Ο Μελέτης Μελετόπουλος αποδομεί το Ναυαρίνο και τον μύθο ότι «μας απελευθέρωσαν οι ξένοι»
Ο Μελέτης Μελετόπουλος, διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Γενεύης και λυκειάρχης της Ιονίου Σχολής, γνωστός και για τις διαλέξεις του σε ιστορικά ζητήματα, έχει αναπτύξει την κεντρική θέση ότι η Ελλάδα δεν οφείλει την ελευθερία της στις μεγάλες δυνάμεις, αλλά ουσιαστικά στην «αντοχή» και τη θυσία των ίδιων των Ελλήνων.
Στις παρεμβάσεις του για τον «ζωτικό μύθο του Ναυαρίνου», υποστηρίζει ότι η ξένη επέμβαση υπήρξε κυρίως εργαλείο ελέγχου μιας ήδη ώριμης Επανάστασης, κι όχι πράξη ανιδιοτελούς φιλελληνισμού. Με αφορμή την επέτειο του 1821, μιλά στο Newsbomb για τον ρόλο των φιλελλήνων, τα πραγματικά κίνητρα των μεγάλων δυνάμεων και το γιατί θεωρεί επικίνδυνο, μέχρι σήμερα, το αφήγημα «οι ξένοι μας έσωσαν» που διακινείται σε διάφορους κύκλους, στο εσωτερικό και το εξωτερικό…

«Το μήνυμα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» παραμένει επίκαιρο, όχι ως κυριολεκτικό σύνθημα βίας, αλλά ως υπενθύμιση ότι σε κάθε εποχή υπάρχουν άνθρωποι σε ξένο έλεγχο και ότι η εθνική αξιοπρέπεια απαιτεί εγρήγορση απέναντί τους. Μόνο όταν εμπιστευθούμε τις δικές μας δυνάμεις και αρνηθούμε τον ρόλο του «προστατευόμενου λαού» μπορούμε να σταθούμε πραγματικά ελεύθεροι», υπογραμμίζει, αναλύοντας τη θέση του επικαλούμενος την ανάλυση των ιστορικών γεγονότων μακριά από «αφηγήματα», όπως αναφέρει.
Newsbomb: Κύριε Μελετόπουλε, όταν μιλάτε για την Ελληνική Επανάσταση, θέτετε έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στους ιδιώτες φιλέλληνες και στις μεγάλες δυνάμεις που ενεπλάκησαν στον Αγώνα. Τι εννοείτε ακριβώς;
Μελέτης Μελετόπουλος: Διαχωρίζω ριζικά τον ηρωισμό των ιδιωτών φιλελλήνων από την πολιτική των μεγάλων δυνάμεων. Άλλο οι χιλιάδες άνθρωποι που ήρθαν εθελοντικά να πολεμήσουν για το ιδεώδες της ελευθερίας ενός έθνους που χάρισε στην ανθρωπότητα τη δημοκρατία, την επιστήμη και τη φιλοσοφία, και πολλοί από αυτούς έπεσαν στο πεδίο της μάχης, και άλλο η στάση κυβερνήσεων όπως της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, οι οποίες δεν κινούνται από αισθήματα και ιδανικά, αλλά αποκλειστικά από το στενό εθνικό τους συμφέρον.
Το είπε ωμά ο Πάλμερστον: Οι μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν μόνιμους φίλους, έχουν μόνιμα συμφέροντα. Αυτό ισχύει απολύτως για την Ελληνική Επανάσταση. Δεν τίθεται θέμα φιλελληνισμού στη στάση των μεγάλων δυνάμεων, τίθεται μόνο θέμα σύγκλισης ή απόκλισης του δικού τους συμφέροντος με τον σκοπό της απελευθέρωσης των Ελλήνων. Μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι κάποιοι μας αγάπησαν και μας «βοήθησαν» ανιδιοτελώς.
