Ύπνος και καθημερινότητα: Τα όρια ανάμεσα στο φυσιολογικό και το ανησυχητικό
Ο ύπνος αποτελεί έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για τη σωματική και ψυχική υγεία, όμως στην εποχή της συνεχούς συνδεσιμότητας και των γρήγορων ρυθμών ζωής μοιάζει συχνά να περνά σε δεύτερη μοίρα. Από τη χρόνια αϋπνία μέχρι την υπνική άπνοια και από τη χρήση των οθονών μέχρι τη στέρηση ύπνου λόγω καθημερινών απαιτήσεων, οι διαταραχές του ύπνου απασχολούν όλο και περισσότερους ανθρώπους.
Για το πώς διαμορφώνεται σήμερα η «υγεία του ύπνου», ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι αλλά και ποια όρια πρέπει να μας προβληματίζουν, μιλά στο Newsbomb η Ψυχίατρος – Υπνίατρος MSc Ιατρικής του Ύπνου, Πέρσα Παπαθεοδοσίου.
Η ειδικός ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι ο ύπνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με έναν απόλυτο αριθμό ωρών, καθώς αποτελεί μια «ιδιαίτερα εξατομικευμένη βιολογική λειτουργία». Όπως εξηγεί, οι ανάγκες διαφέρουν σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, αν και οι περισσότεροι ενήλικες κινούνται στο εύρος των 7-9 ωρών τη νύχτα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν απολύτως υγιή άτομα που κοιμούνται λίγο λιγότερο ή λίγο περισσότερο.
Το κλινικό ενδιαφέρον, σύμφωνα με την ίδια, δεν εστιάζει τόσο στις ώρες καθαυτές όσο στις αλλαγές: «Αυτό που μας απασχολεί περισσότερο κλινικά δεν είναι ο απόλυτος αριθμός των ωρών, αλλά μια αλλαγή στις ανάγκες ύπνου ή η παρουσία έντονης ημερήσιας υπνηλίας».
Εάν κάποιος αρχίσει να χρειάζεται αισθητά περισσότερο ύπνο από ό,τι στο παρελθόν ή εμφανίζει επεισόδια υπνηλίας μέσα στη μέρα όπως σε μετακινήσεις, στην αναμονή ή ακόμη και μπροστά στην τηλεόραση τότε, όπως σημειώνει, αυτό αποτελεί λόγο αξιολόγησης από ειδικό. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να υποκρύπτεται κάποια διαταραχή ύπνου ή άλλο ιατρικό πρόβλημα που επηρεάζει την εγρήγορση.
Γιατί αυξάνονται οι διαταραχές ύπνου σήμερα
Αναφερόμενη στη σύγχρονη εικόνα των διαταραχών ύπνου, η Πέρσα Παπαθεοδοσίου επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα ευρύ σύνολο παθήσεων με διαφορετικά αίτια και μηχανισμούς. Η σημερινή αύξηση των διαγνώσεων, όπως εξηγεί, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι διαταραχές έχουν πράγματι αυξηθεί.
«Σήμερα διαθέτουμε καλύτερα διαγνωστικά εργαλεία και μεγαλύτερη ενημέρωση τόσο των επαγγελματιών υγείας όσο και του κοινού», αναφέρει, κάτι που οδηγεί σε περισσότερες αναγνωρισμένες περιπτώσεις και πιθανώς δημιουργεί την εντύπωση μιας γενικευμένης αύξησης.
Ωστόσο, διευκρινίζει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν συνολική άνοδο σε όλες τις διαταραχές ύπνου. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως η αποφρακτική υπνική άπνοια, η αύξηση του σωματικού βάρους στον πληθυσμό φαίνεται να συμβάλλει στην υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης.
Παράλληλα, ο σύγχρονος τρόπος ζωής παίζει καθοριστικό ρόλο: «μια κοινωνία που λειτουργεί σχεδόν επί 24ώρου βάσεως συχνά περιορίζει τον χρόνο που αφιερώνουμε στον ύπνο». Όπως υπογραμμίζει, η πιο συχνή αιτία ημερήσιας υπνηλίας σήμερα δεν είναι μια σπάνια διαταραχή, αλλά η χρόνια στέρηση ύπνου λόγω ανεπαρκούς χρόνου στο κρεβάτι.
