«Made in Europe» - Ευρωπαϊκό «μπλόκο» στην Τουρκία; Τι διακυβεύεται για την αυτοκινητοβιομηχανία της
Γιατί το «Made in Europe» προκαλεί ανησυχία στην Άγκυρα
Snapshot
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει τη στρατηγική «Made in Europe» με στόχο τη βιομηχανική αυτονομία, αποκλείοντας πιθανώς την Τουρκία από το νέο πλαίσιο.
- Η Τουρκία εξαρτάται σημαντικά από την ΕΕ, καθώς το 42,7% των εξαγωγών της το 2025 κατευθύνθηκε στην Ευρώπη, με την αυτοκινητοβιομηχανία να είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη.
- Ο αποκλεισμός από το «Made in Europe» θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά την τουρκική οικονομία, όχι μόνο στον κλάδο αυτοκινήτων αλλά και σε άλλους στρατηγικούς τομείς.
- Οι προσπάθειες βελτίωσης των σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας μέσω υψηλού επιπέδου συναντήσεων δεν αρκούν χωρίς την επίλυση των πολιτικών και διαρθρωτικών προκλήσεων.
- Χωρίς πολιτική λύση, οι τουρκικές επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν περιορισμένο αποτέλεσμα ακόμα και από τις πιο φιλόδοξες προσπάθειες προσέγγισης με την ΕΕ.
Καθώς η ΕΕ μετατρέπει το «Made in Europe» σε συγκεκριμένη βιομηχανική στρατηγική, με τις διαπραγματεύσεις για την Πράξη Βιομηχανικής Επιτάχυνσης να βρίσκονται σε εξέλιξη, ανακύπτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποια θέση έχει η Τουρκία στην ευρωπαϊκή επιδίωξη για στρατηγική αυτονομία;
Παρά την ιδιότητά της ως υποψήφιας προς ένταξη χώρας και την οικονομική της ενσωμάτωση μέσω της Τελωνειακής Ένωσης, η Τουρκία κινδυνεύει να μείνει εκτός του νέου βιομηχανικού πλαισίου που διαμορφώνει η ΕΕ.
Η πρόσφατη γαλλογερμανική συμφωνία για την αυτοκινητοβιομηχανία έχει εντείνει τη συζήτηση. Παραπέμπει σε έναν στενότερο ορισμό του «Made in Europe», ο οποίος θα μπορούσε να περιλαμβάνει το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Νορβηγία, την Ισλανδία και την Ελβετία, αποκλείοντας όμως την Τουρκία.
Μεγάλη ανησυχία στην Άγκυρα
Η προοπτική αποκλεισμού έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στην τουρκική κυβέρνηση, την επιχειρηματική κοινότητα και τους αναλυτές. Το βάθος της οικονομικής διασύνδεσης εξηγεί το γιατί. Η ΕΕ παραμένει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας, απορροφώντας το 42,7% των εξαγωγών της το 2025. Ιδιαίτερα εκτεθειμένη είναι η αυτοκινητοβιομηχανία: το πρώτο εννεάμηνο του 2026, το 73,7% των τουρκικών εξαγωγών του κλάδου κατευθύνθηκε στην ΕΕ, με τη Γερμανία και τη Γαλλία να συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες αγορές. Ο κλάδος αντιπροσωπεύει σχεδόν το 15% των συνολικών εξαγωγών της Τουρκίας.
Παρότι ορισμένοι στην Τουρκία προκρίνουν τη στροφή σε εναλλακτικές αγορές, καμία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ΕΕ ως προς το μέγεθος ή το βάθος των οικονομικών δεσμών. Η Κίνα αναφέρεται συχνά ως επιλογή, αλλά δεν προσφέρει μια σχέση συνεργασίας επί ίσοις όροις.
Το εμπορικό έλλειμμα της Τουρκίας έναντι της Κίνας συνεχίζει να διευρύνεται, φθάνοντας τα 46,3 δισ. δολάρια το 2025.
Παράλληλα, παρά την ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων με τη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Κεντρική Ασία, καμία από αυτές τις περιοχές δεν μπορεί να αποκτήσει αντίστοιχη βαρύτητα με την ΕΕ.
Ο αποκλεισμός θα μπορούσε, επομένως, να έχει εκτεταμένες συνέπειες για την τουρκική αυτοκινητοβιομηχανία και την οικονομία συνολικά. Οι επιπτώσεις ενδέχεται να υπερβούν κατά πολύ τον κλάδο του αυτοκινήτου, καθώς ανάλογες ευρωπαϊκές απαιτήσεις θα μπορούσαν να θεσπιστούν και σε άλλους στρατηγικούς τομείς, όπως ο χάλυβας, το τσιμέντο, το αλουμίνιο και τα χημικά.
Η χρονική συγκυρία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μόλις λίγες ημέρες πριν από τη γαλλογερμανική συμφωνία, η επιχειρηματική σύνοδος ΕΕ-Τουρκίας στις Βρυξέλλες, στις 13 Οκτωβρίου, συγκέντρωσε υπουργούς, υψηλόβαθμους Ευρωπαίους αξιωματούχους και επιχειρηματίες, σε κλίμα αισιοδοξίας για το μέλλον των σχέσεων.
Ωστόσο, το «Made in Europe» αναδεικνύει τα όρια αυτής της αισιοδοξίας. Τα θετικά μηνύματα και οι συναντήσεις υψηλού επιπέδου, όσο ευπρόσδεκτα και αν είναι, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αντιμετώπιση των πολιτικών προκλήσεων και των διαρθρωτικών αδυναμιών στις σχέσεις ΕΕ–Τουρκίας. Όσο αυτά τα ζητήματα παραμένουν άλυτα, θα είναι δύσκολο να αποτραπούν σοβαρές διαφωνίες και δυνητικά εκτεταμένες οικονομικές συνέπειες.
Από αυτή την εξέλιξη προκύπτει ένα δίδαγμα και για τις τουρκικές επιχειρήσεις. Χωρίς την αντιμετώπιση των πολιτικών προκλήσεων που καθορίζουν τις ευρωτουρκικές σχέσεις, ακόμη και οι πιο φιλόδοξες προσπάθειες προσέγγισης θα έχουν περιορισμένο αντίκτυπο.