Στις 17 Νοεμβρίου κρίνεται η αίτηση επανεξέτασης για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη
Το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου επανεξετάζει με νέο εισηγητή την αίτηση που κατέθεσε ο συνήγορος του Ροδίτη καταδικασθέντος κατά της απόφασης 747/2024
Snapshot
- Στις 17 Νοεμβρίου 2026 το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου θα εξετάσει εκ νέου την αίτηση επανεξέτασης για τη δολοφονία της Ελένης Τοπαλούδη.
- Η αίτηση επανεξέτασης υποβλήθηκε από την υπεράσπιση του ημεδαπού καταδικασθέντος, αμφισβητώντας την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από τα δικαστήρια και ζητώντας την αναίρεση της απόρριψης των αιτήσεων αναίρεσης.
- Η εισαγγελία και η πολιτική αγωγή έχουν ζητήσει την απόρριψη της αίτησης, υποστηρίζοντας ότι η δίκη και οι αποφάσεις ήταν σύννομες και εμπεριστατωμένες.
- Η απόφαση του Αρείου Πάγου που απορρίπτει τις αιτήσεις αναίρεσης καθιστά τις ποινές ισόβιας κάθειρξης οριστικές, ενώ η νέα εξέταση δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης αλλά τη νομική ορθότητα της προηγούμενης απόφασης.
- Μέχρι την έκδοση της νέας απόφασης, οι καταδικασθέντες εκτίουν τις ποινές τους και η υπόθεση παραμένει εκκρεμής μόνο στο ανώτατο δικαστήριο.
Λιγότερο από ένας μήνας απομένει μέχρι τη συνεδρίαση που αναμένεται να γράψει τον επίλογο της μακράς δικαστικής διαδρομής της υπόθεσης Τοπαλούδη.
Σύμφωνα με τη dimokratiki.gr, στις 17 Νοεμβρίου 2026 το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου θα εξετάσει εκ νέου την αίτηση επανεξέτασης της απόφασης με την οποία το ίδιο δικαστήριο είχε απορρίψει, τον Μάιο του 2024, τις αιτήσεις αναίρεσης των 2 καταδικασθέντων για τη δολοφονία και τον ομαδικό βιασμό της 21χρονης φοιτήτριας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Η αίτηση είχε συζητηθεί για πρώτη φορά στις 21 Ιανουαρίου 2025, όμως το Τμήμα δεν εξέδωσε απόφαση και προσδιόρισε νέα δικάσιμο, ορίζοντας παράλληλα και νέο εισηγητή. Πρόκειται για το τελευταίο ένδικο βοήθημα που απομένει στην υπεράσπιση του ημεδαπού καταδικασθέντος, σε μια υπόθεση που από τον Νοέμβριο του 2018 έχει αναχθεί σε σύμβολο του αγώνα κατά της έμφυλης βίας και έχει απασχολήσει όλες τις βαθμίδες της ελληνικής δικαιοσύνης.
Σχεδόν 8 χρόνια μετά τη δολοφονία στη Ρόδο, το ανώτατο ποινικό δικαστήριο της χώρας καλείται να κρίνει, για δεύτερη φορά, αν συντρέχει λόγος να ανοίξει ξανά ο φάκελος ή αν η καταδίκη θα παραμείνει οριστικά αμετάβλητη.
Η απόφαση που αμφισβητείται
Με την υπ’ αριθμόν 747/2024 απόφασή του, που εκδόθηκε στις 23 Μαΐου 2024, το Στ’ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου είχε απορρίψει τις αιτήσεις αναίρεσης που υπέβαλαν ο τότε 26χρονος ημεδαπός και ο τότε 24χρονος συγκατηγορούμενός του αλβανικής καταγωγής.
Οι 2 άνδρες είχαν καταδικαστεί από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών σε ισόβια κάθειρξη και σε κάθειρξη 15 ετών αντίστοιχα, χωρίς να τους αναγνωριστεί κανένα ελαφρυντικό, καθώς το δικαστήριο έκρινε ότι τα εγκλήματα διαπράχθηκαν με ιδιαίτερη αγριότητα.
