Από τον Μάη της επανάστασης στον Οκτώβριο της οργής: Γιατί η Ευρώπη δεν αντέχει άλλο;
«Από το Παρίσι έως τα Τίρανα, οι αφορμές διαφέρουν. Η υποβάθμιση της εκπαίδευσης, η ακρίβεια, η διαφθορά, η ανεργία και η αβεβαιότητα τροφοδοτούν διαφορετικές κινητοποιήσεις»
Σχεδόν έξι δεκαετίες μετά τον Μάη του ’68, η κοινωνική δυσαρέσκεια επιστρέφει στους ευρωπαϊκούς δρόμους, αποκαλύπτοντας μια βαθύτερη κρίση: τη διάψευση των προσδοκιών, τη διάρρηξη της κοινωνικής εμπιστοσύνης και την αγωνία μιας γενιάς για το μέλλον της.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται πάντοτε. Μερικές φορές, όμως, επιστρέφει για να μας θυμίσει όσα οι κοινωνίες απέφυγαν να αντιμετωπίσουν.
Οι εικόνες από τη Γαλλία, την Αλβανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν αποτυπώνουν απλώς κοινωνικές αναταραχές. Πίσω από τις διαδηλώσεις, τα συνθήματα και την οργή διακρίνεται μια βαθύτερη ρωγμή: η διάψευση μιας υπόσχεσης που επί δεκαετίες κρατούσε ζωντανή την κοινωνική ελπίδα. Ότι κάθε νέα γενιά θα μπορούσε να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.
Σήμερα, αυτή η υπόσχεση μοιάζει να καταρρέει. Και μαζί της κλονίζεται η εμπιστοσύνη σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να ζητά προσπάθεια, μόρφωση και εργασία, χωρίς να εξασφαλίζει πάντοτε τις προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς ζωής.
Από το Παρίσι έως τα Τίρανα, οι αφορμές διαφέρουν. Η υποβάθμιση της εκπαίδευσης, η ακρίβεια, η διαφθορά, η ανεργία και η αβεβαιότητα τροφοδοτούν διαφορετικές κινητοποιήσεις. Πίσω τους, ωστόσο, αναδύεται ένα κοινό ερώτημα: Τι συμβαίνει όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην κοινωνία, αλλά η κοινωνία δεν ανταποδίδει;
Το ερώτημα μάς μεταφέρει στον ιστορικό Μάη του 1968. Τότε, φοιτητές και εργαζόμενοι στη Γαλλία αμφισβήτησαν τις αυταρχικές δομές, τις κοινωνικές ιεραρχίες και τις παραδοσιακές μορφές εξουσίας. Ο Κόκκινος Μάης δεν υπήρξε μόνο πολιτική εξέγερση. Αποτέλεσε μια βαθιά πολιτισμική ρήξη, μια συλλογική διεκδίκηση ελευθερίας και διαφορετικών τρόπων ζωής.
Σχεδόν εξήντα χρόνια αργότερα, η ιστορική πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η γενιά του 1968 αμφισβητούσε τα όρια μιας κοινωνίας που αναπτυσσόταν οικονομικά, διατηρώντας αυστηρές ιεραρχίες. Η σημερινή γενιά βρίσκεται αντιμέτωπη με την επισφάλεια, το δυσβάσταχτο κόστος στέγασης και την αβεβαιότητα της επαγγελματικής αποκατάστασης.
Τότε, οι νέοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να αλλάξουν τη ζωή. Σήμερα, πολλοί διεκδικούν πρωτίστως τη δυνατότητα να οικοδομήσουν μια ζωή.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο συγκλονιστική κοινωνιολογική διαφορά των δύο εποχών.
Ο Εμίλ Ντυρκέμ, μέσα από την έννοια της ανομίας, ανέδειξε τις συνέπειες της αποδυνάμωσης των κοινωνικών κανόνων και των σταθερών σημείων αναφοράς. Ο Ρόμπερτ Μέρτον εξήγησε την κοινωνική ένταση που δημιουργείται όταν προβάλλονται στόχοι επιτυχίας, χωρίς να παρέχονται σε όλους ισότιμες δυνατότητες επίτευξής τους.
