«Όταν ο δάσκαλος πληγώνει και πληγώνεται»: Ήρθε η ώρα για την ψυχολογική αξιολόγηση εκπαιδευτικών

Τα πρόσφατα ακραία περιστατικά, αν και μειοψηφικά, καταδεικνύνουν μια ανάγκη στην οποία το υπουργείο Παιδείας δεν έχει ενσκύψει ακόμα...
«Όταν ο δάσκαλος πληγώνει και πληγώνεται»: Ήρθε η ώρα για την ψυχολογική αξιολόγηση εκπαιδευτικών

Τα πρόσφατα περιστατικά βίας, κακοποιητικών συμπεριφορών και οριακών καταστάσεων μέσα σε σχολικές αίθουσες – από καταγγελίες γονέων για χαστούκια σε μαθητές και λεκτικές ή ψυχολογικές επιθέσεις – μέχρι και το «αντίθετο», δηλαδή εκπαιδευτικοί να πέφτουν θύμα ακραίου bullying από τους μαθητές- έχουν ταράξει την εικόνα του «ασφαλούς σχολείου» και επαναφέρουν ένα δύσκολο ερώτημα. Πόσο προετοιμασμένοι και, κυρίως, πόσο ψυχικά θωρακισμένοι είναι οι άνθρωποι που στέκονται καθημερινά μπροστά σε παιδιά; Πόσο μάλλον δε, όταν σε πολλές περιπτώσεις, είναι κι οι ίδιοι τα θύματα...

Αυτό διαφαίνεται όχι μόνο από τις μαρτυρίες εκπαιδευτικών, που αισθάνονται όταν πηγαίνουν να κάνουν τη δουλειά τους ότι βρίσκονται σε... πεδίο μάχης, αλλά και από την τραγική, περίπτωση της Σοφίας Χρηστίδου, καθηγήτριας Αγγλικών στο 3ο Γενικό Λύκειο Θεσσαλονίκης, η οποία έχασε τη ζωή της μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Η άτυχη εκπαιδευτικός, όπως προκύπτει από το ρεπορτάζ, βρισκόταν υπό έντονη ψυχολογική πίεση, καθώς είχε πέσει θύμα bullying μέσα στο σχολείο όπου εργαζόταν. Επιπλέον, είχε παραπεμφθεί σε υγειονομική επιτροπή με αφορμή κατηγορίες περί αδυναμίας εκπλήρωσης των εκπαιδευτικών της καθηκόντων. Φίλοι και συνάδελφοι της εκλιπούσης τονίζουν πως η πίεση αυτή επιδείνωσε σημαντικά την κατάσταση της υγείας της. Και κατέληξε.

Πλέον, κι ενώ το υπουργείο Παιδείας εξετάζει σχέδια θεσμοθέτησης ψυχολογικών τεστ και τακτικής αξιολόγησης της ψυχικής κατάστασης των εκπαιδευτικών, ολόκληρη η εκπαιδευτική κοινότητα – συνδικαλιστές, δάσκαλοι, ψυχολόγοι – καλείται να τοποθετηθεί πάνω σε ένα ζήτημα που αγγίζει τα όρια μεταξύ επαγγελματικών δικαιωμάτων, παιδικής προστασίας και δημόσιου συμφέροντος.

