Άρθρο αντεισαγγελέα Φλωρίδη για «φλέβα διαφθοράς» και η απάντηση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων
Ένα άρθρο του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλη Φλωρίδη, αδελφού του υπουργού Δικαιοσύνης, με βαριές κατηγορίες για δικαστικούς λειτουργούς προκάλεσε οξύτατη απάντηση από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων - Η επίμαχη υπόθεση αφορά συγγενή υπουργού της κυβέρνησης
Snapshot
- Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Φλωρίδης κατήγγειλε δικαστικούς λειτουργούς για διαφθορά σε υπόθεση με εμπλεκόμενο συγγενή υπουργού της κυβέρνησης, χαρακτηρίζοντας τις δικαστικές αποφάσεις «κατασκευασμένες κρίσεις».
- Ο ίδιος χειρίστηκε την υπόθεση στον Άρειο Πάγο ζητώντας την απαλλαγή των κατηγορουμένων, αλλά η αναίρεσή του απορρίφθηκε ομόφωνα από το συμβούλιο του Αρείου Πάγου.
- Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων απάντησε απορρίπτοντας τις κατηγορίες περί διαφθοράς και τόνισε ότι οι δικαστές που χειρίστηκαν την υπόθεση διαθέτουν ακλόνητο δικαστικό φρόνημα και υψηλό επιστημονικό επίπεδο.
- Η Ένωση υπενθύμισε ότι ο Βασίλης Φλωρίδης είχε προηγουμένως υποστηρίξει ότι δικαστές με συγγενείς στην πολιτική πρέπει να απέχουν από υποθέσεις με πολιτικά πρόσωπα.
Σε μια ασυνήθιστη ή και πρωτοφανή κίνηση για εν ενεργεία ανώτατο δικαστικό λειτουργό, προχώρησε ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Φλωρίδης, αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη. Μέσα από άρθρο του, το οποίο δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», βάλλει κατά συναδέλφων του στον Άρειο Πάγο, με αφορμή βούλευμα το οποίο παραπέμπει σε δίκη, στενό συγγενή υπουργού της κυβέρνησης, μαζί με άλλους δέκα κατηγορούμενους. «Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα», υποστηρίζει μάλιστα ο αντεισαγγελέας Φλωρίδης στο άρθρο του το οποίο έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις στους κύκλους δικαστών, εισαγγελέων και δικηγόρων.
Ο αντεισαγγελέας Βασίλειος Φλωρίδης είχε και ο ίδιος εμπλοκή στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, για την οποία υπογραμμίζει στο άρθρο του ότι η κατηγορία εναντίον των 11 εγκαλουμένων είναι ανυπόστατη. Χειριζόμενος την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ο αντεισαγγελέας Φλωρίδης ζήτησε την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμού και την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Όμως, το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή του.
Αναλυτικά το άρθρο του κ. Φλωρίδη που δημοσιεύθηκε στο kathimerini.gr:
«Για τη διαφθορά στις σύγχρονες κοινωνίες γράφηκαν πολλά. Όμως σε κάποιες απ’ αυτές φαίνεται ότι ακόμη δεν έγινε κατανοητός ο βασικός λόγος που πρέπει να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά: Ότι η διαφθορά διαβρώνει ευθέως τη νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας. Συνεπώς υπονομεύει στην ουσία την πεποίθηση των πολιτών ότι οι κανόνες εφαρμόζονται αμερόληπτα, άρα και την ίδια την εμπιστοσύνη τους.
