«Η Ελλάδα γερνά χωρίς γηρίατρους»: Η πρώτη επίκουρη καθηγήτρια προειδοποιεί
Η γηριατρική αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο για την Ελλάδα, καθώς ο πληθυσμός γερνά, αλλά το σύστημα υγείας και η ιατρική εκπαίδευση δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στις ανάγκες των ηλικιωμένων, που γίνονται όλο και περισσότεροι. Σε αντίθεση με πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπου η γηριατρική είναι αναγνωρισμένη εξειδίκευση εδώ και δεκαετίες, στη χώρα μας δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ως επίσημη εξειδίκευση, με τους λίγους γιατρούς που ασχολούνται συστηματικά με το αντικείμενο να έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό και να πιέζουν θεσμικά για την αναγνώρισή της.
Την ίδια στιγμή, η Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ επιχειρεί να καλύψει το κενό, αναπτύσσοντας μεταπτυχιακά προγράμματα όπως το «Φυσιολογία της Γήρανσης και Γηριατρικά Σύνδρομα», με στόχο να εκπαιδεύσει γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας στη φροντίδα των ηλικιωμένων και στη διαχείριση των λεγόμενων γηριατρικών συνδρόμων. Παράλληλα, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνουν μοντέλα ολιστικής αξιολόγησης των ηλικιωμένων, όπως το iCOPE, τα οποία όμως η Ελλάδα δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να εφαρμόσει συστηματικά στην πρωτοβάθμια φροντίδα, λόγω έλλειψης εξειδικευμένης εκπαίδευσης.
Για όλα αυτά, μιλά στο Newsbomb η Δρ Ευρυδίκη Κραββαρίτη, παθολόγος, επίκουρη καθηγήτρια Γηριατρικής στην Ιατρική Σχολή Αθηνών και συνεργάτις του ΕΚΠΑ, από τις ελάχιστες γιατρούς στην Ελλάδα με εξειδίκευση στη Γηριατρική στο εξωτερικό, η οποία συμμετέχει και στην προσπάθεια θεσμοθέτησης της εξειδίκευσης μέσω του ΚΕΣΥ.

Η Γηριατρική, άλλωστε, μας αφορά όλους -άλλους άμεσα, άλλους στο μέλλον- και για να ζήσουμε με την ποιότητα που θα θέλαμε όλα τα χρόνια που μας αναλογούν, θα πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπόψη μας. Το πρώτο βήμα, είναι να τη γνωρίσουμε αλλά και να θυμηθούμε ότι το λαϊκό ρητό για την ηλικία «είσαι όσο νιώθεις ότι είσαι» μπορεί να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Αρκεί, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε ο οργανισμός μας να ανταποκρίνεται σε αυτή, ή αλλιώς, να μην τον γεράσουμε πρόωρα. Το ζητούμενο, είναι η ποιότητα της ζωής, μέχρι το τέλος.
Όπως χαρακτηριστικά εξηγεί η Ευρυδίκη Κραββαρίτη, «σήμερα γνωρίζουμε ότι η χρονολογική ηλικία λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Μπορεί δύο άνθρωποι 75 ετών να έχουν εντελώς διαφορετική ζωτικότητα, λειτουργικότητα και αντοχές. Η γηριατρική προσπαθεί να εκτιμήσει τη βιολογική ηλικία, δηλαδή το πόσο πραγματικά αντέχει ο οργανισμός, ώστε να μην στερούμε από κάποιον μια σωτήρια θεραπεία που θα μπορούσε να αντέξει ή, αντίστροφα, να μην τον επιβαρύνουμε με θεραπείες που δεν θα αντέξει».
Και προσθέτει: «Η υγιής γήρανση ξεκινά από την πολύ μικρή ηλικία, ίσως και από την εμβρυϊκή ζωή. Υπάρχουν στοιχεία ότι ήδη τότε μπαίνουν οι βάσεις για το πόσο υγιή θα είναι τα κύτταρά μας και πόσο αργά θα γηράνουν. Παίζει ρόλο τόσο το DNA όσο και οι επιγενετικές επιδράσεις – δηλαδή οι μικροτροποποιήσεις στην έκφραση των γονιδίων μας από το περιβάλλον, τη διατροφή, τη σωματική άσκηση, το ψυχολογικό στρες, τα τραύματα και τις εμπειρίες της ζωής μας.
