κλειδί. Τα ευρήματά μας δεν οφείλονταν κυρίως στο πόσο προσέχει κανείς το σώμα του. Οφείλονταν σε δύο διαστάσεις: στο να μην ανησυχεί υπερβολικά όταν νιώθει δυσφορία, και στο να εμπιστεύεται το σώμα του ως ασφαλές και αξιόπιστο. Όποιος παρακολουθεί κάθε χτύπο της καρδιάς του με φόβο δεν «ακούει» καλύτερα το σώμα του, αλλά βρίσκεται σε υπερεπαγρύπνηση. Η προσαρμοστική ενδοδεκτικότητα σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι το σήμα, να το ερμηνεύεις ως πληροφορία και όχι ως συναγερμό, και να το χρησιμοποιείς για να ρυθμίσεις την αντίδρασή σου.
Μετά τις αμερικανικές εκλογές του 2024, οι ψηφοφόροι της Κάμαλα Χάρις ανέφεραν μεγαλύτερη επιβάρυνση, ενώ η καλύτερη σχέση με τα σωματικά τους σήματα συνδεόταν με λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις. Πώς ξεχωρίζετε εδώ το άγχος της εκλογικής ήττας από τον φόβο για πραγματικές αλλαγές που μπορεί να φέρει μια νέα κυβέρνηση στη ζωή τους;
Ειλικρινά, με τα δεδομένα μας δεν μπορούμε να τα ξεχωρίσουμε πλήρως, και πιθανότατα στην πραγματικότητα είναι αλληλένδετα. Δύο πράγματα όμως είναι ενδεικτικά.
Πρώτον, οι ψηφοφόροι της Χάρις ανέφεραν μεγαλύτερο κόστος για την υγεία τους ήδη πριν από τις εκλογές, πριν γνωρίζουν το αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για αντίδραση στην ήττα, αλλά για ένα βάρος που κουβαλούσαν ήδη. Αυτό συμφωνεί με προηγούμενες έρευνες στις ΗΠΑ όσον αφορά τις διαφορές μεταξύ Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικάνων.
Δεύτερον, ρωτήσαμε τους συμμετέχοντες πόσο φοβούνται για το μέλλον της χώρας και πώς φαντάζονται την κοινωνική τους θέση σε τέσσερα χρόνια. Στους ψηφοφόρους της Χάρις, η υψηλότερη ενδοδεκτικότητα συνδεόταν με λιγότερο φόβο για το μέλλον, τόσο πριν όσο και μετά τις εκλογές.
Θέλω να είμαι σαφής σε κάτι. Ο φόβος για πραγματικές πολιτικές αλλαγές μπορεί να είναι απολύτως εύλογος, και η ενδοδεκτικότητα δεν εξαφανίζει τις απειλές. Αυτό που φαίνεται να επηρεάζει είναι πόσο αυτός ο φόβος «κατοικεί» στο σώμα και πόσο μας κατακλύζει.
Το ενδιαφέρον είναι ότι όσοι φαίνεται να αντέχουν καλύτερα δεν είναι απαραίτητα εκείνοι που απομακρύνονται από την πολιτική. Πώς μπορεί κάποιος να παραμένει ενημερωμένος και ενεργός χωρίς να εξαντλείται; Και τι έδειξαν τα δεδομένα σας για τη διαφορά ανάμεσα στο πολιτικό ενδιαφέρον και στην πραγματική πολιτική δράση.
Αυτό ήταν για μας το πιο σημαντικό εύρημα. Θα περίμενε κανείς ότι όσοι «προστατεύονται» λόγω καλύτερης ενδοδεκτικότητας, το κάνουν επειδή αποσύρονται από την πολιτική. Συνέβη το αντίθετο. Όσοι είχαν υψηλότερη ενδοδεκτικότητα ήταν πιο πολιτικά εμπλεκόμενοι: έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον, συζητούσαν πιο συχνά για πολιτική και παρακολουθούσαν πιο στενά τα δημόσια πράγματα. Η διαφορά ήταν περίπου 12% πριν από τις εκλογές του 2024. Τέσσερις μήνες μετά, ένιωθαν επίσης πιο ικανοί να κατανοούν την πολιτική. Ήταν και πιο πεπεισμένοι ότι οι θεσμοί ακούν ανθρώπους σαν αυτούς.
