Δεν θα γίνω σαν εσάς

Δεν θα γίνω σαν εσάς

Κυριακή πρωί. Καθόταν μόνος στον πάγκο γνωστής αλυσίδας καφέ, με ένα κουτάκι μπύρα μπροστά του ανοιγμένο, κοιτώντας προς τη Μεσογείων τα αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται. Με όλους όσοι μπαινοβγαίναμε δεν ασχολήθηκε στιγμή το βλέμμα του. Το είχε παρατημένα καρφώσει στο εξωτερικό περιβάλλον ως ασφαλέστερο της ανθρώπινης συναναστροφής. Ήταν τσαλακωμένος, αξύριστος και μόνος. Ήταν περασμένος.

Της Μαργαρίτας Θάνου 

Στην Ιαπωνία, διάβαζα, οι ηλικιωμένοι πρέπει να πεθάνουν, σύμφωνα με τον εκεί 72χρονο Υπουργό Οικονομικών, ώστε να μην υποστεί ζημία η οικονομία της χώρας. Δεν είναι χρήσιμοι. Είναι αντιπαραγωγικοί.

Ένας 94χρονος ο οποίος έχασε την επί 66 χρόνια σύζυγό του από καρκίνο, μην αντέχοντας τη σιωπή μέσα στο σπίτι του εγκατέστησε μια μεγάλη πισίνα στην αυλή του για τα παιδιά της γειτονιάς και τους γονείς τους. Ο τόσο ποθητός θόρυβος της επαφής επανήλθε.

Στις Τρεις Ψηλές Γυναίκες, ο Άλμπι βάζει την υπέργηρη ηρωίδα του να φωνάζει απελπισμένα «Έχω συρρικνωθεί! Ήμουν κάποτε τόσο ψηλή! Γιατί μάζεψα;», την ίδια ώρα που ο 26χρονος εαυτός της- μη αποδεχόμενος τα όρια και το αναπόφευκτο του γήρατος, την ανασφάλεια, τη βαθιά μοναξιά και τις φοβίες που αυτό σέρνει- νομίζει πως αποτρέπει το αναπότρεπτο κραυγάζοντας «Ποτέ δε θα γίνω σαν εσένα! Ποτέ!».

Χτυπώ το κουδούνι της γιαγιάς μου και ανεβαίνω. Έχει φέρει η μικρή μου ξαδέρφη το γιο της και κάθονται όλοι μαζί παρέα. Ο μικρός μαγεμένος από τη μεγάλη του γιαγιά την χαζεύει με τις ώρες να του μιλεί, να του τραγουδά, να τον χορεύει, όσο οι λοιποί συνωμοτικά απολαμβάνουμε το θέαμα εν πλήρει επιγνώσει της τύχης του μικρού.

Εικόνες μιας ηλικίας που έρχεται, μιας ζωής που διαρκώς ζυγίζεται, μιας ύπαρξης που αδιάλειπτα αντιφάσκει. Δεν είναι αποκλειστικά υπόθεση των γηρατειών η μοναξιά. Αυτό, αλίμονο, το ξέρουμε πια όλοι καλά.

Και είναι ακριβώς αυτό που μας καθιστά ασυγχώρητους.