Περίπου το 30% του πόσο γρήγορα ή αργά θα γεράσουμε επηρεάζεται από το DNA μας. Ένα άλλο 30% μπορούμε να το επηρεάσουμε εμείς με τον τρόπο ζωής μας, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό σχετίζεται με τυχαίους παράγοντες και επιδράσεις εκτός ελέγχου μας, όπως η ρύπανση ή απρόβλεπτα γεγονότα. Η ψυχολογία, το κοινωνικό δίκτυο και η αίσθηση κοινότητας παίζουν τεράστιο ρόλο: οι στενές σχέσεις, η αλληλεγγύη και η συμμετοχή σε μια ζωντανή κοινότητα μπορούν να κρατήσουν τον άνθρωπο σε καλύτερη κατάσταση, κάτι που βλέπουμε χαρακτηριστικά στις λεγόμενες «blue zones», όπως η Ικαρία».
Για να πετύχουμε τους στόχους που θέτει ωστόσο, αυτό που χρειαζόμαστε είναι πια ένα εντελώς διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης της γήρανσης, διότι και οι εποχές, έχουνε αλλάξει…
Διαβάστε τη συνέντευξη:
Newsbomb: Τι είναι η Γηριατρική και γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη για αυτό το αντικείμενο στην Ελλάδα;
Ευρυδίκη Κραββαρίτη: Η Γηριατρική ασχολείται με τα ιδιαίτερα προβλήματα υγείας των μεγαλύτερων ηλικιών, κυρίως από τα 65 και πάνω – αν και το όριο δεν είναι απόλυτο. Οι άνθρωποι χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων εμφανίζουν γηριατρικά σύνδρομα νωρίτερα στη ζωή τους, κάτι που έχει φανεί και σε μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες, όπου, για παράδειγμα, η διαφορά στο προσδόκιμο επιβίωσης μεταξύ υποβαθμισμένης και εύπορης περιοχής του Λονδίνου έφτανε τα δέκα χρόνια.
Υπάρχει πολύ μεγάλη ανάγκη για επαγγελματίες υγείας ειδικά καταρτισμένους στη φροντίδα του ηλικιωμένου, γιατί η παθολογία στις μεγάλες ηλικίες είναι διαφορετική. Θέλει ιδιαίτερες γνώσεις για να προσαρμόζονται όλες οι ιατρικές ειδικότητες σε έναν άνθρωπο προχωρημένης ηλικίας και αυτή η κατάρτιση λείπει σε μεγάλο βαθμό από την ελληνική ιατρική κοινότητα, επειδή το αντικείμενο δεν υπήρχε στις ιατρικές σχολές τα προηγούμενα χρόνια.
Σε ποιο στάδιο βρίσκεται σήμερα η Γηριατρική ως εξειδίκευση στην Ελλάδα;
Στις περισσότερες δυτικές χώρες, όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ισπανία, οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, οι Σκανδιναβικές χώρες, ή το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γηριατρική είναι αναγνωρισμένη ιατρική εξειδίκευση ή ειδικότητα εδώ και δεκαετίες. Στην Ελλάδα, όμως, δεν έχει ακόμη θεσπιστεί ως επίσημη εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να είμαστε ελάχιστοι οι παθολόγοι και οι γενικοί γιατροί που έχουμε κάνει αυτή την εξειδίκευση στο εξωτερικό και έχουμε επιστρέψει.
Μέσα από τη θέση μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ως επίκουρη καθηγήτρια Γηριατρικής, αλλά και μέσω του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, συμμετέχω σε μια επιτροπή που έχει καταρτίσει σχέδιο νόμου για τη θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης. Το σχέδιο έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Υγείας από το ΚΕΣΥ, εξετάζεται από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά μέχρι σήμερα υπάρχει καθυστέρηση στην οριστική του έγκριση.

Ποια είναι τα λεγόμενα γηριατρικά σύνδρομα;
Τα γηριατρικά σύνδρομα είναι προβλήματα υγείας που εμφανίζονται συχνά στις μεγαλύτερες ηλικίες και καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ποιότητα ζωής. Αφορούν την κινητικότητα – δηλαδή κατά πόσο κάποιος μπορεί να περπατήσει και να κινηθεί αυτόνομα χωρίς αστάθεια και πτώσεις –, τα νοητικά προβλήματα όπως η άνοια και οι διαταραχές μνήμης, αλλά και τα ψυχολογικά προβλήματα, όπως η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές και ο εθισμός σε ουσίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατάχρηση αλκοόλ.
Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης η πολυπλοκότητα των νοσημάτων και η πολυφαρμακία, δηλαδή η ταυτόχρονη λήψη πολλών φαρμάκων. Η πολυφαρμακία ορίζεται συχνά ως λήψη περισσότερων από τέσσερις χρόνιες φαρμακευτικές αγωγές, αλλά κοιτάμε και την ποιότητά τους: αν είναι σωτήρια, αν παρατείνουν τη ζωή και βελτιώνουν τη λειτουργικότητα ή αν είναι ακατάλληλα φάρμακα που προκαλούν παρενέργειες.
Τι εννοείτε όταν μιλάτε για «ακατάλληλη πολυφαρμακία»;
Πολλοί ηλικιωμένοι λαμβάνουν φάρμακα για να ανακουφίσουν συμπτώματα, τα οποία όμως τους δημιουργούν περισσότερες παρενέργειες που δεν αναγνωρίζονται ως φαρμακευτικές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι βενζοδιαζεπίνες, γνωστά αγχολυτικά, που χρησιμοποιούνται καταχρηστικά. Αυτά μπορούν να προκαλέσουν αστάθεια και νοητική επιβράδυνση, τα οποία αποδίδονται λανθασμένα στη «μεγάλη ηλικία» και όχι στο φάρμακο.
Έτσι τα φάρμακα παραμένουν, οι παρενέργειες επιδεινώνονται με τον χρόνο, ενώ θα έπρεπε να διακοπούν και να αντικατασταθούν από πιο κατάλληλες επιλογές για ηλικιωμένους. Η ορθή διαχείριση και, όπου χρειάζεται, η μείωση της πολυφαρμακίας είναι από τα πιο σημαντικά πράγματα που κάνει ο Γηρίατρος.
Μιλήσατε και για ηλικιακό ρατσισμό στην ιατρική. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Ο ηλικιακός ρατσισμός εκδηλώνεται όταν γιατροί ή επαγγελματίες υγείας κρίνουν έναν άνθρωπο αποκλειστικά από τη χρονολογική του ηλικία. Για παράδειγμα, όταν λένε «δεν θα κάνουμε χειρουργείο γιατί είναι πάνω από 80» ή «δεν θα δώσουμε χημειοθεραπεία λόγω ηλικίας». Αυτή δεν είναι επιστημονική προσέγγιση.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι η χρονολογική ηλικία λέει μόνο τη μισή αλήθεια. Μπορεί δύο άνθρωποι 75 ετών να έχουν εντελώς διαφορετική ζωτικότητα, λειτουργικότητα και αντοχές. Η Γηριατρική προσπαθεί να εκτιμήσει τη βιολογική ηλικία, δηλαδή το πόσο πραγματικά αντέχει ο οργανισμός, ώστε να μην στερούμε από κάποιον μια σωτήρια θεραπεία που θα μπορούσε να αντέξει ή, αντίστροφα, να μην τον επιβαρύνουμε με θεραπείες που δεν θα αντέξει.
Πώς μπορούμε να προσδιορίσουμε τη βιολογική ηλικία; Υπάρχουν εξετάσεις γι’ αυτό;
Υπάρχει διεθνώς μεγάλη προσπάθεια να βρεθούν βιοδείκτες, δηλαδή αντικειμενικές μετρήσεις στο αίμα που να προσδιορίζουν τη βιολογική ηλικία, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κάτι καθολικά αποδεκτό. Προφανώς, οι συνήθεις εργαστηριακές εξετάσεις, όπως είναι η γενική αίματος, η αποτίμηση της λειτουργίας των νεφρών, και ο ενδελεχής βιοχημικός έλεγχος, μας δίνουν μια εικόνα για την κατάσταση των εσωτερικών οργάνων, αλλά δεν αρκούν.
Σήμερα το «gold standard» είναι η συνολική γηριατρική αξιολόγηση: συγκεκριμένα ερωτηματολόγια, τεστ μνήμης, μετρήσεις της κινητικότητας και της ευστάθειας, αξιολόγηση της νοητικής λειτουργίας. Από αυτά προκύπτουν συνολικά σκορ που δείχνουν αν κάποιος είναι σε θέση να αντέξει πιο βαριές θεραπείες ή αν είναι αυτό που ονομάζουμε «ευπαθής», δηλαδή αν με επιπλέον στρες – ένα χειρουργείο, μια λοίμωξη – κινδυνεύει να καταρρεύσει.
Αυτό το μοντέλο αξιολόγησης έχει θεσμοθετηθεί κάπως διεθνώς;
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει ένα μοντέλο ολιστικής αξιολόγησης στην πρωτοβάθμια φροντίδα, το οποίο είναι γνωστό με το ακρωνύμιο iCOPE (Integrated Care for Older People). Ουσιαστικά πρόκειται για ένα οργανωμένο πλαίσιο αξιολόγησης όλων των παραμέτρων που αναφέραμε – κινητικότητα, νοητική λειτουργία, ψυχική υγεία, διατροφή, φαρμακευτική αγωγή κ.ά.
Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν είναι ακόμη έτοιμη να εφαρμόσει συστηματικά ένα τέτοιο μοντέλο στην πρωτοβάθμια φροντίδα, γιατί απαιτεί γιατρούς επαρκώς εκπαιδευμένους στις αρχές της Γηριατρικής. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα κενά που προσπαθούμε να καλύψουμε μέσα από την εκπαίδευση.

Τι εκπαίδευση απαιτείται για έναν γιατρό που θέλει να ειδικευτεί στη γηριατρική;
Σήμερα, οι σπουδές στην Ιατρική διαρκούν έξι χρόνια και η ειδικότητα άλλα πέντε ή έξι χρόνια τουλάχιστον. Εκεί όπου υπάρχει θεσμοθετημένη Γηριατρική, αυτή έρχεται ως εξειδίκευση μετά τη βασική ειδικότητα – συνήθως της Παθολογίας ή της Γενικής Ιατρικής – και διαρκεί δύο χρόνια. Σε αυτό το διάστημα ο γιατρός μαθαίνει πώς να κάνει σωστά και αξιόπιστα την συνολική γηριατρική αξιολόγηση.
Χρειάζεται πολύ καλή θεωρητική βάση στην Παθολογία ή στη Γενική Ιατρική, ώστε να μπορεί να ξεχωρίζει τι οφείλεται σε συγκεκριμένα παθολογικά νοσήματα και τι στα γηριατρικά θέματα που έχουν διαφορετική αντιμετώπιση, όπως φυσιοθεραπεία, διατροφικές παρεμβάσεις ή – στο μέλλον – ειδικά φάρμακα για την ευπάθεια. Επιπλέον χρειάζονται ειδικά μαθήματα για τις άνοιες στις μεγάλες ηλικίες, για τα κινητικά προβλήματα, αλλά και εξοικείωση με ψυχιατρικά σύνδρομα όπως το οργανικό ψυχοσύνδρομο (ντελίριο), που συχνά εμφανίζεται σε νοσηλευόμενους ασθενείς.
Ποιες πρωτοβουλίες έχει αναλάβει η Ιατρική Σχολή Αθηνών;
Από το 2019, σε συνεργασία με τον τότε πρόεδρο της Ιατρικής Σχολής καθηγητή Πέτρο Σφηκάκη, δημιουργήσαμε ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών με τίτλο «Φυσιολογία της Γήρανσης και Γηριατρικά Σύνδρομα», το οποίο έχει μεγάλη απήχηση. Απευθύνεται όχι μόνο σε γιατρούς, αλλά και σε νοσηλευτές, φυσιοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές, ψυχολόγους, διατροφολόγους, οδοντιάτρους, φαρμακοποιούς – έναν ολόκληρο πλούτο επαγγελματιών που συνθέτουν τη διεπιστημονική ομάδα γύρω από τον ηλικιωμένο ασθενή.
Οι συνάδελφοι που το παρακολουθούν μας λένε ότι μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος αισθάνονται πολύ πιο έτοιμοι να διαχειριστούν τα προβλήματα των ηλικιωμένων. Παράλληλα, από τότε που εξελέγην επίκουρη καθηγήτρια γηριατρικής – η πρώτη ακαδημαϊκή θέση με αυτό το γνωστικό αντικείμενο στην Ελλάδα – ξεκινήσαμε και κατ’ επιλογή μάθημα γηριατρικής στο προπτυχιακό πρόγραμμα, με στόχο να ενταχθεί στο βασικό κορμό ώστε όλοι οι νέοι γιατροί να αποκτούν βασική γνώση στο αντικείμενο.
Πώς θα λειτουργήσει στην πράξη η εξειδίκευση, εφόσον εγκριθεί το σχέδιο νόμου;
Το σχέδιο νόμου που έχει υποβληθεί προβλέπει τη δημιουργία κέντρων εκπαίδευσης, όπου θα απασχολούνται με πλήρες ωράριο γιατροί που έχουν ήδη κάνει την εξειδίκευση στο εξωτερικό. Σε αυτά τα κέντρα θα γίνεται εκπαίδευση πάνω σε πραγματικά περιστατικά, με χορήγηση σταθμισμένων τεστ μνήμης, αξιολόγηση κινητικότητας και ευστάθειας, επαναξιολογήσεις σε βάθος χρόνου για να δούμε αν οι παρεμβάσεις μας είναι ωφέλιμες.