Η απόρριψη των αναιρέσεων σήμαινε ότι οι ποινές κατέστησαν αμετάκλητες. Στη συνέχεια, ωστόσο, ο δικηγόρος κ. Χάρης Αμπράζης, συνήγορος του ημεδαπού, κατέθεσε αίτηση επανεξέτασης της συγκεκριμένης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή τυγχάνει εσφαλμένη και ότι το δικαστήριο όφειλε να επανέλθει επί των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί. Σύμφωνα με πληροφορίες της «δημοκρατικής», η αίτηση επαναφέρει στο σύνολό τους σχεδόν τα επιχειρήματα των αναιρέσεων, με κεντρικό άξονα την αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο τα δικαστήρια της ουσίας αξιολόγησαν τα αποδεικτικά στοιχεία.
Τι προβάλλει η υπεράσπιση
Το πρώτο και, κατά την υπεράσπιση, βαρύνον επιχείρημα αφορά στην αριστεροχειρία του καταδικασθέντος. Ο κ. Αμπράζης ισχυρίζεται ότι ο εντολέας του είναι αριστερόχειρας, ενώ τα περισσότερα από τα τραύματα που διαπιστώθηκαν στο σώμα του θύματος φέρεται να είναι συμβατά με δράστη δεξιόχειρα. Το στοιχείο αυτό, όπως διατείνεται, δεν εξετάστηκε επαρκώς ούτε από το Εφετείο ούτε από τον Άρειο Πάγο.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και ο ισχυρισμός για το σίδερο σιδερώματος που χρησιμοποιήθηκε κατά την επίθεση. Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι τα αποτυπώματα που βρέθηκαν στο αντικείμενο ανήκουν αποκλειστικά στον συγκατηγορούμενο αλβανικής καταγωγής και όχι στον ημεδαπό, ο οποίος, κατά τα όσα ο ίδιος υποστηρίζει, το μόνο χτύπημα που κατέφερε στη νεαρή γυναίκα ήταν ένα «δυνατό κροσέ».
Αντίστοιχα, σε ό,τι αφορά στη μεταφορά της ημιλιπόθυμης κοπέλας στη θάλασσα, ο καταδικασθείς αρνείται οποιαδήποτε ενεργή συμμετοχή, επικαλούμενος ότι ίχνη αίματος εντοπίστηκαν μόνο στα παπούτσια του συγκατηγορουμένου του. Η αίτηση θέτει επίσης ζήτημα παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας. Κατά την υπεράσπιση, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου αναγνώστηκαν επικριτικά δημοσιεύματα, ενώ γίνεται αναφορά και σε δημόσιες τοποθετήσεις κρατικών αξιωματούχων και εκπροσώπων των αρχών, οι οποίες, όπως υποστηρίζεται, προδίκασαν την ενοχή του κατηγορουμένου πριν από την οριστική δικαστική κρίση.
Ο κ. Αμπράζης επικαλείται ακόμη οπτικοακουστικό υλικό το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν εκτιμήθηκε ορθά σε σχέση με μαρτυρική κατάθεση στην οποία στηρίχθηκε η εφετειακή απόφαση, καθώς και αντιφάσεις στην ερμηνεία της ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης ως προς την ύπαρξη ή μη αντίστασης του θύματος. Πέραν των ζητημάτων ουσίας, η υπεράσπιση εγείρει και δικονομικές ενστάσεις.
Αναφέρεται σε αναντιστοιχία στις ημερομηνίες της κλήσης που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο και στο γεγονός ότι η κλήση επιδόθηκε στον ίδιο τον κρατούμενο, ο οποίος φέρεται να ακολουθεί φαρμακευτική αγωγή, και όχι στον συνήγορό του. Παράλληλα, αμφισβητεί τη νομιμότητα της παράστασης της πολιτικής αγωγής προς υποστήριξη της κατηγορίας, υποστηρίζοντας ότι η σχετική δήλωση των συγγενών του θύματος περιείχε διατυπώσεις που δεν πληρούσαν τις δικονομικές προϋποθέσεις και ότι το δικαστήριο όφειλε να ελέγξει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα.