Όπως και για τις περιπτώσεις κακομεταχείρισης μαθητών. Από την Πάτρα, όπου δασκάλα ειδικού σχολείου καταγγέλλεται ότι χαστούκισε επανειλημμένα 8χρονο παιδί στο φάσμα του αυτισμού, μέχρι το Λουτράκι, όπου εκπαιδευτικός φέρεται να χαρακτήρισε 6χρονο μαθητή «εν δυνάμει βιαστή» και να προσέφυγε στην αστυνομία, η εικόνα του σχολείου ως ασφαλούς καταφυγίου για τα παιδιά δοκιμάζεται. Αν σε αυτά προστεθούν οι καταγγελίες για λεκτική και ψυχολογική βία σε μαθήτρια στις Πανελλαδικές, αλλά και η απομάκρυνση νηπιαγωγού στη Μυτιλήνη μετά από διαμαρτυρίες γονέων για τρομοκρατική συμπεριφορά απέναντι σε νήπια, διαμορφώνεται ένα ανησυχητικό μωσαϊκό που, όσο μειοψηφικό κι αν είναι, δεν μπορεί πια να αγνοηθεί.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η συζήτηση για την ψυχολογική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών – από τα ψυχομετρικά τεστ μέχρι τις σταθερές δομές ψυχικής υποστήριξης – παύει να είναι θεωρητική και μετατρέπεται σε επείγον αίτημα μιας κοινωνίας που ζητά να ξέρει ποιοι στέκονται καθημερινά απέναντι στα παιδιά της.

Το Newsbomb συνομίλησε με εκπαιδευτικούς και ψυχολόγο, και όλοι καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: Ήρθε η ώρα για τη λήψη μέτρων, αρκεί αυτά να είναι σωστά, με επιστημονική βάση και να μην επιβαρύνουν το έργο των εκπαιδευτικών. Το «στοίχημα» είναι πολύ μεγάλο και σχετίζεται πια, όχι μόνο με την ψυχική ανθεκτικότητα των ίδιων των δασκάλων και καθηγητών, αλλά κατ’ επέκταση με ένα πιο υγιές μέλλον των παιδιών μας...

«Δεν φοβόμαστε τα ψυχομετρικά τεστ, αν είναι σοβαρά και δίκαια»

tsouxlos.jpg

Τη θέση της ΟΛΜΕ για το ενδεχόμενο να καθιερωθούν ψυχομετρικά τεστ και αξιολογήσεις ψυχικής καταλληλότητας στους εκπαιδευτικούς σχολίασε ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, Θοδωρής Τσούχλος, τονίζοντας ότι «κανείς δεν φοβάται την αλήθεια», αρκεί το μέτρο να εφαρμοστεί με σοβαρότητα και διαφάνεια.

«Κάθε κλάδος του Δημοσίου θα πρέπει να περνά από τέτοιες διαδικασίες — όπως γιατροί και αστυνομικοί. Εμείς δεν είμαστε αντίθετοι, αρκεί να είναι κάτι σοβαρό και να μη φτάσουμε στο σημείο να τα πληρώσουμε οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Τσούχλος υπενθύμισε ότι «κατά τις εξετάσεις για τον διορισμό, οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί ήδη αξιολογούνται και περνούν σχετικού τύπου έλεγχο», ωστόσο «μετά τον διορισμό, δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη ή μέριμνα για την ψυχική τους υγεία, παρότι περνούν δεκαετίες υπηρεσίας».

Σχολιάζοντας τα πρόσφατα μεμονωμένα περιστατικά που είδαν το φως της δημοσιότητας, υποστήριξε ότι «πρόκειται για μικρές εξαιρέσεις σε ένα τεράστιο εκπαιδευτικό σώμα». Όπως είπε, «σε περιπτώσεις σοβαρών ασθενειών ή δυσκολιών, ο εκπαιδευτικός μετατίθεται σε διοικητική θέση — δεν μπαίνει στην τάξη».

Ο πρόεδρος της ΟΛΜΕ παραδέχτηκε, πάντως, ότι «μπορεί να υπάρξουν περιπτώσεις συναδέλφων που δεν δηλώνουν στην υπηρεσία κάποιο πρόβλημα, ίσως από φόβο ή για να μη στιγματιστούν, ιδιαίτερα σε μικρές κοινωνίες». Κατάληξε λέγοντας πως «αν το υπουργείο Παιδείας το κρίνει σκόπιμο, εμείς δεν θα είχαμε αντίρρηση».