Η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει το λεγόμενο «brain regain»: τους γιατρούς που επιστρέφουν με τεχνογνωσία σε νέους τομείς, όπως η Γηριατρική, ώστε να δημιουργηθούν κέντρα εκπαίδευσης και να μεταδοθεί ένας νέος τρόπος σκέψης σε όλο το σύστημα υγείας.
Πότε ξεκινά πραγματικά η «υγιής γήρανση»; Μπορούμε να μιλήσουμε για πρόληψη πριν τα 65;
Η υγιής γήρανση ξεκινά από την πολύ μικρή ηλικία, ίσως και από την εμβρυϊκή ζωή. Υπάρχουν στοιχεία ότι ήδη τότε μπαίνουν οι βάσεις για το πόσο υγιή θα είναι τα κύτταρά μας και πόσο αργά θα γηράνουν. Παίζει ρόλο τόσο το DNA όσο και οι επιγενετικές επιδράσεις – δηλαδή οι μικροτροποποιήσεις στην έκφραση των γονιδίων μας από το περιβάλλον, τη διατροφή, τη σωματική άσκηση, το ψυχολογικό στρες, τα τραύματα και τις εμπειρίες της ζωής μας.
Περίπου το 30% του πόσο γρήγορα ή αργά θα γεράσουμε επηρεάζεται από το DNA μας. Ένα άλλο 30% μπορούμε να το επηρεάσουμε εμείς με τον τρόπο ζωής μας, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό σχετίζεται με τυχαίους παράγοντες και επιδράσεις εκτός ελέγχου μας, όπως η ρύπανση ή απρόβλεπτα γεγονότα. Η ψυχολογία, το κοινωνικό δίκτυο και η αίσθηση κοινότητας παίζουν τεράστιο ρόλο: οι στενές σχέσεις, η αλληλεγγύη και η συμμετοχή σε μια ζωντανή κοινότητα μπορούν να κρατήσουν τον άνθρωπο σε καλύτερη κατάσταση, κάτι που βλέπουμε χαρακτηριστικά στις λεγόμενες «blue zones», όπως η Ικαρία.
Αυτήν ακριβώς τη διαδικασία της πρόληψης των Γηριατρικών συνδρόμων μέσω έγκαιρης υιοθέτησης υγιούς προτύπου ζωής κατά τη μέση ηλικία, τέτοιου που να ευοδώνει την υγιή γήρανση, έχει ονομάσει ο μέντοράς μου, καθηγητής Πέτρος Σφηκάκης, «νεο-γηριατρική». Οι γηράσκουσες κοινωνίες μας χρειάζονται αυτού του τύπου την συμβουλευτική υπέρ της υγιούς γήρανσης, βασισμένη σε υψηλού επιπέδου ιατρική τεκμηρίωση από μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες, σε επίπεδο πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Ποιες είναι οι βασικές συμβουλές για υγιή γήρανση;
Οι βασικές συμβουλές είναι τρεις: μεσογειακή διατροφή, επαρκής και ποιοτική πρωτεΐνη και συστηματική άσκηση. Η μεσογειακή διατροφή, με έμφαση σε φρούτα, λαχανικά και πρωτεΐνη υψηλής διατροφικής αξίας – όπως ψάρι, όσπρια και ορισμένα είδη λευκού κρέατος – είναι θεμέλιο, ειδικά στις μέσες και μεγάλες ηλικίες, για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας. Το κόκκινο κρέας, αν και πλούσιο σε πρωτεΐνη, συνοδεύεται από μεταβολικούς παράγοντες που δεν είναι ιδανικοί.
Όσο για τη γυμναστική, υπάρχει η διαδεδομένη παρανόηση ότι όσο μεγαλώνουμε πρέπει να μειώνουμε τη δραστηριότητά μας «για να μην κουραζόμαστε». Είναι λάθος. Η σύσταση για την καρδιαγγειακή υγεία είναι τουλάχιστον 150 λεπτά αερόβιας άσκησης την εβδομάδα, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι όσο περισσότερη άσκηση κάνουμε, χωρίς τραυματισμούς, τόσο το καλύτερο. Μελέτες δείχνουν ότι όσοι αυξάνουν την άσκηση καθώς μεγαλώνουν είναι λιγότερο πιθανό να γίνουν «ευπαθείς».