Τέλος, γίνεται λόγος για μη συλλογή και εξέταση ψηφιακών δεδομένων από τις ηλεκτρονικές συσκευές της Ελένης Τοπαλούδη, παράλειψη που, κατά την υπεράσπιση, πλήττει την πληρότητα της αποδεικτικής διαδικασίας. Η εισαγγελική πρόταση και η πολιτική αγωγήΚατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιανουαρίου 2025, η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ελένη Κοντακτσή είχε προτείνει την απόρριψη της αίτησης.
Στην εισήγησή της είχε τονίσει ότι η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών περιέχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα αξιολογήθηκαν επαρκώς και αντικειμενικά και ότι δεν διαπιστώνεται καμία παραβίαση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι η υπόθεση διεκπεραιώθηκε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, γεγονός που, κατά την άποψή της, αποτελεί απόδειξη ταχείας και αποτελεσματικής λειτουργίας της δικαιοσύνης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε ο συνήγορος της πολιτικής αγωγής κ. Ευάγγελος Γκιουγκής, ο οποίος εκπροσωπεί την οικογένεια της φοιτήτριας. Υποστήριξε ότι η διαδικασία τόσο στον πρώτο όσο και στον δεύτερο βαθμό ήταν απολύτως σύμφωνη με το δίκαιο και τις αρχές της δίκαιης δίκης, ότι η ποινή που επιβλήθηκε ήταν πλήρως δικαιολογημένη και ότι η υπόθεση έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας στη χώρα.
Παρά τις συγκλίνουσες τοποθετήσεις της Εισαγγελίας και της πολιτικής αγωγής, το Τμήμα δεν προχώρησε σε έκδοση απόφασης. Η επιλογή να προσδιοριστεί νέα δικάσιμος με αλλαγή εισηγητή δεν συνοδεύτηκε από δημόσια αιτιολόγηση. Όπως επισημαίνουν νομικοί κύκλοι, η αντικατάσταση του εισηγητή συνιστά συνήθη πρακτική σε περιπτώσεις επανεκδίκασης και δεν προδικάζει από μόνη της καμία μεταβολή στην εκτίμηση της υπόθεσης.
Τι θα κρίνει το δικαστήριο
Στη συνεδρίαση της 17ης Νοεμβρίου 2026 το Στ’ Ποινικό Τμήμα θα εξετάσει, με την νέα σύνθεση ως προς τον εισηγητή, αν η αίτηση επανεξέτασης είναι παραδεκτή και, εφόσον κριθεί παραδεκτή, αν είναι και ουσιαστικά βάσιμη. Σε περίπτωση απόρριψης, η απόφαση 747/2024 και, κατ’ επέκταση, οι καταδικαστικές αποφάσεις του Εφετείου επιβεβαιώνονται οριστικά, χωρίς να απομένει κανένα περαιτέρω ένδικο μέσο στο εσωτερικό δίκαιο.
Σε περίπτωση που το δικαστήριο κάνει δεκτή την αίτηση, θα κληθεί να επανέλθει επί των λόγων αναίρεσης που είχαν προβληθεί. Διευκρινίζεται ότι η διαδικασία αυτή δεν αφορά στην επανάκριση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή το αν τελέστηκαν τα εγκλήματα και από ποιους, αλλά αποκλειστικά στη νομική ορθότητα της απόφασης του Αρείου Πάγου που απέρριψε τις αναιρέσεις.
Μέχρι την έκδοση της νέας απόφασης, οι 2 καταδικασθέντες εξακολουθούν να εκτίουν τις ποινές τους, με την υπόθεση να παραμένει τυπικά εκκρεμής μόνο στο επίπεδο του ανώτατου δικαστηρίου.