Κύπρος: Επιστολή σε Γκουτέρες για τουρκολιβυκό-«Σκόπιμη πολιτική κλιμάκωσης στην ανατολική Μεσόγειο»
Κατηγορεί την Τουρκία ότι εκμεταλλεύεται τις πολιτικές και θεσμικές συνθήκες στη Λιβύη για να προωθήσει παράνομες θαλάσσιες διεκδικήσεις, επιδιώκοντας «να επιβάλει μια τεχνητή θαλάσσια πραγματικότητα εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων τρίτων κρατών
Snapshot
- Η Κυπριακή Δημοκρατία εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για την απόφαση της Βουλής της Ανατολικής Λιβύης να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 και αμφισβητεί τα κίνητρα πίσω από αυτήν.
- Η Κύπρος τονίζει ότι η ανεξαρτησία και κυριαρχία της Λιβύης δεν πρέπει να θυσιάζονται σε γεωπολιτικές φιλοδοξίες τρίτων κρατών, όπως η Τουρκία, που προωθεί παράνομες θαλάσσιες διεκδικήσεις.
- Το μνημόνιο θεωρείται αντίθετο με το διεθνές δίκαιο, ιδίως με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
- Η Κύπρος επισημαίνει ότι το μνημόνιο επιχειρεί να οριοθετήσει θαλάσσια σύνορα μεταξύ κρατών χωρίς παρακείμενες ακτές, αγνοώντας τα δικαιώματα τρίτων κρατών, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών νησιών.
- Ζητείται από τον ΟΗΕ η δημοσιοποίηση της επιστολής και η αναγνώριση ότι οι θαλάσσιες οριοθετήσεις πρέπει να γίνονται με βάση το διεθνές δίκαιο και καλές πρακτικές μεταξύ κρατών με παρακείμενες ακτές.
«Σοβαρές ανησυχίες για τα κίνητρα πίσω από αυτή την κίνηση και τα συμφέροντα που αποσκοπεί να εξυπηρετήσει» εκφράζει η Κυπριακή Δημοκρατία για τη χρονική στιγμή της απόφασης της Βουλής των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019.
Σε σημερινή επιστολή της προς τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, η μόνιμη αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Οργανισμό, πρέσβης Μαρία Μιχαήλ, αναφέρεται στην απόφαση της 20ης Οκτωβρίου και επαναλαμβάνει τις θέσεις που η κυπριακή κυβέρνηση έχει διατυπώσει σε προηγούμενες επικοινωνίες της με τον ΟΗΕ, στις 20 Ιανουαρίου 2020, 24 Απριλίου 2020 και 20 Ιουλίου 2020, καθώς και στη ρηματική διακοίνωση της 18ης Αυγούστου 2025.
«Η ανεξαρτησία, η κυριαρχία και η εδαφική ακεραιότητα της Λιβύης, δεν πρέπει να υποτάσσονται στις γεωπολιτικές επιδιώξεις και φιλοδοξίες τρίτων κρατών», υπογραμμίζει η Μαρία Μιχαήλ στην επιστολή της. Αναφέρει ότι η Τουρκία εκμεταλλεύεται τις πολιτικές και θεσμικές συνθήκες στη Λιβύη για να προωθήσει παράνομες θαλάσσιες διεκδικήσεις, επιδιώκοντας «να επιβάλει μια τεχνητή θαλάσσια πραγματικότητα εις βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων τρίτων κρατών».
Τέτοιες ενέργειες, σημειώνει, αντανακλούν «μια σκόπιμη πολιτική κλιμάκωσης στην Ανατολική Μεσόγειο», υπονομεύουν το διεθνές δίκαιο και συνιστούν «σοβαρή απειλή για την περιφερειακή ειρήνη, ασφάλεια και σταθερότητα».
Όπως αναφέρει η Λευκωσία, το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο, ιδίως με τους κανόνες για τη σύναψη συνθηκών και με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, όπως αποτυπώνεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS). Ως εκ τούτου, «δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτους», ούτε επηρεάζει τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου κράτους σε θαλάσσιες ζώνες, περιλαμβανομένων των κυριαρχικών δικαιωμάτων του.
Η Κυπριακή Δημοκρατία επισημαίνει ότι το μνημόνιο επιχειρεί οριοθέτηση μεταξύ δύο κρατών που «δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές», κατασκευάζοντας έτσι «ένα ανύπαρκτο θαλάσσιο σύνορο» και αγνοώντας σκόπιμα την παρουσία και τα δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες άλλων παράκτιων κρατών, περιλαμβανομένων των ελληνικών νησιών.
Υπενθυμίζει ότι το άρθρο 121 παράγραφος 2 της UNCLOS, αντανακλά εθιμικό διεθνές δίκαιο και δεσμεύει επίσης κράτη που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση. Προβλέπει δε ρητά, το δικαίωμα των νησιών σε «χωρική θάλασσα, συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα και αποκλειστική οικονομική ζώνη».
Η πρέσβης Μαρία Μιχαήλ υπογραμμίζει ότι οι συμφωνίες θαλάσσιας οριοθέτησης πρέπει να συνάπτονται μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, «με καλή πίστη και σύμφωνα με τις παγιωμένες αρχές του διεθνούς δικαίου», όπως κωδικοποιούνται στην UNCLOS και με γνώμονα τη διεθνή νομολογία.
Ζητά επίσης την κυκλοφορία της επιστολής ως εγγράφου της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου Ασφαλείας, καθώς και τη δημοσίευσή της στον ιστότοπο της αρμόδιας Διεύθυνσης του ΟΗΕ και στο Δελτίο του Δικαίου της Θάλασσας.