Πότε και πώς πρέπει να μπει στη ζωή μας ο Γηρίατρος ή ο γιατρός με γηριατρική γνώση;
Όπως ο κάθε μεσήλικας, από τα 40 και μετά, οφείλει να επισκέπτεται προληπτικά τον γιατρό του μία φορά τον χρόνο – όχι μόνο για αιματολογικές εξετάσεις, αλλά και για μέτρηση πίεσης και βασική κλινική εξέταση – έτσι και μετά τα 70 αξίζει να γίνει έστω μία επίσκεψη σε γιατρό που γνωρίζει να ανιχνεύει γηριατρικά σύνδρομα. Μιλάμε για ήπιες νοητικές διαταραχές ή λανθάνουσα δυσθυμία, καταθλιπτικές διαταραχές που υποβόσκουν, σαμποτάρουν το κίνητρο για κοινωνική και σωματική δραστηριότητα και οδηγούν σε απομόνωση και ασθένεια.
Ιδανικά, αυτός ο γιατρός είναι Γηρίατρος ή ένας γενικός γιατρός/παθολόγος που εφαρμόζει το μοντέλο αξιολόγησης που προτείνει ο ΠΟΥ, πιάνει τα προβλήματα στα πρώτα τους σημάδια και εφαρμόζει προληπτικές δράσεις. Δεν πρέπει να θεωρούμε «φυσιολογικό» το ότι κάποιος μεγάλος άνθρωπος βαδίζει πιο δύσκολα ή πέφτει συχνά. Συχνά υποκρύπτονται ελλείψεις – π.χ. βιταμινών – ή καταστάσεις που μπορούν να προληφθούν ή να καθυστερήσουν με έγκαιρη παρέμβαση.
Πόσο μπορεί η Γηριατρική να αλλάξει την πορεία της ζωής ενός ηλικιωμένου;
Σε έναν πολύ ακμαίο 80χρονο που τρέχει μαραθώνιο, η γηριατρική δεν έχει πολλά να προσθέσει – η φύση τον έχει πριμοδοτήσει και τα καταφέρνει. Στον αντίποδα, σε έναν άνθρωπο που είναι ήδη κατάκοιτος, σπάνια θα καταφέρουμε να τον ξανασηκώσουμε στα πόδια του. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να καθοδηγήσουμε την οικογένεια σε πιο ουσιαστική, ανακουφιστική φροντίδα, να τους βοηθήσουμε να επικεντρωθούν σε ό,τι πραγματικά βελτιώνει την καθημερινότητα και όχι σε «νούμερα» όπως η χοληστερίνη όταν αυτά δεν αλλάζουν πια την ποιότητα ζωής.
Εκεί όπου η Γηριατρική είναι πραγματικά καθοριστική είναι στον ενδιάμεσο άνθρωπο, που «αρχίζει να παραπαίει». Εκεί μπορούμε, με σωστό συνδυασμό παρεμβάσεων – π.χ. έλεγχο φαρμάκων, πρόγραμμα άσκησης μυϊκής ενδυνάμωσης και ισορροπίας, διατροφική υποστήριξη, ρύθμιση όρασης, φροντίδα ποδιών, θεραπεία οστεοπόρωσης – να μειώσουμε κατά 20%-30% την πιθανότητα πτώσεων και, κατ’ επέκταση, καταγμάτων που οδηγούν σε κατάκλιση και μόνιμη απώλεια αυτονομίας. Το κέρδος είναι ότι αναβάλλουμε για χρόνια μια κατάσταση ανημπόριας.
Μπορούμε να πούμε πόσα χρόνια ζωής «κερδίζει» κανείς από τη γηριατρική φροντίδα;
Επιστημονικά δεν μπορούμε να δώσουμε ένα νούμερο, του τύπου «από τα 80 θα πάτε στα 90». Η γηριατρική είναι εξαιρετικά εξατομικευμένη. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε ότι μειώνει τις επιπλοκές των νοσημάτων, μειώνει την ιατρογενή βλάβη, αυξάνει την ποιότητα ζωής και την ικανοποίηση από τις υπηρεσίες υγείας. Σε ό,τι αφορά την απόλυτη επιβίωση, μπορεί να μην κάνει πάντα τη διαφορά – και αυτό είναι ειλικρινές να το πούμε. Η Γηριατρική δεν στοχεύει πρωτίστως στο «να ζήσεις περισσότερο», αλλά στο «να ζήσεις καλύτερα».