«Το επάγγελμά μας από τα πλέον στρεσογόνα - Βασική προτεραιότητα η ψυχική μας υγεία»

211c8d59-f76f-4452-9972-011ec64a4c2c.jpg

Η διευθύντρια του 1ου Δημοτικού Σχολείου Γαλατσίου, Λίνα Ζημιανίτη, μιλώντας στο Newsbomb, επισημαίνει ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού συγκαταλέγεται στα πλέον στρεσογόνα, εξαιτίας των πολλαπλών απαιτήσεων που καλούνται να διαχειριστούν καθημερινά οι δάσκαλοι και οι καθηγητές.

«Η διαχείριση της τάξης, η πίεση και συχνά η επιθετικότητα από γονείς, οι διαρκώς αυξανόμενες απαιτήσεις της δουλειάς μας, οι χαμηλές απολαβές αλλά και η ανάγκη κάλυψης της ύλης αποτελούν παράγοντες που οδηγούν σε εξάντληση», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, η ευθύνη των εκπαιδευτικών δεν περιορίζεται μόνο στη μετάδοση γνώσεων. «Η ευθύνη μας απέναντι στους μαθητές είναι μεγάλη, καθώς πέρα από τα καθαρά διδακτικά μας καθήκοντα συμβάλλουμε καθοριστικά στη διαμόρφωση και την πολύπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών».

Η κ. Ζημιανίτη τονίζει ότι η ψυχική κατάσταση του εκπαιδευτικού παίζει καθοριστικό ρόλο στο σχολικό περιβάλλον. «Ένας εκπαιδευτικός με καλή ψυχολογία δημιουργεί ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για τους μαθητές. Για τον λόγο αυτό, η πολιτεία θα έπρεπε να προβλέπει δομές ουσιαστικής υποστήριξης μέσα στα σχολεία και όχι μηχανισμούς ελέγχου».

Σύμφωνα με την ίδια, η ενίσχυση της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών πρέπει να αποτελεί βασική προτεραιότητα. «Θα ήταν πολύ πιο χρήσιμο να υπάρχει σταθερή ψυχολογική υποστήριξη στα σχολεία, με σχολικούς ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς σε καθημερινή βάση, τόσο για τους μαθητές όσο και για τους εκπαιδευτικούς. Παράλληλα, είναι σημαντική η υλοποίηση σεμιναρίων για τη διαχείριση του στρες και της τάξης, αλλά και για την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας των εκπαιδευτικών».

Η ίδια εκφράζει επιφυλάξεις για τη χρήση ψυχομετρικών τεστ. «Τα αμφιλεγόμενα ψυχομετρικά τεστ θα μπορούσαν να αγγίξουν ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος να λειτουργήσουν στιγματιστικά για τους εκπαιδευτικούς».

Παράλληλα, επισημαίνει ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες δίνεται έμφαση στην ευημερία της σχολικής κοινότητας. «Στην Ευρώπη προωθείται έντονα το well-being στο σχολείο, δηλαδή η ψυχική υγεία και ευεξία τόσο των μαθητών όσο και των εκπαιδευτικών. Υπάρχουν οργανωμένα συστήματα υποστήριξης μέσα στα σχολεία με στόχο την πρόληψη του άγχους και του burnout, αλλά και την ενίσχυση της συναισθηματικής νοημοσύνης, της αλληλεγγύης και του σεβασμού στην τάξη, όπως συμβαίνει στη Φινλανδία και τη Γαλλία».