»Απ’ ό,τι φαίνεται η χώρα μας είναι μια από αυτές. Δυστυχώς, δεν έγινε αντιληπτό από όλους όσοι ασκούν συνταγματικές αρμοδιότητες, ότι όταν ο πολίτης πιστέψει ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται με βάση το δίκαιο αλλά με ιδιωτικά συμφέροντα, τότε η υπακοή στον νόμο παύει να στηρίζεται σε πίστη αλλά μεταμορφώνεται σε εξαναγκαστική συμμόρφωση υπό τον φόβο των κυρώσεων. Οι κοινωνίες επηρεάζονται ύπουλα αφού σιγά σιγά αυτό γίνεται κανονικότητα με αποτέλεσμα να κλονίζεται η ισονομία. Μαθαίνουμε τελικά να ζούμε με λιγότερη δικαιοσύνη χωρίς να αντιδρούμε.
»Στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, η διαφθορά επηρεάζει την ίδια την αξιοπιστία της. Ακόμη και μεμονωμένες υποθέσεις εάν φανούν ατιμώρητες ή "καλυμμένες", γεννούν στους πολίτες την αίσθηση πως το σύστημα δεν λειτουργεί ισότιμα. Η νομιμοποίηση περνάει μέσα από την εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες της δικονομίας και οι εγγυήσεις που αυτή παρέχει, τηρούνται σταθερά. Αλλιώς κάθε απόφαση μοιάζει ως προϊόν ισχύος και όχι δικαίου. Όταν ριζώνει η ιδέα πως μια σκοπιμότητα μπορεί να υπερισχύσει της αλήθειας, ο πολίτης αρχίζει να θεωρεί ασφαλέστερη την προσωπική διασύνδεση από τη θεσμική θωράκιση.
»Δεν απαιτείται χρηματισμός για να μιλήσεις για διαφθορά στη Δικαιοσύνη. Αρκεί να τεκμηριώνεται εκτροπή της δικαστικής εξουσίας προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος ή κάλυψη προηγούμενης αυθαιρεσίας. Γι’ αυτό το βάρος πέφτει σε κάθε κρίκο ξεχωριστά και όχι συλλήβδην σε όλο το Δικαστικό Σώμα.
»Στην ποινική διαδικασία ειδικότερα, το κρίσιμο ζήτημα είναι να μη χαθεί η αξιοπιστία του δικανικού συλλογισμού. Να μη μένουν σκιές πάνω στην απόδειξη και στην αιτιολόγηση. Όταν η αιτιολογημένη κρίση υποκαθίσταται από σκοπιμότητες, χάνεται το αίσθημα του δικαίου.
»Γράφω αυτό το άρθρο επειδή πρόσφατα χειρίστηκα μία ποινική υπόθεση με έντεκα κατηγορουμένους, όπου η κατηγορία ήταν στην κυριολεξία ανυπόστατη. Μια υπόθεση που, και ύστερα από τριάντα επτά χρόνια υπηρεσίας, με τράνταξε και ταυτόχρονα με τρόμαξε. Η επιμονή στην προώθηση της κατηγορίας παρά την παντελή έλλειψη στοιχείων, μου δημιούργησε σοβαρά ερωτήματα για τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών που τη χειρίστηκαν. Ο προβληματισμός μου ενισχύθηκε από το ότι ένας από τους έντεκα κατηγορουμένους ήταν στενός συγγενής εν ενεργεία κυβερνητικού αξιωματούχου.
»Ο εισαγγελέας του πρώτου βαθμού το αντιλήφθηκε ορθά και ζήτησε αιτιολογημένα την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η αρχειοθέτηση όμως δεν εγκρίθηκε από τον εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και ζήτησε να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος τους. Σε επόμενο στάδιο, άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού έκανε δεκτή την προσφυγή κατά της παραπομπής τους και πρότεινε και πάλι την αρχειοθέτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επέστρεψε στον πρώτο βαθμό όπου ο εισαγγελέας διαφώνησε με την απαλλακτική κρίση του εισαγγελέα του δεύτερου βαθμού και τελικά το δικαστικό συμβούλιο αποφάσισε την παραπομπή των έντεκα κατηγορουμένων σε δίκη. Στη συνέχεια άλλος εισαγγελέας του δεύτερου βαθμού άσκησε έφεση υπέρ των έντεκα κατηγορουμένων ζητώντας την απαλλαγή τους από κάθε κατηγορία. Το συμβούλιο του δεύτερου βαθμού δεν έκανε δεκτή την έφεση και επικύρωσε την παραπομπή τους.
