Πως τα data θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα δημόσια έσοδα

Πως τα data θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα δημόσια έσοδα

«Σημαντικά τα οφέλη των ψηφιακών επικοινωνιών, υπολείπονται όμως από τις δυνατότητες που μπορούν πραγματικά να προσφέρουν στην Ελληνική Οικονομία» σύμφωνα με τη νέα μελέτη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΟΠΑ) για τις ψηφιακές επικοινωνίες στην Ελλάδα.

Η Ελλάδα αποτελεί ουραγό στις ψηφιακές επιδόσεις καθώς βρίσκεται στην 26η θέση στην ΕΕ-28 και κατατάσσεται στην ομάδα των χωρών με τη χαμηλότερη επίδοση στον Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI - Digital Economy and Society Index).

«Κύριος λόγος είναι», όπως αναφέρει η μελέτη «ότι το επενδυτικό περιβάλλον στην Ελλάδα δεν ευνοεί τις επενδύσεις σε δίκτυα νέας γενιάς και την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών».

Η μελέτη του ΟΠΑ ωστόσο εντοπίζει ότι υπάρχουν σημαντικές ευκαιρίες από τη δημιουργία δικτύων νέας γενιάς και την αύξηση της χρήσης υπηρεσιών δεδομένων, τις οποίες η πολιτεία θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Εάν η Ελλάδα συγκλίνει πλήρως με την Ευρώπη στη διείσδυση της χρήσης δεδομένων με παράλληλη επικράτηση ενός ευνοϊκού επενδυτικού πλαισίου το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 2,2% (4,49 δισ. ευρώ) και τα δημόσια έσοδα κατά 2,06 δισ. ευρώ, έως το 2020. Αντιθέτως, με τη διατήρηση ή και επιδείνωση του υφιστάμενου περιβάλλοντος και διατήρηση της απόκλισης από την ΕΕ, η επιπρόσθετη συμβολή των Ψηφιακών Επικοινωνιών στην οικονομία θα μειωθεί σε υποδιπλάσιο ποσοστό (1,1% στο ΑΕΠ και μόλις 1 δισ. ευρώ δημόσια έσοδα έως το 2020).

H μελέτη του ΟΠΑ προτείνει την υιοθέτηση ενός Εθνικού Σχεδίου Ψηφιακής Ανάπτυξης για την Ελλάδα με ορίζοντα το 2020 και ως άξονες δράσης την ενίσχυση των υποδομών, τη θέσπιση κατάλληλου, φιλικότερου και σταθερού Θεσμικού πλαισίου καθώς και λίνητρα για την υιοθέτηση ψηφιακών υπηρεσιών από τη δημόσια διοίκηση, τους ΟΤΑ, τις επιχειρήσεις κοκ και την ενίσχυση της εκπαίδευσης, έρευνας και νεοφυούς επιχειρηματικότητας.

Σύμφωνα με την έρευνα και παρά το δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον και την ύφεση που αντιμετωπίζει ο κλάδος οι κινητές επικοινωνίες έχουν αδιαμφισβήτητα σημαντική συμβολή στην Ελληνική οικονομία, όπως καταδεικνύουν τα μεγέθη για το 2015:

• Συμβάλλουν με 9,5 δισ. ευρώ ή 5,4% του ΑΕΠ συνεισφέροντας στα δημόσια έσοδα κατά 1,165 δισ. ευρώ
• Δημιουργούν 42,5 χιλιάδες θέσεις εργασίας άμεσα και έμμεσα.
• Περιορίζουν το κόστος υπηρεσιών τους στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Την περίοδο 2010-2015 το κόστος ομιλίας μέσω κινητών μειώθηκε κατά 45,5% και το κόστος χρήσης δεδομένων κατά 38,6%.
• Αυξάνουν τις επενδύσεις κατά 35%, αποτελώντας μαζί με τη σταθερή τηλεφωνία τον 7ο σημαντικότερο κλάδο με συνολικές επενδύσεις 719 εκατ. ευρώ
• Αποτελούν τον 3ο κλάδο σε παραγωγικότητα, που ανέρχεται σε 77 χιλ. ανά εργαζόμενο ετησίως.

Ως κύρια εμπόδια στην ανάπτυξη του κλάδου και τη μεγέθυνση του οφέλους για την ελληνική οικονομία η μελέτη του ΟΠΑ καταδεικνύει, κατά κύριο λόγο, τις εκκρεμότητες στην αδειοδότηση των σταθμών βάσης, την υπερφορολόγηση των υπηρεσιών και τις διαδικασίες κοστολόγησης του φάσματος.

Οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες και οι ασάφειες στη νομοθεσία συνεχίζουν να δημιουργούν σημαντικές καθυστερήσεις στην αδειοδότηση των σταθμών βάσης – την ομαλή ανάπτυξη των δικτύων και το ξεδίπλωμα των επενδύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι εξακολουθούν να απαιτούνται έως και δύο χρόνια για την αδειοδότηση σταθμών βάσης έναντι τεσσάρων μηνών, που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο. Επιπλέον, οι εταιρείες έχουν κόστος διαχείρισης των σχετικών διοικητικών διαδικασιών που αφορούν το δημόσιο, το οποίο φτάνει τα 28 εκατ., δηλαδή το 7% των συνολικών επενδύσεων του κλάδου κατ’ έτος.

Επίσης, με την επιβολή ειδικού τέλους κινητής τηλεφωνίας (το 2007 και το 2009) η Ελλάδα κατατάσσεται 1η στη φορολόγηση των κινητών επικοινωνιών στην ΕΕ-28 με τη συνολική φορολογική επιβάρυνση να φτάνει έως και το 49%. Τα δε δημόσια έσοδα που προέρχονται από το ειδικό τέλος κινητής εμφανίζουν σταθερή συρρίκνωση τα τελευταία χρόνια, απόδειξη ότι οι αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών εντείνουν την ύφεση στον κλάδο, χωρίς να επιφέρουν τα επιθυμητά δημοσιονομικά οφέλη.