Ως προς την πραγματική πολιτική δράση, η εικόνα είναι πιο σύνθετη, γιατί σε κάθε φάση της έρευνας μετρήσαμε διαφορετικά πράγματα. Στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022 μετρήσαμε την πρόθεση ψήφου πριν από τις εκλογές και τη συμμετοχή στην κάλπη μετά. Εκεί βρήκαμε μια θετική, αν και ασθενή, σύνδεση: όσοι είχαν υψηλότερη ενδοδεκτικότητα ήταν πιο πιθανό να σκοπεύουν να ψηφίσουν και να δηλώσουν ότι ψήφισαν. Το 2024, πριν από τις εκλογές, μετρήσαμε την πολιτική εμπλοκή που περιέγραψα: ενδιαφέρον, συζήτηση και παρακολούθηση των δημόσιων πραγμάτων.
Τέσσερις μήνες μετά τις εκλογές του 2024 μετρήσαμε και συγκεκριμένες ενέργειες: συμμετοχή σε διαδηλώσεις, υπογραφή ψηφισμάτων, δωρεές, αναρτήσεις για πολιτικά θέματα στο διαδίκτυο, επικοινωνία με εκλεγμένους. Εκεί η σχέση με την ενδοδεκτικότητα είχε την ίδια κατεύθυνση, αλλά δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Συνολικά, λοιπόν, η ενδοδεκτικότητα συνδέεται με μεγαλύτερο πολιτικό ενδιαφέρον και αίσθημα πολιτικής αποτελεσματικότητας, και ασθενώς με τη συμμετοχή στην κάλπη· για άλλες μορφές δράσης δεν έχουμε ακόμη σαφείς ενδείξεις. Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι ότι δεν συνδέεται με απόσυρση από την πολιτική.
Πρακτικά, δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ανάμεσα στο να νιώθουμε όλο και περισσότερο, με διαρκή οργή και ατελείωτο doomscrolling, και στο να νιώθουμε όλο και λιγότερο, δηλαδή να «κλείνουμε τον διακόπτη». Υπάρχει τρίτος δρόμος, αυτό που αποκαλώ κριτικό αίσθημα, κατ’ αναλογία με αυτό που ονομάζουμε κριτική σκέψη. Δηλαδή, να νιώθουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, να προσέχουμε τι κάνει το σώμα μας όταν μας αγγίζει μια είδηση ή ένα κοινωνικοπολιτικό γεγονός, να το ονομάζουμε, να δίνουμε νόημα στην προέλευσή του, συναισθήματος, και να ανταποκρινόμαστε αντί απλώς να αντιδρούμε.
Επειδή βασιστήκατε σε ερωτηματολόγια και όχι σε σωματικές μετρήσεις ή σε παρέμβαση: πόσο βέβαιοι μπορούμε να είμαστε ότι το να “ακούει” κάποιος καλύτερα το σώμα του τον προστατεύει — και όχι ότι οι λιγότερο αγχωμένοι άνθρωποι περιγράφουν εξαρχής καλύτερη σχέση με το σώμα τους; Τι θα χρειαζόταν για να το αποδείξετε;
Είναι εύλογη ερώτηση, και η απάντηση είναι ότι δεν μπορούμε να αποδείξουμε αιτιότητα. Τα δεδομένα μας είναι συσχετιστικά. Υπάρχουν όμως λόγοι που μας κάνουν να πιστεύουμε ότι το εύρημα δεν είναι απλώς αντανάκλαση του άγχους.
Πρώτον, η ενδοδεκτική ευαισθησία είναι αρκετά σταθερό χαρακτηριστικό. Στους ίδιους ανθρώπους, οι μετρήσεις με διαφορά περίπου πέντε μηνών ήταν πολύ παρόμοιες. Τη μετρήσαμε πριν από τις εκλογές και τη συνδέσαμε με το τι συνέβη αμέσως μετά, αλλά και τέσσερις μήνες αργότερα.
Δεύτερον, η σχέση μεταξύ ενδοδεκτικότητας και συμπτωμάτων παρέμεινε όταν λάβαμε υπόψη το κόμμα, δημογραφικά στοιχεία και, κυρίως, γνωστές στρατηγικές ρύθμισης του συναισθήματος, όπως την επαναξιολόγηση και την καταστολή. Αυτό δείχνει ότι δεν μετράμε απλώς «πόσο ήρεμος είναι κάποιος».