»Χειριζόμενος πλέον την υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση των κατηγορουμένων, ζήτησα την αναίρεση του βουλεύματος του δευτέρου βαθμό και την απαλλαγή τους από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Όμως το συμβούλιο του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεσή μου.
»Και οι τέσσερις εισαγγελείς που αντιστάθηκαν, κατέγραψαν στα δικαστικά τους κείμενα ένα κοινό βασικό δεδομένο: Ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που υποτίθεται θεμελίωναν τα εγκλήματα, ήταν σαθρά και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τις κατηγορίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για έκφραση κρίσης πίσω από την οποία θα μπορούσε να καλυφθεί ο δικαστής. Ήταν κατασκευή κρίσης.
»Το σοκ ήταν μεγάλο και πρώτα από όλα για όσους βρέθηκαν άδικα στη θέση του κατηγορουμένου. Κυρίως γιατί η κατασκευασμένη κρίση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο. Μοιάζει να μην υπάρχει πια «έξοδος κινδύνου». Δεν μιλάμε απλά για δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες διαφωνείς, αλλά για την αίσθηση ότι κλείνουν όλες οι πόρτες. Χάθηκε η πίστη τους ότι το δικαστικό σύστημα είναι ικανό να αυτοδιορθώνεται. Και βέβαια η αγωνία τους μεγαλώνει: Τι θα γίνει εάν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και στη δίκη; Το πιο σκληρό για τον αθώο είναι ότι η ίδια η διαδικασία γίνεται τιμωρία πριν καν δικαστεί, με οικονομικό κόστος, δημόσια έκθεση, αγωνία και χωρίς ελπίδα άμεσης αποκατάστασης.
»Χρησιμοποίησα τη λέξη «φλέβα» γιατί οι φλέβες καταλήγουν στην καρδιά του οργανισμού. Κι όταν η φλέβα είναι μολυσμένη, η βλάβη δεν μένει τοπικά, φτάνει στον πυρήνα. Στην περίπτωσή μας αυτός ο πυρήνας είναι το κράτος δικαίου. Όταν πλήττεται η εμπιστοσύνη των πολιτών, κλονίζεται η νομιμοποίηση της δικαιοσύνης. Για αυτό οφείλουμε όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί να υπηρετούμε το κράτος δικαίου απαρέγκλιτα, χωρίς εκπτώσεις και υποχωρήσεις.
»Για αυτό και απαιτείται διαφάνεια στις διαδικασίες, αιτιολογημένες αποφάσεις, έλεγχος από αρμόδια όργανα, πραγματική λογοδοσία. Κανείς και σε κανένα βαθμό της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να μένει ανεξέλεγκτος. Όλοι πρέπει να λογοδοτούν.Θέλω, τέλος, να μοιραστώ με όλους μας, τους δικαστικούς λειτουργούς και ιδιαίτερα στους νεώτερους συναδέλφους, κάτι που συνειδητοποίησα όλα αυτά τα χρόνια: Η πόρτα της διαφθοράς ανοίγει πάντα από μέσα».
«Θεσμικός ολοκληρωτισμός»
Το άρθρο του Βασίλειου Φλωρίδη πυροδότησε την έντονη αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία απορρίπτει τις καταγγελίες περί διαφθοράς και υπερασπίζεται τους δικαστικούς λειτουργούς που χειρίστηκαν την υπόθεση. Η Ένωση, αποκαλύπτει μάλιστα, ότι η υπόθεση αφορά γιο υπουργού της κυβέρνησης. Απαντώντας στον κ. Φλωρίδη, η Ένωση υπενθυμίζει παλαιότερο άρθρο του νυν αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου στο οποίο έγραφε ότι «οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενικά πρόσωπα με ενεργή ενασχόληση στην πολιτική πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στα οποία εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα –οι τιμιότεροι όλων κι αν είναι», διατυπώνοντας ευθέως την άποψη ότι θα έπρεπε να έχει δηλώσει κώλυμα και να μην έχει χειριστεί την συγκεκριμένη υπόθεση στον Άρειο Πάγο, ως αδελφός του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη.