Ο ρόλος των οθονών και του φωτός
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη σχέση φωτός, τεχνολογίας και ύπνου. Η ειδικός εξηγεί ότι το φως αποτελεί τον βασικότερο ρυθμιστή του βιολογικού μας ρολογιού. Οι οθόνες εκπέμπουν φως με υψηλή περιεκτικότητα σε μπλε φάσμα, το οποίο ο εγκέφαλος «διαβάζει» ως ένδειξη ημέρας.
Παρόλα αυτά, προειδοποιεί ότι δεν πρέπει να υπερεκτιμάται μόνο η επίδραση των οθονών: η συνολική έκθεση στο φως κατά τη διάρκεια της ημέρας και η σταθερότητα του ημερήσιου προγράμματος συχνά έχουν μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη χρήση της συσκευής το βράδυ.
Επιπλέον, τονίζει τον ρόλο του περιεχομένου: «Ένα έντονο επαγγελματικό email, μια αγχωτική είδηση ή η συνεχής ενασχόληση με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να αυξήσουν τη γνωστική και συναισθηματική διέγερση πριν τον ύπνο».
Άρα, όπως εξηγεί, το ζήτημα δεν είναι μόνο το φως, αλλά και ο τρόπος χρήσης των οθονών και η ψυχολογική διέγερση που προκαλούν.
Οι πιο συχνές διαταραχές ύπνου στην Ελλάδα
Στην κλινική πράξη, δύο είναι οι κυρίαρχες διαταραχές που συναντώνται συχνότερα: η χρόνια αϋπνία και η αποφρακτική υπνική άπνοια.
Η αϋπνία περιγράφεται ως δυσκολία στην έναρξη ή διατήρηση του ύπνου, ή πρόωρη αφύπνιση, με σημαντική επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής. Από την άλλη, η υπνική άπνοια χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες διακοπές της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου, συχνά με ροχαλητό, μη αναζωογονητικό ύπνο και έντονη ημερήσια υπνηλία.
Η ειδικός αποφεύγει τον όρο «επιδημία» για τις διαταραχές ύπνου. Όπως σημειώνει: «σίγουρα αναγνωρίζουμε περισσότερα περιστατικά σε σχέση με το παρελθόν», όμως αυτό σχετίζεται τόσο με την αύξηση παραγόντων όπως η παχυσαρκία όσο και με τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού, που πλέον αναζητά πιο εύκολα βοήθεια.
Πώς θα βελτιώσετε τον ύπνο σας χωρίς φαρμακευτική αγωγή
Όσον αφορά τη βελτίωση του ύπνου χωρίς φαρμακευτική αγωγή, η Πέρσα Παπαθεοδοσίου τονίζει πρώτα την ανάγκη σωστής αξιολόγησης: «Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουμε αν πράγματι υπάρχει πρόβλημα ύπνου που χρειάζεται αντιμετώπιση». Όπως επισημαίνει, αρκετοί άνθρωποι σήμερα ανησυχούν υπερβολικά για τον ύπνο τους χωρίς να υπάρχει ουσιαστική διαταραχή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης τάσης αυτοβελτιστοποίησης.
Η φαρμακευτική αγωγή, σύμφωνα με την ίδια, δεν προορίζεται για τη «βελτίωση» ενός φυσιολογικού ύπνου, αλλά για συγκεκριμένες διαγνώσεις και ενδείξεις.
Παράλληλα, αναφέρεται στη ραγδαία ανάπτυξη της Συμπεριφορικής Ιατρικής του Ύπνου, που εξετάζει πώς οι καθημερινές συνήθειες επηρεάζουν τον ύπνο και πώς μπορούν να τροποποιηθούν θεραπευτικά. Κεντρικό παράδειγμα αποτελεί η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία για την Αϋπνία (CBT-I), την οποία χαρακτηρίζει ως θεραπεία πρώτης γραμμής για τη χρόνια αϋπνία διεθνώς.
Όπως καταλήγει, «θα απέφευγα να δώσω γενικές συμβουλές για τον ύπνο χωρίς να γνωρίζω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο κάθε άνθρωπος», υπογραμμίζοντας την ανάγκη εξατομικευμένης προσέγγισης.
Η Ψυχίατρος – Υπνίατρος MSc Ιατρικής του Ύπνου, Πέρσα Παπαθεοδοσίου