Ας δούμε πιο συγκεκριμένα την Αγγλία, που την έχουμε συνδέσει ιδιαίτερα με την απελευθέρωση, λόγω και της στάσης του Κάνινγκ. Πώς εξελίχθηκε η βρετανική πολιτική απέναντι στην Επανάσταση;
Η αρχική στάση της Αγγλίας ήταν εξαιρετικά αρνητική, τουλάχιστον μέχρι το 1822, όσο Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο Κάσλρεϊ, γιατί θεωρούσαν ταμπού το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία φράζει τον δρόμο της Ρωσίας προς τη Μεσόγειο, άρα έπρεπε να διατηρηθεί πάση θυσία. Όταν όμως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς και ιδίως μετά τα Δερβενάκια κατάλαβαν ότι δεν μπορούν να αναχαιτίσουν τον αγώνα των Ελλήνων, άλλαξαν στάση: με τον Κάνιγκ στο ΥΠΕΞ, από το 1822, κινήθηκαν στην κατεύθυνση μιας περιορισμένης ελληνικής ανεξαρτησίας στη νότια Βαλκανική.

Τι σημαίνει αυτή η «περιορισμένη ανεξαρτησία» για τον αρχικό σκοπό της Επανάστασης;
Σημαίνει εκτροπή της Επανάστασης από τον αρχικό της στόχο, που ήταν η απελευθέρωση του συνόλου του Ελληνισμού, προς τη δημιουργία ενός μικρού, ελεγχόμενου, μη βιώσιμου και εξαρτημένου κρατιδίου. Στην ουσία μιλάμε για ένα προτεκτοράτο των μεγάλων δυνάμεων, κι αυτό ακριβώς έγινε. Για να το πετύχουν, χρησιμοποίησαν μοχλούς όπως τα επαναστατικά δάνεια και μια ολέθρια προσωπικότητα, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που ανέλαβε εργολαβικά να περιορίσει την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης στα όρια που είχε θέσει η αγγλική πολιτική.
Πάμε στη ρωσική πολιτική. Συχνά παρουσιάζεται ως «πιο φιλική» προς τους Έλληνες λόγω του ομόδοξου, των Ορλωφικών και των συνεχών ρωσοτουρκικών πολέμων. Συμφωνείτε;
Στην αρχή, ναι, υπάρχει μια σχετική ευμένεια. Ο Τσάρος δίνει άδεια στον Καποδίστρια, Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, να προστατεύσει την Ελληνική Επανάσταση και μέχρι το 1822 η ρωσική στάση είναι θετική. Το καλοκαίρι του 1822 όμως ο Τσάρος αρχίζει να φοβάται ότι, αν η Ελληνική Επανάσταση πάρει μεγάλες διαστάσεις, θα απειληθεί συνολικά η κυριαρχία των θρόνων στην Ευρώπη. Αλλάζει λοιπόν πολιτική, η Ρωσία κρατά ουδέτερη στάση μέχρι το 1826–1827, και μόνο όταν ο νέος Τσάρος κρίνει ότι τα συμφέροντά της συμπίπτουν με μια ρωσοτουρκική σύγκρουση, συντρίβει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και επιβάλλει, ως τρίτο άρθρο της συνθήκης της Αδριανούπολης, την ελληνική ανεξαρτησία.
Και η Γαλλία; Ήταν η χώρα που έστειλε χερσαία στρατεύματα στην πιο κρίσιμη περίοδο. Πώς εντάσσεται η εκστρατεία του στρατάρχη Μεζόν στην Πελοπόννησο σε αυτό το παζλ;
Η Γαλλία στέλνει τον Μεζόν για να εκκαθαρίσει τους οθωμανικούς θύλακες στη νότια Ελλάδα, αλλά έχει και αυτή τη δική της σκοπιμότητα. Θέλει να ανοίξει τον δρόμο για την αποικιοποίηση της Βόρειας Αφρικής και η εκστρατεία στην Πελοπόννησο λειτουργεί ως προοίμιο και μοντέλο για την μετέπειτα μεγάλη εκστρατεία στην Αλγερία, την Τυνησία κ.ά. Ο Μεζόν ουσιαστικά παραλαμβάνει, στο όνομα του ιδρυθέντος ελληνικού κράτους, τα φρούρια που κατέχουν ακόμα οι Τούρκοι, όπως η Πάτρα και η Αθήνα, χωρίς να δώσει ουσιώδεις μάχες με τον Ιμπραήμ· κάνει μια στρατιωτική «απογραφή» και όχι απελευθερωτικό πόλεμο. Άρα δεν μιλάμε ούτε εδώ για καθοριστική συμβολή.