Τρίτον, το εύρημα επαναλήφθηκε σε τρεις μελέτες και δύο εκλογικές αναμετρήσεις.
Για να αποδείξουμε την αιτιακή σχέση θα χρειάζονταν δύο πράγματα. Το ένα είναι παρεμβάσεις: τυχαιοποιημένες μελέτες όπου κάποιοι συμμετέχοντες εκπαιδεύονται στην ενδοδεκτική επίγνωση και άλλοι όχι, και μετά συγκρίνουμε πώς αντέχουν μια εκλογική περίοδο για παράδειγμα. Το άλλο είναι αντικειμενικές μετρήσεις, όπως η ακρίβεια στην αντίληψη του καρδιακού παλμού, η μεταβλητότητα του καρδιακού ρυθμού ή η κορτιζόλη, ώστε να μη βασιζόμαστε μόνο σε αυτοαναφορές.
Η έρευνά σας αφορά τις ΗΠΑ. Τι θα θέλατε να εξετάσετε στην Ελλάδα πριν πούμε ότι ισχύει το ίδιο και εδώ; Και, αν επιβεβαιωθούν τα ευρήματα, πώς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν χωρίς να καταλήξουμε να λέμε στον πολίτη “μάθε να αντέχεις”, αφήνοντας έξω την ευθύνη της πολιτικής και του δημόσιου λόγου;
Η Ελλάδα διαφέρει σε πολλά σημεία. Έχει πολυκομματικό σύστημα και όχι δικομματικό. Έχει διαφορετική ιστορία πόλωσης. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς είναι χαμηλή, και η κοινωνία κουβαλά ακόμη το συλλογικό τραύμα της οικονομικής κρίσης. Θα ήθελα να δούμε αν η πολιτική στην Ελλάδα επιβαρύνει την υγεία των πολιτών με παρόμοιο τρόπο, ποιοι πλήττονται περισσότερο, και αν η ενδοδεκτικότητα παίζει τον ίδιο ρόλο. Ιδανικά αυτό θα γινόταν με αντιπροσωπευτικά δείγματα που παρακολουθούμε γύρω από μια εκλογική αναμέτρηση.
Για το δεύτερο σκέλος συμφωνώ απόλυτα με την ανησυχία σας. Το μήνυμα δεν πρέπει να είναι «το πρόβλημα είναι δικό σου, φτιάξε το». Η ευθύνη για ένα πολιτικό κλίμα που αρρωσταίνει τους πολίτες ανήκει πρώτα στην πολιτική, στα μέσα ενημέρωσης και στις πλατφόρμες που κερδίζουν από την οργή μας.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο: η σχέση ανάμεσα στην υγεία της δημοκρατίας και στην υγεία των πολιτών είναι αμφίδρομη. Η καλή δημοκρατική διακυβέρνηση ωφελεί την υγεία. Για παράδειγμα, στις χώρες που μετέβησαν στη δημοκρατία μεταξύ 1980 και 2016, το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε κατά μέσο όρο περίπου 3% μέσα σε μια δεκαετία. Η κακή δημοκρατική διακυβέρνηση (π.χ. διαφθορά) και πολωτικές πολιτικές, αντίθετα, μας αρρωσταίνουν. Και η κακή υγεία, με τη σειρά της, πλήττει την υγεία της δημοκρατία και τροφοδοτεί πολωτικές πολιτικές : έρευνες δείχνουν ότι οι άνθρωποι με καταθλιπτικά συμπτώματα ψηφίζουν λιγότερο, και ότι η κακή υγεία συνδέεται με μεγαλύτερη υποστήριξη σε δεξιά λαϊκιστικά κόμματα. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Για να σπάσει αυτός ο κύκλος χρειάζονται δύο πράγματα. Το πρώτο είναι το κριτικό αίσθημα των ίδιων των πολιτών. Όπως διδάσκουμε την κριτική σκέψη ως πολιτική δεξιότητα, μπορούμε να καλλιεργήσουμε και το κριτικό αίσθημα. Αυτό δεν σημαίνει να αντέχουμε περισσότερο, αλλά να μένουμε υγιείς και ταυτόχρονα ενεργοί. Το δεύτερο, και σημαντικότερο, είναι η συλλογική απαίτηση, με δημοκρατικά μέσα, για καλύτερη δημοκρατική διακυβέρνηση. Μια δημοκρατία χρειάζεται πολίτες που νιώθουν, όχι πολίτες που είναι απαθείς.