Όπως προσθέτει, σε άλλες χώρες λειτουργούν θεσμοθετημένες συμβουλευτικές υπηρεσίες για εκπαιδευτικούς. «Στη Γερμανία υπάρχουν σχολικές συμβουλευτικές υπηρεσίες στις οποίες οι εκπαιδευτικοί μπορούν να απευθυνθούν για υποστήριξη σε δύσκολες τάξεις ή για τη διαχείριση περιστατικών bullying».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, όπως σημειώνει, και το παράδειγμα της Πολωνίας. «Από το 2022 τα περισσότερα σχολεία στην Πολωνία υποχρεούνται να διαθέτουν μόνιμο ψυχολόγο για το εκπαιδευτικό προσωπικό, γεγονός που ενισχύει σημαντικά την καθημερινή υποστήριξη μέσα στο σχολείο». Αναφερόμενη σε άλλες ευρωπαϊκές πρακτικές, η κ. Ζημιανίτη σημειώνει ότι «στην Αυστρία εφαρμόζεται ένα σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που περιλαμβάνει εργαλεία όπως ερωτηματολόγια προσωπικότητας, συνεντεύξεις, παιδαγωγικές δοκιμασίες και case studies. Μέσα από αυτά εξετάζονται και χαρακτηριστικά προσωπικότητας που συνδέονται με την επιτυχία στην τάξη, όπως η διαχείριση στρες, η ικανότητα συνεργασίας, η υπευθυνότητα και η παιδαγωγική αντίληψη».

Κλείνοντας, η ίδια αφιερώνει την τοποθέτησή της στη μνήμη μιας αγαπημένης συναδέλφου. «Τα όσα λέω σήμερα τα αφιερώνω στη μνήμη της εξαιρετικής συναδέλφου και επί 30ετία φίλης μου, Σοφίας Χρηστίδου».

«Θέλουμε το κράτος δίπλα μας - Να προστατευθούμε κι εμείς από το bullying»

1773071947311.jpg

Η εκπαιδευτικός Χριστίνα Σκάρλατου μιλώντας στο Newsbomb αναφέρεται στις αυξημένες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εκπαιδευτικοί, εκφράζοντας την άποψη ότι τα ψυχομετρικά τεστ δεν αποτελούν τη λύση στα προβλήματα που βιώνει ο κλάδος.

«Στη σημερινή εποχή οι προκλήσεις στην εκπαίδευση είναι πιο απαιτητικές από ποτέ. Ο εκπαιδευτικός καλείται καθημερινά να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις τόσο μέσα όσο και έξω από την αίθουσα διδασκαλίας, γεγονός που τον εξαντλεί πολλές φορές ψυχικά και σωματικά», επισημαίνει.

Όπως τονίζει, το επίπεδο κατάρτισης των εκπαιδευτικών είναι πλέον ιδιαίτερα υψηλό. «Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί σήμερα διαθέτουν, πέρα από το βασικό τους πτυχίο, μεταπτυχιακές σπουδές, δεύτερα πτυχία, ακόμη και διδακτορικά, ενώ έχουν πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών και πλήθος επιμορφωτικών σεμιναρίων. Αυτό δείχνει ότι η παιδαγωγική τους κατάρτιση, αλλά και οι γνωστικές, ψυχολογικές και συναισθηματικές δεξιότητές τους βρίσκονται σε πολύ υψηλό επίπεδο».

Για τον λόγο αυτό, όπως υπογραμμίζει, η υποχρεωτική εξέταση από ψυχίατρο δεν μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστική λύση. «Δεν θεωρώ ότι ένας εκπαιδευτικός χρειάζεται να περνά μία φορά τον χρόνο από έναν ψυχίατρο, ο οποίος απλώς θα βεβαιώνει αν είναι ικανός να ασκήσει τα διδακτικά του καθήκοντα. Αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί είναι ένα κράτος που θα στέκεται δίπλα τους και θα στηρίζει το έργο τους, όχι ένα κράτος που θα λειτουργεί τιμωρητικά».