Πιο συγκεκριμένα, ο Μεζόν δεν έδωσε αποφασιστικές μάχες με τον Ιμπραήμ. Στην ουσία έκανε μια εντυπωσιακή εκστρατεία με γεωγράφους, ζωολόγους, κοινωνιολόγους, φυτολόγους κ.λπ., κατέγραψε και παρέλαβε από τους Τούρκους διάφορα φρούρια που παρέμεναν υπό οθωμανικό έλεγχο. Περίμενε να βρεθεί τρόπος να φύγει ο Ιμπραήμ. Η στρατιωτική έκβαση είχε κριθεί από την αντοχή των Ελλήνων πριν εμφανιστούν τα γαλλικά στρατεύματα ως «απελευθερωτές».

Ωστόσο στη συνείδησή μας η Ναυμαχία του Ναυαρίνου και η ήττα του τουρκοαιγυπτιακού στόλου από τις μεγάλες δυνάμεις έχει καθοριστικό χαρακτήρα στην τελική επιτυχία του Αγώνα. Εσείς έχετε μιλήσει και γράψει για τον «ζωτικό μύθο του Ναυαρίνου». Τι εννοείτε;
Το Ναυαρίνο έχει μετατραπεί σε έναν ζωτικό μύθο, δηλαδή σε ένα απαραίτητο αφήγημα πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η εθνική μας αυτοεικόνα, αλλά που δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Η ναυμαχία δεν έγινε για την ελληνική ανεξαρτησία, έγινε για να καταστραφεί η ναυτική δύναμη του Μωχάμετ Άλι και να τεθεί η Αίγυπτος υπό τον έλεγχο της Αγγλίας, η οποία στη συνέχεια τον υποχρεώνει να κηρύξει την τυπική ανεξαρτησία του έναντι της Υψηλής Πύλης, ώστε να διαμορφωθεί ένα ουσιαστικά αγγλικό προτεκτοράτο. Αυτό συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της για τη διώρυγα του Σουέζ και τη συντόμευση της διαδρομής προς τις ινδικές και άλλες αποικίες της.
Δηλαδή θεωρείτε ότι η ναυμαχία δεν ήταν καθοριστική για την τύχη της Επανάστασης;
Λέω ότι, όταν έγινε το Ναυαρίνο, η έκβαση της Επανάστασης είχε κριθεί από τη στάση των ίδιων των Ελλήνων. Ο Ιμπραήμ είχε ήδη αποτύχει παταγωδώς να καταστείλει την Επανάσταση: η Αίγυπτος είχε οδηγηθεί σε χρεοκοπία, δεκάδες χιλιάδες Αιγύπτιοι είχαν σκοτωθεί στην Πελοπόννησο, και από το 1826 η αποτυχία του ήταν φανερή. Γι’ αυτό κιόλας συγκαλείται η Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας στις αρχές του 1827, έξι ολόκληρους μήνες πριν από το Ναυαρίνο, όπου διαμορφώνεται ήδη ο πυρήνας του ελληνικού κράτους με αγγλική συμμετοχή και υποστήριξη.
Επιστρέφω λίγο στον Ιμπραήμ. Πολλοί πιστεύουν ότι μετά το Ναυαρίνο «εξουδετερώθηκε». Τι συνέβη στην πραγματικότητα;
Ο Ιμπραήμ μετά το Ναυαρίνο παρέμεινε εγκλωβισμένος στην Πελοπόννησο, ανήμπορος να φύγει. Για να του επιτραπεί η αποχώρηση, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Αλεξάνδρειας μεταξύ του Κόδριγκτον και του Μωχάμετ Άλι. Αν δεν υπήρχε αυτό, ο Ιμπραήμ θα έμενε εκεί επ’ αόριστον, έχοντας ήδη χάσει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού του. Οι περιγραφές των πρώτων μηνών του 1828 μιλούν για ένα στράτευμα σε αποσύνθεση: λιποταξίες, εσωτερικές σφαγές, δυσεντερία, πείνα. Παρακαλούσαν τους Έλληνες να τους βοηθήσουν για να επιβιώσουν.
