ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

Deloitte: Η διαχείριση κινδύνων και οι πρακτικές στους μισθούς

Deloitte: Η διαχείριση κινδύνων και οι πρακτικές στους μισθούς

Με τις ρυθμιστικές αρχές σε όλο τον κόσμο «να βάζουν στο μικροσκόπιο» τη διαχείριση κινδύνου των τραπεζών, την κουλτούρα και τις αποδοχές, βάσει κινήτρων, μία νέα έρευνα της Deloitte δείχνει ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διεθνώς πρέπει να καταβάλουν σημαντικά μεγαλύτερη προσπάθεια, ώστε να ανταποκριθούν στις αυξημένες προσδοκίες των ρυθμιστικών αρχών-κυρίως στα πιο υψηλά κλιμάκια.

Παρόλο που αυτό μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα, η προσοχή των ρυθμιστικών αρχών τελευταία έχει επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο τα διοικητικά συμβούλια προωθούν και αναδεικνύουν τη σημασία της διαχείρισης κινδύνου, της διακυβέρνησης, των ευρύτερων ηθικών προτύπων και των ακολουθούμενων πρακτικών όσον αφορά στους μισθούς.

Σύμφωνα με την ένατη, διετή παγκόσμια έρευνα για τη διαχείριση κινδύνου στον κλάδο χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, μόνο το 60% των ερωτηθέντων απάντησε ότι το διοικητικό συμβούλιο ότι έχει εργαστεί, προκειμένου να εγκαθιδρύσει και να ενσωματώσει μια κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου στην επιχείρηση, καθώς και για να προωθήσει ανοιχτές συζητήσεις για θέματα κινδύνου.

Αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο 40% δεν έχει κάνει βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, υποδεικνύοντας ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά σε αυτόν τον τομέα.

Ένα παρόμοιο ποσοστό συμμετεχόντων-63%-δήλωσε ότι οι διευθυντές τους επανεξετάζουν τα προγράμματα ανταμοιβών, βάσει κινήτρων των ιδρυμάτων τους, ώστε να ληφθεί υπόψη η ευθυγράμμιση των κινδύνων με τις αμοιβές.

Επιπλέον, μόνο οι μισοί περίπου από τους ερωτηθέντες δήλωσαν ότι η επανεξέταση των προγραμμάτων ανταμοιβών είναι αρμοδιότητα της διαχείρισης κινδύνου του ιδρύματός τους, προκειμένου να γίνει η αξιολόγηση του αντίκτυπου των προγραμμάτων αυτών τόσο στην ανάληψη όσο και στην κουλτούρα διαχείρισης κινδύνου του οργανισμού.

Από τη θετική πλευρά, το 85% των ερωτηθέντων ανέφερε ότι πλέον το διοικητικό τους συμβούλιο αφιερώνει περισσότερο χρόνο στην εποπτεία του κινδύνου, σε σύγκριση με δύο χρόνια πριν. Αυτό ακολουθεί μια τάση ραγδαίας αύξησης της συμμετοχής των διοικητικών συμβουλίων στην εποπτεία των κινδύνων-τάση που αναμένεται να συνεχιστεί.

Ενδεικτικά ευρήματα από την έρευνα:

Πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή στο λειτουργικό κίνδυνο. Περίπου τα δύο τρίτα ή και περισσότεροι από τους ερωτηθέντες αισθάνονται ότι το ίδρυμά τους είναι εξαιρετικά ή αρκετά αποτελεσματικό στη διαχείριση των παραδοσιακών τύπων λειτουργικών κινδύνων, όπως αυτοί που σχετίζονται με νομικές ή φορολογικές υποθέσεις.

Παρόλο που αυτά τα ποσοστά θα έπρεπε να είναι υψηλότερα, δεδομένης της ιδιαίτερης έμφασης που έχουν δώσει οι ρυθμιστικές αρχές στα συγκεκριμένα θέματα, ακόμα πιο λίγοι ερωτηθέντες απάντησαν ότι το ίδρυμά τους ήταν εξαιρετικά ή πολύ αποτελεσματικό, όταν πρόκειται για κινδύνους αναφορικά με τρίτους (44%), ασφάλεια στον κυβερνοχώρο (42%), ακεραιότητα δεδομένων (40%) και τα μοντέλα (37%).

Όταν ερωτήθηκαν για τον αντίκτυπο των κανονιστικών αλλαγών στο ίδρυμά τους, ανέφεραν ένα αυξημένο κόστος συμμόρφωσης (87%, αυξημένο σε σχέση με το 65% το 2012). Άλλες επιπτώσεις που αναφέρθηκαν αφορούσαν στη διατήρηση υψηλότερων κεφαλαίων (62%, αυξημένο σε σχέση με το 54% το 2012) και προσαρμογή κάποιων προϊόντων ή/και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (60%, αυξημένο σε σχέση με το 48% το 2012).

Η μεγαλύτερη προσοχή, η οποία δόθηκε από τις ρυθμιστικές αρχές στα stress tests και η εκτεταμένη χρήση αυτών από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχει καταστήσει δυσκολότερη την εξασφάλιση επαγγελματιών οι οποίοι διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα και ειδίκευση.

Το 88% των ερωτηθέντων είπε ότι η προσέλκυση και η διατήρηση επαγγελματιών στη διαχείριση κινδύνου με τα απαιτούμενα προσόντα αποτελεί πρόκληση γι' αυτούς, συμπεριλαμβανομένου και ενός 32% το οποίο θεωρεί την εξασφάλιση ταλέντων «εξαιρετικά» ή «πολύ δύσκολη» διαδικασία.

Οι τεχνολογικοί και πληροφοριακοί κίνδυνοι συνεχίζουν, επίσης, να παρουσιάζουν προκλήσεις, με το 48% των ερωτηθέντων να είναι υπερβολικά ή πάρα πολύ ανήσυχοι για τη δυνατότητα των τεχνολογικών συστημάτων του ιδρύματός τους να μπορούν να ανταποκριθούν με ευελιξία στις τρέχουσες κανονιστικές αλλαγές.

Το 62% των ερωτηθέντων είπε ότι τα πληροφοριακά συστήματα κινδύνων και η τεχνολογική υποδομή αποτελούν εξαιρετικά μεγάλη ή πολύ μεγάλη πρόκληση και το 46% είπε το ίδιο για τον κίνδυνο σχετικά με τα δεδομένα.

Η παγκόσμια έρευνα της Deloitte αξιολογεί τα προγράμματα διαχείρισης κινδύνου, τις σχεδιαζόμενες βελτιώσεις αυτών και τις συνεχείς προκλήσεις των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Για την ένατη έκδοση, ερωτήθηκαν διευθυντές του τομέα διαχείρισης κινδύνου-ή ομόλογοί τους-σε 71 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα οι οποίοι εκπροσωπούν μια σειρά από οργανισμούς παροχής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων τραπεζών, ασφαλιστικών και εταιρειών διαχείρισης επενδύσεων, με συνολικό ενεργητικό περίπου 18 τρισ. δολάρια. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Αύγουστο μέχρι το Νοέμβριο του 2014.