Ας μιλήσουμε και για ένα ευρύτερο κοινωνικό ζήτημα. Πώς επηρεάζει η γήρανση του πληθυσμού την κοινωνία και το σύστημα υγείας;
Ο πληθυσμός γερνά και γίνεται μια μετατόπιση ώστε οι μεγάλοι άνθρωποι να αποτελούν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό. Αν όλοι αυτοί είναι ανήμποροι, το σύστημα δεν θα αντέξει – ούτε οικονομικά ούτε ανθρώπινα. Δεν μας ενδιαφέρει απλώς να αυξήσουμε το προσδόκιμο ζωής από τα 82 στα 92, αν αυτά τα δέκα επιπλέον χρόνια είναι χρόνια ανημπόριας, πόνου και κατάκλισης. Ελάχιστοι θα ήθελαν να τα ζήσουν έτσι.
Γι’ αυτό η πρόληψη είναι απαραίτητη και η παρέμβαση πρέπει να στοχεύει στην καθυστέρηση της ανημπόριας, όχι μόνο στην επιβίωση. Χρειαζόμαστε πληθυσμούς που και στις μεγάλες ηλικίες θα είναι σε καλή λειτουργική κατάσταση. Αυτό αφορά ολόκληρη την κοινωνία, όχι μόνο τους ίδιους τους ηλικιωμένους.
Οι ασθενείς σας τι σας λένε ότι φοβούνται περισσότερο;
Οι μεγάλοι άνθρωποι ενδιαφέρονται τρομερά για την αυτονομία. Ο μεγαλύτερος φόβος τους είναι να γίνουν ανήμποροι και να εξαρτώνται από κάποιον για τη φροντίδα τους. Στην Ελλάδα εξακολουθούν να επιθυμούν, αν χρειαστεί, να τους φροντίζουν τα παιδιά τους και όχι κάποια υπηρεσία. Αυτό όμως συγκρούεται με την πραγματικότητα: οι μεσήλικες σήμερα έχουν τεράστιο φορτίο δουλειάς και οικογενειακών υποχρεώσεων, και συχνά δεν μπορούν να αναλάβουν πλήρη φροντίδα ενός γονιού.
Το παραδοσιακό μοντέλο της «πολυκατοικίας πάνω-κάτω» σιγά-σιγά εκλείπει, ενώ και το στεγαστικό πρόβλημα στις πόλεις κάνει πιο δύσκολη τη συγκατοίκηση γενεών. Χρειαζόμαστε ένα εναλλακτικό μοντέλο φροντίδας. Πρέπει να αρχίσουμε όλοι να σκεφτόμαστε από τα 60-65 πώς και πού θέλουμε να γεράσουμε και τι πρόβλεψη θα κάνουμε για την περίπτωση που εμείς ή ο σύντροφός μας αρρωστήσουμε. Αν δεν το κάνουμε, μετακυλίουμε την ευθύνη στα παιδιά μας, τη στιγμή που αυτά θα μεγαλώνουν τα δικά τους παιδιά.
Τι πρέπει να κάνει η πολιτεία σε αυτό το πεδίο;
Η πολιτεία οφείλει να βοηθήσει πέρα από την ιατρική φροντίδα. Χρειαζόμαστε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο και έναν μηχανισμό αποτίμησης της ποιότητας των υπηρεσιών σε οίκους ευγηρίας, πιστοποίηση φροντιστών ηλικιωμένων, ένα κεντρικό σύστημα από το οποίο οι οικογένειες να μπορούν να επιλέγουν ανθρώπους με αναγνωρισμένη κατάρτιση, όπως σήμερα συμβαίνει, σε κάποιο βαθμό, με τις αποκλειστικές νοσοκόμες στα νοσοκομεία.
Επιπλέον, απαιτείται αναδιοργάνωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και των νοσοκομείων, ώστε ο ηλικιωμένος να μπορεί να περιθάλπεται πιο αυτόνομα, χωρίς να είναι απαραίτητη η 24ωρη παρουσία ενός μέλους της οικογένειας στο πλευρό του. Ουσιαστικά, χρειάζεται ένας πλήρης ανασχεδιασμός του συστήματος φροντίδας των ηλικιωμένων, γιατί το σημερινό μοντέλο βασίζεται υπερβολικά στην οικογένεια και αυτό δεν θα μας φτάσει για τις επόμενες δεκαετίες.
Σας ρωτούν συχνά οι άνθρωποι και για το αισθητικό κομμάτι της γήρανσης; Πόσο σας απασχολεί ως γιατρό;
Προσωπικά δεν ασχολούμαι με το αισθητικό κομμάτι. Θεωρώ ότι το μεγάλο άγχος να «μην φαίνεται ότι έχω γεράσει» είναι μια ακόμη έκφραση του ηλικιακού ρατσισμού. Έχουμε συνδέσει τις μεγάλες ηλικίες με ανημπόρια, αχρηστία, κακή παρέα, με κάτι δηλαδή αρνητικό, και ο κόσμος προσπαθεί να μοιάζει νεότερος για να μη φέρει πάνω του αυτά τα στερεότυπα.