Η ίδια επισημαίνει ότι τόσο οι νεότεροι όσο και οι πιο έμπειροι εκπαιδευτικοί έχουν αποδείξει την αξία τους. «Η νέα γενιά εκπαιδευτικών έχει εξαιρετική επιστημονική κατάρτιση μέσα από τις σπουδές της, ενώ η παλαιότερη γενιά διαθέτει τεράστια εμπειρία και συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση αυτής της νέας γενιάς επιστημόνων».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, επίσης, στην ανάγκη ενίσχυσης των δομών υποστήριξης μέσα στα σχολεία. «Ένας πολύ σημαντικός τρόπος ενίσχυσης της ψυχικής ανθεκτικότητας των εκπαιδευτικών είναι η ενίσχυση του ρόλου της ΕΔΥ. Ειδικά στα μεγάλα σχολεία θεωρώ απαραίτητη την καθημερινή παρουσία τους».

Όπως εξηγεί, η ουσιαστική βοήθεια θα μπορούσε να προέλθει από τη μόνιμη παρουσία ειδικών ψυχικής υγείας στο σχολικό περιβάλλον. «Αντί να περνά ο εκπαιδευτικός μία φορά τον χρόνο από ένα ψυχομετρικό τεστ, θα ήταν πολύ πιο ουσιαστικό να έχει δίπλα του έναν ψυχολόγο και έναν κοινωνικό λειτουργό, οι οποίοι γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες του σχολικού περιβάλλοντος και μπορούν να προσφέρουν πραγματική στήριξη».

Παράλληλα, η κ. Σκάρλατου αναφέρεται και σε περιστατικά πίεσης ή εκφοβισμού που αντιμετωπίζουν εκπαιδευτικοί. «Πρέπει να υπάρξει προστασία των εκπαιδευτικών από περιστατικά εκφοβισμού που μπορεί να δέχονται είτε από μαθητές είτε ακόμη και από γονείς. Τέτοιες καταστάσεις αυξάνουν σημαντικά το άγχος και την ανασφάλεια στον κλάδο».

Μάλιστα, όπως σημειώνει, πρόσφατα περιστατικά έχουν εντείνει το αίσθημα ανησυχίας. «Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα το τελευταίο διάστημα, με αποκορύφωμα τον θάνατο μιας εξαίρετης εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά και το περιστατικό απειλής εναντίον καθηγητή πανεπιστημίου από γονέα».

Καταλήγοντας, τονίζει ότι η λύση βρίσκεται στην ουσιαστική στήριξη των εκπαιδευτικών. «Το αίσθημα ανασφάλειας που διακατέχει πλέον πολλούς εκπαιδευτικούς είναι πραγματικό και σοβαρό. Η απάντηση όμως δεν είναι τα ψυχομετρικά τεστ, αλλά η καθολική και ουσιαστική ψυχολογική και θεσμική υποστήριξη των εκπαιδευτικών μέσα στο σχολείο και σε όλα τα επίπεδα της εκπαιδευτικής διοίκησης, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους».

«Στοίχημα» για τη χώρα η ορθή ψυχολογική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών»

49077676040337050601805812572296806854808573n.jpg

Η Ιωάννα Σκλιάμη, ψυχολόγος, μιλώντας στο Newsbomb, ξεκινά από μια βασική παραδοχή: το σχολείο δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου «παραδίδεται ύλη», αλλά ένας ζωντανός οργανισμός μέσα στον οποίο φτιάχνονται χαρακτήρες, ενισχύεται η αυτοεκτίμηση και καλλιεργείται η κοινωνική συνείδηση των παιδιών. Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας γνώσης, αλλά ως πρότυπο συμπεριφοράς, τρόπου διαχείρισης συγκρούσεων και συναισθηματικής ωριμότητας – μια φιγούρα με ισχυρό, συχνά καθοριστικό αποτύπωμα στον ψυχικό κόσμο του μαθητή.

Την ίδια στιγμή, αναγνωρίζει ότι τα τελευταία χρόνια έρχονται στο φως επαναλαμβανόμενα περιστατικά ακατάλληλων ή κακοποιητικών συμπεριφορών από μερίδα εκπαιδευτικών, έστω κι αν πρόκειται για μειοψηφία. Αυτά τα περιστατικά, όπως λέει, αρκούν για να ανοίξουν ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο ερώτημα: αν χρειάζεται μια πιο συστηματική ψυχολογική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, πέρα από τα κλασικά κριτήρια προσόντων και προϋπηρεσίας που ισχύουν σήμερα.