Αναλυτικά, η ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων:
«Σε άρθρο του χθες ο Αντεισαγγελέας ΑΠ, Βασίλειος Φλωρίδης, αναφέρθηκε σε φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη, σε κατασκευασμένες δικαστικές κρίσεις, επειδή δικαστές σε Πρωτοδικείο, Εφετείο και Άρειο Πάγο παρέπεμψαν σε δίκη με βούλευμα τον γιο υπουργού της κυβέρνησης!
»Δεν εξετάζουμε εδώ -ούτε έχουμε άλλωστε τέτοια αρμοδιότητα ούτε και γνώση της δικογραφίας- την ουσία της υπόθεσης. Το πρωτοφανές όμως στα ιστορικά χρονικά γεγονός να καταφέρεται έτσι ανώτατος δικαστικός λειτουργός κατά όλων των συναδέλφων του που συμμετείχαν στα δικαστικά συμβούλια, δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο. Και μάλιστα εισαγγελικός λειτουργός ο οποίος χειρίστηκε προσωπικά την υπόθεση στο στάδιο της αναίρεσης και η πρότασή του για απαλλαγή των κατηγορουμένων απορρίφθηκε ομόφωνα από το Συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Είναι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός που σε παλαιότερο άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι "οι δικαστικοί λειτουργοί που έχουν συγγενικά πρόσωπα με ενεργή ενασχόληση στην πολιτική πρέπει να απέχουν από τον χειρισμό υποθέσεων στα οποία εμπλέκονται πολιτικά πρόσωπα –οι τιμιότεροι όλων κι αν είναι" (Άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα με τίτλο "Περί διαφθοράς (πάλι) ο λόγος", 14.05.2016). Σε ένα Κράτος Δικαίου, που απαιτεί το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων από κάθε πολίτη, κανείς δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός δεν δικαιούται αυτού του είδους την ασυλία, όσο ισχυρός κι αν νιώθει, όποιο όνομα και αν φέρει.
»Οι δικαστές που ασχολήθηκαν με την υπόθεση γνωρίζαμε πως διαθέτουν υψηλό επιστημονικό επίπεδο. Απέδειξαν ότι διαθέτουν και ακλόνητο δικαστικό φρόνημα. Και αν για σας κ Εισαγγελέα είναι "οι φλέβες της διαφθοράς", για μας είναι η ψυχή του Δικαστικού Σώματος και η συλλογική μας περηφάνεια. Στις φλέβες λοιπόν της κοινωνίας έχει διαχυθεί το δηλητήριο ενός "θεσμικού" ολοκληρωτισμού ο οποίος επιχειρεί να ισοπεδώσει ηθικά οποιαδήποτε διαφορετική αντίληψη αποδίδοντας της εύκολα το στίγμα της διαφθοράς. Και όπως εύκολα πέρασε το δηλητήριο από "μαχητικούς" δικηγόρους έτσι εύκολα περνάει και από "αδιάφθορους" εισαγγελικούς λειτουργούς. Στο δηλητήριο αυτό η κοινωνία αποκτά διαρκώς και μεγαλύτερη ανοσία θεωρώντας μάλλον ηρωισμό τέτοιου είδους "αντισυμβατικό" λόγο. Στους δύσκολους και σκοτεινούς καιρούς που τους σκιάζει ο φόβος και η υποταγή, το σθένος και το ανεπηρέαστο φρόνημα μοιάζουν φωτεινά αστέρια».