Το βλέπουμε πια ακόμη και σε πολύ νέες ηλικίες: άνθρωποι 25-30 ετών κάνουν botox. Αυτό, για μένα, δείχνει ότι κοιτάμε μπροστά, φανταζόμαστε τον εαυτό μας ηλικιωμένο και μας πιάνει απελπισία, γιατί δεν έχουμε κάτι θετικό να προσδοκούμε για την επόμενη φάση της ζωής. Πρέπει να αλλάξουμε αυτή την αντίληψη, γιατί δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα της γήρανσης.
Από ιατρική άποψη, οι ρυτίδες ή τα λευκά μαλλιά σας λένε κάτι για την υγεία ενός ανθρώπου;
Όχι. Κάποιος μπορεί να είναι υγιέστατος, με πολύ καλή φυσική κατάσταση, και να έχει πολλές ρυτίδες ή λευκά μαλλιά. Άλλος μπορεί να φαίνεται «καλοσυντηρημένος» και να είναι βιολογικά πιο γερασμένος. Στη γηριατρική αξιολόγηση δεν συμμετέχει καθόλου το αισθητικό κομμάτι.
Αυτό που εκφράζεται πραγματικά ως ομορφιά προς τα έξω είναι η ψυχική ηρεμία, η συγκρότηση, το αν κάποιος απολαμβάνει τη ζωή και έχει ενεργό ρόλο στην καθημερινότητά του. Αυτά είναι τα ουσιαστικά στοιχεία που μας ενδιαφέρουν.
Το μέλλον: Προσδόκιμο ζωής, άσκηση και υγεία των αγγείων
Πάντως δεν μπορώ να μην σας ρωτήσω… Το προσδόκιμο ζωής φαίνεται να αυξάνεται διαρκώς. Πού μπορεί να φτάσουμε;
Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι το προσδόκιμο ζωής μπορεί να μετατοπιστεί προς τα πάνω κατά δέκα ή και δεκαπέντε χρόνια σε συγκεκριμένους πληθυσμούς, εφόσον συνυπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις: ένα ισχυρό σύστημα υγείας που κάνει σωστές επιλογές και παρεμβάσεις χωρίς ηλικιακό ρατσισμό, και ένας τρόπος ζωής που προάγει την υγεία.
Βλέπουμε ήδη μια μεγάλη στροφή του ελληνικού πληθυσμού – ειδικά των μεσήλικων – προς τη σωματική άσκηση. Τα γυμναστήρια γεμίζουν από ανθρώπους που έχουν εντάξει την άσκηση στην καθημερινότητά τους, και πιστεύω ότι αυτή είναι η κύρια παρέμβαση που θα βοηθήσει στην άνοδο του προσδόκιμου επιβίωσης. Δευτερευόντως, ερχόμαστε εμείς οι γιατροί με τα όλο και καλύτερα φάρμακα για τα καρδιαγγειακά και τα μεταβολικά νοσήματα.
Ποιος είναι, τελικά, ο βασικός ιατρικός «στόχος» για να γερνάμε καλά;
Ένας από τους βασικούς παράγοντες είναι η υγεία των αγγείων μας. Λέμε ότι ένας οργανισμός είναι τόσο γερασμένος όσο γερασμένα είναι τα αγγεία του – αυτά που τροφοδοτούν με αίμα τον εγκέφαλο, τους μύες, την καρδιά και όλα τα όργανα. Η καλή υγεία των αγγείων, μέσα από άσκηση, σωστή διατροφή και κατάλληλη ιατρική θεραπεία όταν χρειάζεται, είναι κεντρική για τη μακροζωία και τη διατήρηση της λειτουργικότητας.
Θα ήθελα να κρατήσουμε και το εξής: Η Γηριατρική δεν είναι μια πολυτέλεια ή ένα «εξωτικό» αντικείμενο. Με τη δημογραφική γήρανση που βιώνουμε, αφορά όλη την κοινωνία. Χρειαζόμαστε εξειδικευμένη εκπαίδευση, αναδιοργάνωση του συστήματος υγείας, στήριξη της οικογένειας και νέες δομές φροντίδας, αλλά και μια αλλαγή νοοτροπίας απέναντι στη γήρανση. Αν δούμε τη μεγάλη ηλικία όχι ως καταδίκη, αλλά ως μια φάση ζωής που μπορεί να είναι δημιουργική και αξιοπρεπής, τότε και η ιατρική και η κοινωνία θα ακολουθήσουν.