Η κυρία Σκλιάμη επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με άλλα επαγγέλματα υψηλής ευθύνης όπου προβλέπεται έλεγχος ψυχολογικής καταλληλότητας – κυρίως στην αρχή της σταδιοδρομίας – στην εκπαίδευση δεν υπάρχει ένας σταθερός, οργανωμένος μηχανισμός που να παρακολουθεί διαχρονικά την ψυχική κατάσταση των εκπαιδευτικών. Ξεκαθαρίζει όμως ότι η συζήτηση δεν έχει στόχο να ποινικοποιήσει ή να στιγματίσει τον κλάδο, αλλά να αναγνωρίσει πως η διδασκαλία είναι επάγγελμα υψηλής ψυχικής επιβάρυνσης: έντονη διαχείριση τάξης, πίεση χρόνου και ύλης, απαιτητικοί γονείς, διοικητικά βάρη, όλα συνθέτουν ένα περιβάλλον που ευνοεί την επαγγελματική εξουθένωση.

Η διεθνής βιβλιογραφία, σημειώνει, δείχνει καθαρά τη σύνδεση ανάμεσα στην ψυχική ευημερία των εκπαιδευτικών και στο κλίμα που επικρατεί μέσα στο σχολείο. Γι’ αυτό και η ίδια βλέπει την τακτική ψυχολογική αξιολόγηση όχι ως φίλτρο αποκλεισμού, αλλά ως προληπτικό εργαλείο: ένα σύστημα που μπορεί να εντοπίζει έγκαιρα δυσκολίες, να προσφέρει συμβουλευτική στήριξη και να διασφαλίζει ότι όσοι βρίσκονται καθημερινά απέναντι σε παιδιά διαθέτουν την συναισθηματική σταθερότητα που απαιτεί ο ρόλος τους.

Η Ιωάννα Σκλιάμη φέρνει στο τραπέζι και την ευρωπαϊκή εμπειρία, όπου σε αρκετές χώρες λειτουργούν σχήματα αρχικής ψυχολογικής αξιολόγησης σε συνδυασμό με μόνιμες δομές υποστήριξης, παρουσία σχολικών ψυχολόγων και υποχρεωτική επιμόρφωση στη διαχείριση κρίσεων. Αυτές οι πρακτικές, όπως εξηγεί, δεν έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά στόχο την ενδυνάμωση του εκπαιδευτικού, την επαγγελματική εποπτεία και τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και ασφάλειας μέσα στην τάξη.

Για την ίδια, το στοίχημα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς αν θα υπάρξει ψυχολογική αξιολόγηση, αλλά πώς αυτή θα σχεδιαστεί: με επιστημονική επάρκεια, σαφές πλαίσιο, διαφάνεια και ουσιαστική συμμετοχή της εκπαιδευτικής κοινότητας, ώστε να γίνει θεσμική εγγύηση ποιότητας και όχι εργαλείο πίεσης ή καχυποψίας. «Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ελέγχονται», υπογραμμίζει, «αλλά πώς το σύστημα θα εξασφαλίσει το καλύτερο δυνατό περιβάλλον για μαθητές και δασκάλους, σε μια εποχή που η ψυχική υγεία δεν μπορεί να θεωρείται ιδιωτική υπόθεση όταν επηρεάζει άμεσα την παιδική ανάπτυξη». Στο τέλος, όπως λέει, η ουσία βρίσκεται στη θεσμοθέτηση μιας κουλτούρας πρόληψης, στήριξης και διαρκούς βελτίωσης – γιατί ένα ασφαλές σχολείο δεν προστατεύει μόνο τα παιδιά, αλλά θωρακίζει ολόκληρη την κοινωνία του αύριο.

Σχόλια

Διαβάστε επίσης