Η ιστορία της Ελλάδας «αλυσοδέσμια» σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι

Η ιστορία της Ελλάδας «αλυσοδέσμια» σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι
ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει είχε γράψει κάποτε ο μεγάλος Γιώργος Σεφέρης, μόνο που στις μέρες μας δεν χρειάζεται παρά να… πεταχτείς μέχρι την Κηφισιά.

Εκεί από όπου έφυγε - με τη φλόγα της ελπίδας να πυρακτώνει τα σωθικά του - ένας άλλος μεγάλος της Ελλάδας, για να μην ξαναγυρίσει ποτέ, αφήνοντάς μας ανυπολόγιστης αξίας κληρονομιά. Και ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού αγώνα, Παύλος Μελάς, μάς την εμπιστεύτηκε, προσφέροντας την ίδια του τη ζωή μήπως και πυροδοτήσει τη θρυαλλίδα που φυλάμε καλά μουλιασμένη μέσα μας.

Όπως άλλωστε και τα ξυλόγλυπτα διακοσμητικά, θυμίζοντας κεντήματα της γιαγιάς, που αντιστέκονται σθεναρά στην τσουχτερή υγρασία και τις αδιαπραγμάτευτες ορέξεις του φθινοπωρινού ουρανού, στολίζοντας το εξωτερικό του ερειπωμένου σπιτιού του εθνικού μας ήρωα επί της οδού Τατοΐου 50…

«Μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές - με πόνους και με κόπους - πάνε και αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη στεκούμενα νερά. Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρά το κακό».

Και πόσο πιο επίκαιρος ο Έλληνας νομπελίστας τόσα χρόνια μετά…

Σε μια κοινωνία που ενώ είναι μέρα, ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι νύχτα, οι πιο αφελείς να τον πιστέψουν και οι πιο… επικίνδυνοι να αναρωτηθούν αν όντως είναι, το έδαφος προσφέρεται όχι μόνο για ανερυθρίαστη κονιορτοποίηση των ηθικών αξιών μας, αλλά και για ανενδοίαστη κατακρεούργηση των ιδανικών του Έθνους, της ιστορίας και της πολιτισμικής μας κληρονομιάς.

Υπό το… άγρυπνο βλέμμα της Εφορίας, ένα ιστορικό μνημείο, το σπίτι όπου έζησε με την οικογένειά του ο ήρωας του μακεδονικού αγώνα, Παύλος Μελάς, παραμένει παραδομένο στον ανελέητο χρόνο. Ένα σπίτι που κάποτε (στο θάνατό του) είχε πλημμυρίσει με τηλεγραφήματα συμπαράστασης και θαυμασμού από όλη την Ελλάδα...

Ένα σχεδόν αιώνα αργότερα, η εγγονή και κληρονόμος του Παύλου Μελά, Ναταλία Ιωαννίδη, η οποία ζει δίπλα στο εγκαταλελειμμένο σπίτι, παραμένει ταπεινή, όπως άλλωστε διδάχθηκε από τον παππού της.

«Σε μία εποχή όπως αυτή που ζούμε δεν θα μπορούσα να έχω την αξίωση από το κράτος να δίνει χρήματα για τη συντήρηση και την ανάδειξη ενός μνημείου που έχει κηρυχθεί επίσημα ως ιστορικό. Θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένος όποιος αντιδρούσε λέγοντας ότι έτσι κόβονται χρήματα από τη δημόσια υγεία», είχε τονίσει στον «Τύπο της Κυριακής», με ένα παράπονο ωστόσο να «σκίζει» τα σπλάχνα της.

«Γνωρίζουμε για τη νομοθετική πράξη που ψηφίστηκε το 2012 (νόμος 4042) αλλά ακυρώθηκε πριν καν εφαρμοστεί. Η ρύθμιση οδηγούσε σε δραστική μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για όσους έχουν βρεθεί με ένα ιστορικό μνημείο στην ιδιοκτησία τους. Ήταν η μόνη διέξοδος για δίκαιη και όχι ρουσφετολογική μεταχείριση. Ήρθε όμως ο νόμος (4152) τον Μάιο του 2013 και η ρύθμιση έγινε καπνός», καταλήγει…

Και μπορεί με την πενιχρή σύνταξή της να πληρώνει μετά βίας τα χαράτσια και τους φόρους, ωστόσο απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα της πώλησης του ακινήτου, σεβόμενη την ιστορικότητα του χώρου.