Άρα, ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο πραγματικός παράγοντας που καθόρισε τη νίκη;
Αυτό ήταν η γενναία, αδιάλλακτη στάση των Ελλήνων σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα και κυρίως στη φάση της εισβολής του Ιμπραήμ. Οι μεγάλες δυνάμεις παρενέβησαν όταν πλέον φοβήθηκαν ότι η Ελληνική Επανάσταση θα καταστεί ανεξέλεγκτη· παρενέβησαν για να την ελέγξουν και να την φέρουν σε μια έκβαση συμβατή με τα δικά τους συμφέροντα. Είχαν στα χέρια τους ισχυρά εργαλεία –πρόσωπα ελεγχόμενα, όπως ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέττης, και τα δάνεια– που λειτούργησαν ως μηχανισμοί ελέγχου συνειδήσεων και εξελίξεων.

Τι απαντάτε λοιπόν σε όσους, Έλληνες ή Τούρκους, ισχυρίζονται ότι «οι ξένοι μας απελευθέρωσαν»;
Θα τους απαντούσα ότι αυτό είναι μύθος, όχι ιστορία. Ο Τούρκος ιστορικός Σουκρού Ιλιτζάκ, ο οποίος μάλιστα εξελέγη καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έχει γράψει για το Ναυαρίνο ότι, πρώτον, οι Έλληνες νίκησαν τους Τούρκους στο έδαφος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και, δεύτερον, ότι ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828–1829 ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για τη συντριβή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όχι η ίδια η ναυμαχία. Τούρκοι ιστορικοί παραδέχονται ότι οι Έλληνες πολέμησαν λυσσαλέα μέχρι το τέλος για την ελευθερία τους και αυτοί είναι συχνά πιο κοντά στην πραγματικότητα από ορισμένους Έλληνες ψευδοϊστορικούς που λένε ότι «ο Ιμπραήμ κατέστειλε την Επανάσταση» και «το Ναυαρίνο μάς έσωσε» – αυτά είναι κατασκευασμένοι μύθοι.
Ωστόσο, εάν δεν είχε συμβεί ποτέ η ναυμαχία του Ναυαρίνου, τι πιστεύετε ότι θα γινόταν με την Επανάσταση;
Ένας Άγγλος ιστορικός, ο Ρόντρικ Μπίτον, που έχει ασχοληθεί εκτενώς με την Ελληνική Επανάσταση, έχει πει ότι είτε θα είχαμε μια μορφή ηγεμονίας είτε ένα αυτόνομο κράτος στην Πελοπόννησο, και σε κάθε περίπτωση αποδίδει την ελληνική ανεξαρτησία στο γεγονός ότι οι Έλληνες άντεξαν. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρεί ότι η ξένη παρέμβαση υπήρξε ο βασικός παράγοντας. Θέλω να το τονίσω αυτό: χωρίς τη δική σου διάθεση να υπερασπιστείς μέχρι και με τη ζωή σου την ελευθερία σου, κανείς δεν έρχεται να σε «διασώσει» – ούτε τότε, ούτε σήμερα.

Φτάνοντας στο σήμερα, ποιο είναι για εσάς το βασικό μήνυμα του 1821, ειδικά σε σχέση με τον Φιλελληνισμό και την ξένη παρέμβαση;
Ότι οι Έλληνες πρέπει να ξέρουν ότι δεν υπάρχουν φιλέλληνες· οι φιλέλληνες είμαστε εμείς. Αν εμείς δεν αγαπάμε τη χώρα μας, ουδείς θα έρθει να μας σώσει. Τα μηνύματα του 1821 παραμένουν απολύτως επίκαιρα, γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να απειλείται από μια Τουρκία που διατυπώνει απειλές, διεκδικήσεις και επιχειρεί να ασκήσει οικονομική και πολιτική πίεση.
Η Ελλάδα οφείλει να τηρεί απαρέγκλιτα τη γραμμή της ανεξαρτησίας και της αδιαλλαξίας έναντι ξένων επιβουλών και πιέσεων. Το μήνυμα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» παραμένει επίκαιρο, όχι ως κυριολεκτικό σύνθημα βίας, αλλά ως υπενθύμιση ότι σε κάθε εποχή υπάρχουν άνθρωποι σε ξένο έλεγχο και ότι η εθνική αξιοπρέπεια απαιτεί εγρήγορση απέναντί τους. Μόνο όταν εμπιστευθούμε τις δικές μας δυνάμεις και αρνηθούμε τον ρόλο του «προστατευόμενου λαού» μπορούμε να σταθούμε πραγματικά ελεύθεροι.