«Στόμα της Κόλασης»: Το ηφαίστειο που μπορεί να ξυπνήσει δίπλα σε 2 εκατομμύρια ανθρώπους
Η περιοχή αποτελεί παράλληλα σημαντικό τουριστικό προορισμό, καθώς χιλιάδες επισκέπτες φτάνουν κάθε χρόνο στον κρατήρα Σαντιάγο για να δουν από κοντά τη λίμνη λάβας
Snapshot
- Νέα μελέτη αποκάλυψε μεταβολές σε δύο υπόγειες δεξαμενές μάγματος στο ηφαίστειο Μασάγια της Νικαράγουα, που υποδηλώνουν κίνηση λιωμένου πετρώματος.
- Από το 2018 έως το 2022 παρατηρήθηκε καθίζηση του εδάφους λόγω απομάκρυνσης μάγματος, ενώ από το 2022 έως το 2024 καταγράφηκε ανύψωση, πιθανόν από επαναγέμισμα της δεξαμενής.
- Η ύπαρξη δύο δεξαμενών μάγματος υποδεικνύει πολύπλοκο υπόγειο σύστημα που δυσκολεύει την πρόβλεψη εκρήξεων.
- Η συνεχής έκλυση διοξειδίου του θείου από το ηφαίστειο αποτελεί περιβαλλοντικό κίνδυνο για την περιοχή γύρω από τη Μανάγουα.
- Η συστηματική παρακολούθηση με δορυφορικά δεδομένα βοηθά στην έγκαιρη ανίχνευση αλλαγών και στην πρόγνωση πιθανών ηφαιστειακών εκρήξεων.
Ανησυχητικές ενδείξεις για τη δραστηριότητα του ηφαιστείου Μασάγια στη Νικαράγουα εντόπισαν επιστήμονες, καθώς νέα μελέτη αποκάλυψε ότι δύο υπόγειες δεξαμενές μάγματος παρουσιάζουν μεταβολές που ενδέχεται να συνδέονται με την κίνηση του λιωμένου πετρώματος. Το ηφαίστειο, γνωστό και ως «Στόμα της Κόλασης», βρίσκεται μόλις 20 χιλιόμετρα από τη Μανάγουα, την πρωτεύουσα της χώρας, όπου ζουν περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι.
Η περιοχή αποτελεί παράλληλα σημαντικό τουριστικό προορισμό, καθώς χιλιάδες επισκέπτες φτάνουν κάθε χρόνο στον κρατήρα Σαντιάγο για να δουν από κοντά τη λίμνη λάβας. Παρότι οι ερευνητές δεν διαπιστώνουν άμεσο κίνδυνο έκρηξης, τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι το υπόγειο σύστημα του ηφαιστείου είναι πιο περίπλοκο από ό,τι θεωρούνταν μέχρι σήμερα, δυσκολεύοντας την πρόβλεψη πιθανών εκρήξεων.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Geophysical Research Letters και βασίστηκε σε δεδομένα του δορυφόρου Sentinel-1, ο οποίος καταγράφει τις μεταβολές στην επιφάνεια του εδάφους κάθε 12 ημέρες. Οι αλλαγές στο ύψος του εδάφους μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την κίνηση του μάγματος κάτω από την επιφάνεια.
Από το 2018 έως τα μέσα του 2022, η περιοχή γύρω από την κεντρική δεξαμενή μάγματος, βόρεια του κρατήρα Σαντιάγο, υποχώρησε κατά περίπου τρία εκατοστά. Η μεταβολή αυτή εκτιμάται ότι συνδέεται με την απομάκρυνση μέρους του μάγματος από την υπόγεια δεξαμενή.
Ωστόσο, από το 2022 έως το 2024, το έδαφος άρχισε και πάλι να ανυψώνεται, υποδεικνύοντας ότι η δεξαμενή ενδέχεται να γέμιζε ξανά με μάγμα. Την ίδια στιγμή, η περιοχή γύρω από τον κρατήρα Σαντιάγο και τη λίμνη λάβας παρουσίασε καθίζηση σε όλη τη διάρκεια της εξαετούς περιόδου που εξετάστηκε.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο εύρημα ενδέχεται να υποδεικνύει την ύπαρξη μιας δεύτερης, ρηχότερης δεξαμενής μάγματος, σε βάθος περίπου 200 μέτρων. Η πιθανότητα ύπαρξης δύο διαφορετικών δεξαμενών ενισχύει την εκτίμηση ότι το υπόγειο σύστημα του ηφαιστείου είναι ιδιαίτερα σύνθετο.
Η επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Λίζι Τζόνσον, από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, υπογράμμισε ότι η κατανόηση της δραστηριότητας του ηφαιστείου και των κινδύνων που συνδέονται με αυτήν είναι καθοριστικής σημασίας.
Όπως εξήγησε, η υποχώρηση του εδάφους μπορεί να υποδηλώνει ότι μάγμα απομακρύνεται από μια υπόγεια δεξαμενή, ενώ η επακόλουθη ανύψωση ενδέχεται να σημαίνει ότι νέο μάγμα εισέρχεται στο σύστημα.
Κίνδυνος και από τα ηφαιστειακά αέρια
Η Μασάγια είχε την τελευταία μεγάλη ροή λάβας το 1772, ωστόσο εξακολουθεί να παρουσιάζει δραστηριότητα και να εκλύει ηφαιστειακά αέρια. Η συνεχής έκλυση διοξειδίου του θείου μπορεί να δημιουργήσει επικίνδυνες συγκεντρώσεις του αερίου, αποτελώντας απειλή για όσους βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.
Παράλληλα, το ηφαίστειο έχει παρουσιάσει αρκετές εκρήξεις τα τελευταία 50 χρόνια. Αν και τα περιστατικά αυτά δεν έχουν προκαλέσει τραυματισμούς, η εγγύτητά του στη Μανάγουα και η μεγάλη επισκεψιμότητά του καθιστούν αναγκαία τη συνεχή επιτήρησή του.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συστηματική συλλογή δορυφορικών δεδομένων και η παρακολούθηση των μεταβολών του εδάφους μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της πρόγνωσης των ηφαιστειακών εκρήξεων.
Ο δρ Γιανγκ Τσολ Κιμ, επίσης από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια, σημείωσε ότι η συνεχής παρακολούθηση επιτρέπει στους επιστήμονες να προσδιορίζουν τη συνήθη δραστηριότητα του ηφαιστείου και να εντοπίζουν έγκαιρα τυχόν αλλαγές. Με αυτόν τον τρόπο, εφόσον προκύψει ανάγκη, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούν να προειδοποιήσουν εγκαίρως τον πληθυσμό.