Αυτή η αντίφαση αποκτά σήμερα σχεδόν οδυνηρή διάσταση. Ένας νέος μπορεί να σπουδάζει, να εργάζεται, να προσπαθεί αδιάκοπα και παρ' όλα αυτά να αδυνατεί να αποκτήσει οικονομική αυτονομία. Μπορεί να διαθέτει περισσότερα εφόδια από τους γονείς του, αλλά λιγότερες βεβαιότητες για το αύριο.
Η κοινωνιολογική έννοια της σχετικής αποστέρησης φωτίζει αυτή την πραγματικότητα. Η δυσαρέσκεια δεν γεννιέται μόνο από όσα στερείται αντικειμενικά ένας άνθρωπος, αλλά και από την απόσταση ανάμεσα σε όσα δικαιολογημένα προσδοκά και σε όσα πραγματικά μπορεί να κατακτήσει.
Όταν αυτή η απόσταση μεγαλώνει, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε θυμό. Και όταν χιλιάδες άνθρωποι αναγνωρίζουν την προσωπική τους αγωνία στη ζωή των άλλων, η ατομική δυσκολία αποκτά συλλογική φωνή.
Γιατί οι κοινωνίες δεν εξεγείρονται μόνο όταν φτωχαίνουν. Εξεγείρονται και όταν αισθάνονται ότι χάνουν την αξιοπρέπεια, τη φωνή και τη θέση τους μέσα στον κόσμο.
Η κρίση, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική. Είναι βαθιά θεσμική και υπαρξιακή. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην τους, ότι η κοινωνική αδικία διαιωνίζεται και ότι οι ανάγκες τους δεν ακούγονται, ο δρόμος μετατρέπεται σε χώρο διεκδίκησης ορατότητας.
Η καταδίκη της βίας και των καταστροφών παραμένει αυτονόητη. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να εξηγήσει τα αίτια της κοινωνικής έκρηξης. Μια δημοκρατία οφείλει όχι μόνο να προστατεύει τη νομιμότητα, αλλά και να ακούει τις κοινωνικές αγωνίες προτού αυτές μετατραπούν σε απόγνωση.
Παράλληλα, η ψηφιακή εποχή δημιουργεί ένα παράδοξο. Οι νέοι είναι περισσότερο συνδεδεμένοι από ποτέ, αλλά συχνά αισθάνονται βαθιά αποξενωμένοι. Παρακολουθούν καθημερινά εικόνες ευημερίας, ενώ δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη. Βλέπουν έναν κόσμο απεριόριστων δυνατοτήτων μέσα από τις οθόνες τους, αλλά έναν κόσμο περιορισμένων ευκαιριών έξω από αυτές.
Δεν γνωρίζουμε αν η Ευρώπη πλησιάζει έναν νέο Μάη του ’68. Άλλωστε, η κοινωνική οργή δεν οδηγεί αναγκαστικά στην πρόοδο· μπορεί να γεννήσει αλλαγές, αλλά και να τροφοδοτήσει επικίνδυνες αυταρχικές αντιλήψεις.
Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να διατηρήσει τη συνοχή της όταν οι νεότερες γενιές παύουν να πιστεύουν στο μέλλον που τους προσφέρει.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της τάξης στους δρόμους. Είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσα στις κοινωνίες.
Το 1968, μια γενιά φώναζε ότι ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Το 2026, μια άλλη γενιά μοιάζει να ρωτά αν υπάρχει ακόμη θέση γι' αυτήν μέσα στον κόσμο που της παραδίδουμε.
Και ίσως αυτή η ερώτηση να είναι πιο ανησυχητική από οποιαδήποτε εικόνα φλεγόμενου δρόμου.
Γιατί η πιο επικίνδυνη στιγμή για μια κοινωνία δεν είναι όταν οι νέοι της διαμαρτύρονται. Είναι όταν παύουν να πιστεύουν ότι έχουν μέλλον μέσα σε αυτήν.
*Η Κατερίνα Φιτσιάλου είναι κοινωνιολόγος MSc/PhDc, κοινωνική λειτουργός