Όσο για το πώς ονειρεύεται το μνημείο δεκαετίες αργότερα;

«Σε τέτοια κατάσταση ώστε να έρχονται άνθρωποι και να καταλαβαίνουν τι σημαίνει να εγκαταλείπεις έναν παράδεισο για να θυσιάζεσαι προς όφελος των πιστεύω σου», εκμυστηρεύεται…

 DSC 4508

Προς το παρόν πάντως, αν και το ακραία λεηλατημένο σπίτι - τα θεμέλια του οποίου χτίστηκαν με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία - είχε ανακηρυχτεί από τον τότε (2009) υπουργό Πολιτισμού και νυν πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά σε ιστορικό μνημείο, βρίσκεται υπό το καθεστώς τριπλής πολιορκίας.

Γιατί μπορεί η υπηρεσία Αναστήλωσης Νεώτερων και Σύγχρονων Μνημείων να είχε προχωρήσει το 2009 στη στερέωση του κτιρίου, μοναδικό δείγμα εξοχικής κατοικίας (μέχρι το 1903, όταν και η οικογένεια Μελά εγκαταστάθηκε μόνιμα σε αυτό) του 19ου αιώνα, ωστόσο απλά «μακιγιάρισε» τα επείγοντα προβλήματα, αφήνοντας μια πινακίδα να το επιβεβαιώνει σε περίοπτη θέση.

Δεν είναι μόνο η φθορά και η εγκατάλειψη: η κεντρική αψίδα και τα μάρμαρα της σκάλας λείπουν, ολόκληρο το τζάκι έχει αφαιρεθεί, ξεφτισμένοι τοίχοι και ξηλωμένα πατώματα στο έλεος κυνηγών κρυμμένου θησαυρού.

Σε αυτά ήρθαν να προστεθούν ακραίοι πολιτικοί κύκλοι - που διεκδικούν να οικειοποιηθούν την οικία ως πολιτικό σύμβολο, σε μια προσπάθεια καπήλευσης της σύνδεσής της με τον Παύλο Μελά - αλλά και τυχάρπαστοι φορείς της πολιτείας.

Μοναδική νότα αισιοδοξίας, μια ομάδα επιστημόνων που έχει συσταθεί για τη διάσωση του ιστορικού αυτού μνημείου. Οι Τζίνα Σιδηροπούλου, Ελένη Ζαφειροπούλου, Πάνος Ραυτόπουλος και Γιάννης Μελάς ζητούν επιτακτικά τόσο από τον δήμαρχο Κηφισιάς, Γιώργο Θωμάκο, όσο και από την πολιτεία, να αναλάβουν πρωτοβουλία ώστε να βρεθεί άμεσα τρόπος χρηματοδότησης. Δίνουν μια άνιση μάχη με το χρόνο πριν το ιστορικό μνημείο, που απειλείται με κατάρρευση, υποκύψει σε αυτόν.

Να κάνουν ό,τι δεν κατάφεραν κυβερνήσεις 110 ολόκληρων χρόνων, σώζοντας ως θεματοφύλακες το «χτυποκάρδι» και την αγωνία του Ελληνισμού, η ηχώ των οποίων «τρυπά» με μανία τα εγκαταλελειμμένα ντουβάρια, αναζητώντας το κάλεσμα της Πατρίδας και της Ελευθερίας.

Ένα κάλεσμα που μάγεψε και παρέσυρε τον Παύλο Μελά, ο οποίος αργοπεθαίνει για δεύτερη φορά, την ώρα μάλιστα που η αγαπημένη του Μακεδονία απειλείται από τους Κομιτατζήδες των Σκοπίων και τους Κομιτατζήδες των Μνημονίων!

Ένας θάνατος πιο άτεγκτος και επαχθής από αυτόν που βρήκε στο χωριό Στάτιστα της Καστοριάς στις 13 Οκτωβρίου 1904 από τους Τούρκους , γιατί αυτή τη φορά τον δολοφονούν ανάλγητα οι συμπατριώτες του, σε μια Ελλάδα δέσμια της αιμοσταγούς «πολιτικής» των σύγχρονων Ευρωπαίων στυγνών… δικτατόρων.

Ίσως και αυτό να συμβολίζει η «αλυσοδεμένη» ελληνική σημαία στην κεντρική πόρτα του σπιτιού. Έναν κόφτη ρε παιδιά!

Φωτογραφίες: Γιώργος Διαμαντάκης

PHOTO GALLERY